Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΣΤΗ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ ΟΛΟΚΛΗΡΗΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑΣ

Άρθρο της Κομμουνιστικής Πλατφόρμας Ιταλίας. Δημοσιεύτηκε στο «Ενότητα και Πάλη», τεύχος 19 (Οχτώβρης 2009)

«Οι κοινωνικές αρχές του Χριστιανισμού είχαν μέχρι τώρα 1800 χρόνια για να αναπτυχθούν και δεν χρειάζονται περαιτέρω διαμόρφωση από τους Πρώσους συμβούλους του Κονσιστορίου. Οι κοινωνικές αρχές του Χριστιανισμού δικαιολογούσαν τη σκλαβιά στην εποχή της αρχαιότητας, δοξάζουν τη δουλοπαροικία στο Μεσαίωνα, και είναι ικανές, σε περίπτωση ανάγκης, να υπερασπιστούν την εκμετάλλευση του προλεταριάτου με κάπως λυπημένους μορφασμούς. Οι κοινωνικές αρχές του Χριστιανισμού κηρύττουν την αναγκαιότητα μίας άρχουσας και μίας εκμεταλλευόμενης τάξης, για τη δεύτερη από τις οποίες το μόνο που έχουν να προσφέρουν είναι ο ευσεβής πόθος ότι η πρώτη τάξη θα είναι φιλεύσπλαχνη μαζί της. Οι κοινωνικές αρχές του Χριστιανισμού προτάσσουν ότι επειδή κάποιος είναι σύμβουλος του Κονσιστορίου[1], όλες οι αχρειότητες του θα αντισταθμιστούν με μία θέση στον παράδεισο, και έτσι δικαιολογούν τη συνέχιση αυτών των επονείδιστων πράξεων στη γη. Οι κοινωνικές αρχές του Χριστιανισμού διακηρύττουν ότι όλες οι αποτροπιαστικές πράξεις των καταπιεστών πάνω στους καταπιεζόμενους είναι είτε μια δίκαιη τιμωρία του προπατορικού ―και άλλων― αμαρτημάτων, είτε δοκιμασίες που ο Κύριος μέσα στην απέραντη σοφία επιτάσσει για την εξιλέωση. Οι κοινωνικές αρχές του Χριστιανισμού κηρύττουν τη δειλία, την έλλειψη αυτοεκτίμησης, τον εξευτελισμό, την υποταγή και την ταπεινότητα, με λίγα λόγια όλες τις αρετές του όχλου, και το προλεταριάτο, που δεν θα επιτρέψει να το μεταχειριστούν ως όχλο, χρειάζεται το κουράγιο του, την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, την περηφάνια του και την αίσθηση της ανεξαρτησίας του πολύ περισσότερο από ότι χρειάζεται το ψωμί του. Οι κοινωνικές αρχές του Χριστιανισμού είναι ύπουλες και υποκριτικές, και το προλεταριάτο είναι επαναστατικό».

[Κ. Μαρξ, «Ο κομμουνισμός της Rheinischer Beobachter»][2]

**

Εισαγωγή

Κατά τη διάρκεια της συνόδου των G-8 που έλαβε χώρα στην Ιταλία, ο πάπας Ράτζινγκερ δημοσίευσε μία νέα «κοινωνική εγκύκλιο»: «Caritas in Veritate» («Η Αγάπη της Αλήθειας»)

Ήταν μία ολοφάνερη απόπειρα της Καθολικής Εκκλησίας να καλύψει τα νώτα της εν μέσω της καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Η κριτική στην «αποκλειστική επιδίωξη του κέρδους» και στις «απαράδεκτες διαφορές [κατανομής] του πλούτου» διαμορφώθηκε στην πραγματικότητα ώστε να προειδοποιήσει την αστική τάξη για τον κίνδυνο γιγάντιων εργατικών και λαϊκών εξεγέρσεων, και να εκλιπαρήσει για κάποια Κεϋνσιανά μέτρα. Την ίδια στιγμή οι Χριστιανικές ιεραρχίες διακηρύσσουν εκ νέου την ζωτική τους στήριξη σε αυτό το σύστημα της εκμετάλλευσης. Συντηρώντας μία αναμορφωμένη αστική εξουσία «όπως το δεκανίκι στηρίζει τον ανάπηρο» (Γκράμσι), η Εκκλησία προσπαθεί να παλινορθώσει τη θέση της, να αναγνωριστεί και να επιτύχει πολιτικές και οικονομικές επιδιώξεις.

