Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2000

16ο Συνέδριο του «Κ»ΚΕ: ανοιχτή επικύρωση και συνέχιση της αντεπαναστατικής σοσιαλδημοκρατικής γραμμής του 