Αναμφίβολα το Βατικανό είναι μια διεθνής οικονομική δύναμη παρατάσσοντας όλα τα κοσμικά (λαϊκά) της πλοκάμια (Τράπεζα του Βατικανού, Opus Dei[3], Επισκοπικά συνέδρια, Καθολικά κόμματα και συνδικάτα, μέσα μαζικής ενημέρωσης, ιδιωτικά σχολεία και νοσοκομεία, ιδρύματα, αποστολικές εταιρείες, ομίλους, κ.α.) εναντίον του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος. Ένας ισχυρός αντιδραστικός οργανισμός με μία μεγάλη βάση στις μάζες, η επιρροή και εξουσία του οποίου σήμερα ανέρχεται περίπου πάνω από το 17% του παγκόσμιου πληθυσμού, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, την Ευρώπη και τις Φιλιππίνες.

Αυτή η παγκόσμια δύναμη, παρότι έχει περιέλθει ιστορικά σε αμυντική και δευτερεύουσα θέση, συγκλονισμένη από σκάνδαλα, κρίσεις και εσωτερικές διαμάχες, ολοένα και πιο απομακρυσμένη από την κοινωνική πραγματικότητα, ωστόσο συνεχίζει να αναπτύσσει μία αξιοσημείωτη λειτουργία, χάρη στον ιδεολογικό της μηχανισμό, στο διακριτικό διεθνή οργανισμό, στη χιλιαστική εμπειρία, έτσι ώστε: α) να δικαιολογήσει και να υποστηρίξει το σύστημα, το οποίο βασίζεται στην ατομική ιδιοκτησία πάνω στα μέσα παραγωγής, β) να εξασθενήσει και να διασπάσει τη μαζική αντίσταση ενάντια στην καπιταλιστική επίθεση. Άρα η οικονομική ολιγαρχία έχει ανάγκη τις υπηρεσίες [της Εκκλησίας].

Οι σχέσεις μεταξύ των ιεραρχιών του Βατικανού και της ιμπεριαλιστικής μπουρζουαζίας έχουν σαφέστατα υποστεί τροποποιήσεις ύστερα από την πτώση της εξουσίας του ρεβιζιονισμού, ένα γεγονός στο οποίο ο πάπας Βοϊτίλα έπαιξε σημαντικό ρόλο. Αυτές οι σχέσεις σήμερα είναι πιο πολύπλοκες, αφού έχουν αναδυθεί διασπάσεις και αντιθέσεις (βλ. τον πρώτο πόλεμο στο Ιράκ), οι οποίες είχαν μερικώς ξανααπορροφηθεί μετά την 11η Σεπτεμβρίου και την έναρξη του «πολέμου των πολιτισμών».

Σήμερα η κρίση της ηγεμονίας των ΗΠΑ και η βαθιά οικονομική κρίση δίνουν ανάσες στην πολιτική του Βατικανού, η οποία εστιάζει σε έναν «εκ νέου εκχριστιανισμό» του κόσμου, στη βάση αδιάλλακτων στάσεων πάνω σε «σημαντικά από εθνοτική άποψη θέματα» (οικογένεια, άμβλωση, σεξουαλικότητα, βιοηθική). Για να ξεπεράσει τα εμπόδια που αναπόφευκτα θα συναντήσει, ο πάπας Ράτζινγκερ αποπειράται μίας σύγκλισης με τους αντιδραστικούς Μουσουλμάνους ηγέτες (βλ. το forum για τον Ισλαμο-Καθολικό διάλογο που δημιουργήθηκε το περασμένο χρόνο στο Βατικανό και τη στάση που υιοθέτησε στη συνδιάσκεψη του Καΐρου).

Η επιρροή που διατηρεί η Καθολική Εκκλησία πάνω στις μάζες βασίζεται σε ιδεολογικούς παράγοντες που συνιστούν στον κορμό τους την «πίστη που υπερβαίνει τη λογική».

Συνεπώς, σε αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε αρχικά με την κριτική στη θρησκεία-ως-ιδεολογία˙ σκοπεύουμε να συγκεκριμενοποιήσουμε αυτή την κριτική αναλύοντας συγκεκριμένα τις γραμμές που διακρίνουν το Χριστιανισμό, μία θρησκεία που παρουσιάζει τον εαυτό της ως το μόνο εργαλείο για τη λύτρωση του ανθρώπου και της ανθρωπότητας: «Χωρίς το Θεό ―γράφει ο Βενέδικτος ΙΔ’― ο άνθρωπος δεν γνωρίζει ποιο δρόμο να ακολουθήσει, ούτε κατανοεί ποιος είναι ο ίδιος. Μπροστά στα τεράστια προβλήματα που περιβάλλουν την ανάπτυξη των λαών, και τα οποία σχεδόν μας υποχρεώνουν να υποκύψουμε στην απόγνωση, βρίσκουμε καταφύγιο στις φράσεις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος μας διδάσκει: «χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε». [1]

Εν συνεχεία, θα αναλύσουμε κάποια πτυχές της πρόσφατης εγκυκλίου του πάπα Ράτζινγκερ, και καταλήγοντας θα σκιαγραφήσουμε κάποια θέματα του πολιτικού αγώνα για την επίλυση του «Ζητήματος του Βατικανού», το οποίο από τη φύση του είναι ένα διεθνές ζήτημα που θα επιλυθεί οριστικά από τον Κομμουνισμό. Γνωρίζοντας καλά ότι το θεμελιώδες μέρος της δουλειάς που πρέπει να υλοποιηθεί για να δώσει το «φιλί του θανάτου» στην κοσμική ισχύ της Καθολικής Εκκλησίας εμπίπτει, για ιστορικούς και γεωγραφικούς λόγους, με το επαναστατικό προλεταριάτο της χώρας μας.

Η θρησκεία ως μία μορφή πνευματικής αλλοτρίωσης

Η αλλοτρίωση είναι η conditio sine qua non (η απαραίτητη προϋπόθεση) για την ύπαρξη και συγκρότηση της θρησκείας: αν δεν υπήρχε αυτή η διάσταση, ο θεός και οι θρησκείες δεν θα υπήρχαν. Μάλιστα, σύμφωνα με τη θρησκεία, ο άνθρωπος, για να προσδώσει στον εαυτό του ηθική αναγνώριση ως άτομο, πρέπει να θέσει την ηθική του ρίζα σε ένα Απόλυτο (θεό), που υποτίθεται ότι υπάρχει έξω από αυτόν, και να ξεκινήσει μία σχέση μαζί του ως πλάσμα του.

Σύμφωνα με τη θρησκεία, η αλλοτριωμένη σχέση ανθρώπου-θεού είναι η βάση της συγκρότησης της κοινωνίας και των διαπροσωπικών σχέσεων. Όλα τα κοινωνικά καθήκοντα και δικαιώματα που διέπουν τις ανθρώπινες σχέσεις αντλούνται από την αλλοτριωμένη σχέση ανθρώπου-θεού.

Μερικά συνέπειες αναδύονται από αυτή την έννοια:

1) ο θεός είναι μία έννοια υπόστασης, δηλαδή μία έννοια που αυτοπαρουσιάζεται ως μία απόλυτη πραγματικότητα, ώστε το ερώτημα της οντολογικής ύπαρξης του θεού να φαίνεται θεωρητικά παράλογο και αδικαιολόγητο˙

2) αφού η θρησκεία συνεπάγεται την αλλοτρίωση, είναι μία μορφή αρνητικού

ανθρωπισμού ˙ ο άνθρωπος και ο φυσικός κόσμος θεωρημένοι μέσω της αυτονομίας τους είναι οντολογικές αρνήσεις. Είναι τα μη-υπάρχοντα και πρέπει να συσχετιστούν με ένα Απόλυτο Ον ώστε να αποκτήσουν ηθική αξία. Ο θρησκευόμενος άνθρωπος, ως αλλοτριωμένο άτομο, είναι αφηρημένη έννοια, μετα-ιστορική και προ-κοινωνική.

Στο δοκίμιο του «Το Εβραϊκό Ζήτημα», ο Μαρξ διέκρινε ξεκάθαρα αυτήν την πτυχή και την κατέδειξε ως μία ουσιώδη προϋπόθεση της χειραφέτησης («θετικός» ανθρωπισμός):

«Η κάθε είδους χειραφέτηση είναι μία αναγωγή του ανθρωπίνου κόσμου και σχέσεων στον ίδιο τον άνθρωπο». [2]

Σύμφωνα με το Μαρξικό θετικό ανθρωπισμό, ο άνθρωπος μετατρέπεται σε άτομο, σε ανθρώπινο ον ζώντας τον καιρό του και μέσω της δικής του εργασίας. Η κοινωνικο-ιστορική διάσταση δεν είναι το αποτέλεσμα μίας φυσικής εξέλιξης, ούτε έχει τα θεμέλια της σε μία κάθετη σχέση ανθρώπου-θεού, αλλά είναι το αποτέλεσμα της εργασίας ως μίας πράξης κοινωνικοποίησης, γιατί όπως διαμορφώνει τις ανθρώπινες σχέσεις στη φύση, την ίδια στιγμή δημιουργεί το διαχωρισμό ανθρώπου και φύσης. Ο σύνδεσμος ανάμεσα στους ανθρώπους δεν είναι απλά βιολογικός αλλά κοινωνικο-ιστορικός και το βιολογικό εγχαράσσεται στο κοινωνικο-ιστορικό.

Ο Μαρξ, στις «Θέσεις για τον Φόιερμπαχ» επέμενε: «η ουσία του ανθρώπου δεν είναι μία αφαίρεση που ενυπάρχει μέσα στο απομονωμένο άτομο. Στην πραγματικότητά της, είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.» [3]

Σύμφωνα με τον Μαρξ, μία μεταφυσική ή μετα-ιστορική ανθρώπινη φύση δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος είναι αυτό που δημιουργεί ως εαυτό του μέσα στην ιστορία, συνεπώς οικοδομεί τον εαυτό του ως άτομο και ως καθολική αξία απλώς με το να δημιουργεί την κοινωνία.

Το άτομο και η κοινωνία είναι οι δύο πόλοι της ανθρώπινης δραστηριότητας στην πράξη.

Σύμφωνα με τη θρησκεία το συνολικό ζήτημα του συστήματος των ηθικών εννοιών βασίζεται στην αλλοτριωμένη φύση του. Συνεπώς, για παράδειγμα, η Χριστιανική ισότητα σημαίνει αλλοτριωμένη ισότητα. Η έννοια της πολιτικής ισχύος (πολιτική αλλοτρίωση) καθίσταται νόμιμη από το Χριστό στα «Ευαγγέλια» και από τον Άγιο Παύλο στην «Προς Ρωμαίους Επιστολή» του (θεοκρατική επινόηση της ανώτατης αρχής). Χρησιμοποιώντας το θεό, ο Άγιος Παύλος νομιμοποίησε την ιδέα της ταξικής κοινωνίας.

3) Η κάθε θρησκεία ισχυρίζεται ότι είναι καθολική, ότι τίθεται στην ιστορική πραγματικότητα ως η μοναδική αληθινή θρησκεία. Όσον αφορά το Χριστιανισμό, αυτό συνέβη με δύο διαφορετικούς τρόπους: Είτε διαπλέκοντας τη θρησκευτική πολιτική αλλοτρίωση τόσο στην Αρχαιότητα (Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία), όσο και στον 20ο Αιώνα (Ναζι-φασισμός)˙

Είτε με το να γίνεται ο ίδιος ο Χριστιανισμός μία μορφή πολιτικής αλλοτρίωσης, δημιουργώντας τη διαχρονική εξουσία του Πάπα, από το Μεσαίωνα μέχρι το ιταλικό «Risorgimento» (αναβίωση/ παλιγγενεσία), μία εξουσία που διατηρήθηκε μέσω πολέμων, αφορισμών, διώξεων και φυσικής εξόντωσης των αιρετικών. Συνεπακόλουθη είναι η δογματική δικαιολόγηση της εξάσκησης βίας με σκοπό την καθολικοποίηση του Χριστιανισμού ιστορικά.

4) Η θρησκεία, ως αλλοτρίωση, δεν μπορεί να οδηγήσει σε μία ιστορική διαδικασία απελευθέρωσης από κάθε είδους αλλοτρίωση (κοινωνικο-οικονομική, πολιτική και πνευματική), αλλά στην πραγματικότητα τις καθαγιάζει και νομιμοποιεί.

* *

Η θρησκευτική ισότητα είναι μία αλλοτριωμένη ισότητα

Ο πρωτόγονος Χριστιανισμός εγγυάται ηθική ισότητα ανάμεσα στα ανθρώπινα όντα: «Είστε όλοι γιοι του Θεού διαμέσου της πίστης στο Χριστό Ιησού. Δεδομένου ότι, όσοι βαπτιστήκατε στον Χριστό, ντυθήκατε τον Χριστό. Δεν υπάρχει πλέον Ιουδαίος ούτε Έλληνας· δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος· δεν υπάρχει αρσενικό και θηλυκό· επειδή, όλοι εσείς είστε ένας στον Ιησού Χριστό».[4]

Η ηθική-θρησκευτική ισότητα μεταξύ των ανθρώπων, τεκμηριωμένη στο θεό, δηλαδή έξω από τους ανθρώπους, είναι μία αλλοτριωμένη ισότητα, αφηρημένη και χωρίς καθολική αξία, επειδή δεν ισχύει για όλους τους ανθρώπους, αλλά είναι συγκεκριμένη, περιορισμένη μεταξύ των μελών μίας σέκτας, που στην περίπτωση του Χριστιανισμού είναι οι βαπτισμένοι.

Σύμφωνα με τη θρησκευτική συνείδηση: α) η ηθική αρχή της αλλοτριωμένης (ως θρησκευτικής) και αφηρημένης (ως μετα-ιστορικής) ισότητας δεν πέφτει στις αντιφάσεις των ιστορικών ανισοτήτων, οι οποίες δεν κηρύσσονται άδικες ούτε απονομιμοποιούνται πάνω σε ηθικές βάσεις β) η κοινωνική ανισότητα φαίνεται να είναι ασήμαντη και να ανήκει στο τυχαίο της ανθρώπινης ύπαρξης, η οποία βρίσκει την πραγματική της διάσταση και ελευθερία στην οργανωμένη θρησκευτική ζωή της Εκκλησίας.

Σε αυτή τη διαπλοκή λαμβάνει χώρα αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί «τη αντιστροφή της θεωρίας (speculation) σε εμπειρία» [5], μία διαδικασία «surrection»[4], δηλαδή την εισαγωγή της απολυτότητας της ιερής θρησκευτικής υπόστασης (θεός) στην αλλοτριωμένη κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι η υλική κοινωνία της σκλαβιάς εκχριστιανίζεται και η ανισότητά της ενδυναμώνεται.

Αυτή η διαδικασία της surrection είναι αρκετά ξεκάθαρη στον Άγιο Παύλο, όταν, αναφερόμενος στη χριστιανική οικογένεια, προτρέπει τους σκλάβους να είναι πειθήνιοι στους αφέντες τους: «Πρότρεπε τους δούλους να υποτάσσωνται στους κυρίους των, να είναι προς αυτούς ευάρεστοι εις όλα, να μη αντιλέγουν, να μη κατακρατούν και κλέπτουν, αλλά να δείχνουν επάνω εις τα πράγματα πάντοτε κάθε αξιοπιστίαν και εντιμότητα, αγαθήν και σύμφωνον προς το θέλημα του Θεού, δια να στολίζουν έτσι εις όλα την διδασκαλίαν του σωτήρος ημών Θεού.».[6]

Οι αντιλήψεις του Αγίου Παύλου ιεροποιούν την κοινωνική σκλαβιά και στέρηση στο όνομα του Χριστού: «Οι δούλοι, υπακούτε στους κατά σάρκα κυρίους σας με φόβο και τρόμο, με ειλικρίνεια της καρδιάς σας όπως στο Χριστό. Όχι με οφθαλμοδουλία ως ανθρωπάρεσκοι, αλλά ως δούλοι του Χριστού κάνοντας το θέλημα του Θεού από την ψυχή σας, υπηρετώντας ως δούλοι με καλή διάθεση όπως στον Κύριο και όχι σε ανθρώπους. Να ξέρετε ότι καθένας, αν κάνει κάτι αγαθό, αυτό θα το πάρει από τον Κύριο, είτε δούλος είτε ελεύθερος».[7]

Τα ίδια λόγια επαναλαμβάνονται στην «Προς Κολοσσαείς Επιστολή,» όπου ο Άγιος Παύλος εγραψε: «Oι δούλοι να υπακούτε σε όλα στους επίγειους κυρίους σας, όχι για τα μάτια, σαν αυτούς που θέλουν να αρέσουν στους ανθρώπους, αλλά με απλότητα καρδιάς, έχοντας το φόβο του Θεού. Kαι καθετί που κάνετε, να το κάνετε με όλη την καρδιά σας, με τη συναίσθηση πως το κάνετε για να δοθεί καλή μαρτυρία για τον Κύριο κι όχι για χάρη των ανθρώπων, έχοντας υπόψη σας πως από τον Κύριο θα πάρετε σαν ανταπόδοση την κληρονομιά. Γιατί, στην πραγματικότητα δουλεύετε για τον Κύριο, το Χριστό. Όποιος, όμως, αδικεί θα υποστεί τις συνέπειες της αδικίας του, γιατί ο Θεός δεν κάνει προσωποληψίες». [8]

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Άγιος Παύλος χρησιμοποιεί μία πραγματική μορφή θρησκευτικής τρομοκρατίας έτσι ώστε να διατηρήσει την κοινωνική υπόσταση και έγραψε στους κυρίους: «Οι κύριοι να αποδίδετε στους δούλους σας ό,τι είναι δίκαιο και την ανάλογη αμοιβή τους, έχοντας υπόψη σας πως έχετε κι εσείς Κύριο στους ουρανούς». [9]

Αυτή η διαδικασία απολυτοποίησης στο όνομα του Χριστού οδηγεί την οικογένεια και τη δουλοκτητική κοινωνία σε μία ιδανική σύγχυση: α) στην πραγματικότητα, μία οικογένεια δούλων παραμένει, στην ιστορική της πραγματικότητα, μία οικογένεια δούλων ˙ β) η διαδικασία της surrection κρύβει σημαντικά συνέπειες για το σκλάβο. Η θρησκευτική του συνείδηση συσκοτίζει στο μυαλό του τη συνείδηση της θέσης του ως αλλοτριωμένο υποκείμενο, και εξουδετερώνει τη θέληση να εκτελέσει μία υλική δραστηριότητα έτσι ώστε να επιλύσει τις κοινωνικές αντιφάσεις και να διευρύνει την κοινωνική ισότητα, ως μία υλική μορφή ζωή στον ιστορικό κόσμο όπου ζουν οι καταπιεζόμενοι άνθρωποι. Την ίδια στιγμή, η θρησκευτική συνείδηση εμφυσά μία ελπίδα απελευθέρωσης σε μία επερχόμενη ζωή, όπου ο καθένας/ καθεμία θα κριθεί σύμφωνα με το ποιόν του/ της. Ο Μαρξ αντιλήφθηκε άψογα αυτήν την πτυχή όταν χαρακτήρισε τη θρησκεία έτσι: «Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου και η ψυχή των άψυχων καταστάσεων». [10]

Είναι ακριβώς αυτή η πτυχή της θρησκείας που επηρέασε τον Μαρξ ώστε να ορίσει τη θρησκεία ως το όπιο των λαών, επειδή η θρησκεία εμποδίζει το αλλοτριωμένο υποκείμενο να αποκτήσει τη συνείδηση του κοινωνικού του είναι.

Επιπλέον, η θρησκεία ως όπιο των λαών είναι η εννοιολογική προκείμενη μιας φιλοσοφικής ιδέας η οποία μετατρέπει την κριτική στον παράδεισο σε κριτική στη γη, καθιστώντας έτσι τις δύο έννοιες αδιαχώριστες.

Εν κατακλείδι, ο Μαρξ, ορίζοντας τη θρησκεία ως όπιο των λαών, αντιλήφθηκε πλήρως την κοινωνική λειτουργία της θρησκευτικής αλλοτρίωσης μέσα στην πραγματική της ουσία.


[1] Το Κονσιστόριο στην Καθολική Εκκλησία είναι το Ιερατικό Συμβούλιο των Καρδιναλίων είναι τα διοικητικό σώμα του Κολλεγίου των Καρδιναλίων, που είναι το ανώτερο διοικητικό όργανο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

[2] Δημοσιεύτηκε στην Deutsche-Brusseler-Zeitung, αρ. 73, 12 Σεπτεμβρίου 1847.

[3] Η Επισκοπή του Ιερού Σταυρού και του Έργου του Θεού (Opus Dei), του οποίου τα περισσότερα μέλη είναι λαϊκοί, είναι ένας κοσμικός οργανισμός της Καθολικής Εκκλησίας που αποθεώνει την εργασία και κηρύττει ότι η καθημερινή ζωή είναι δρόμος προς την αγιότητα.

[4] Surrection είναι γαλλική λέξη που σημαίνει την προοδευτική ανύψωση ενός μέρους του φλοιού της γης.

 

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: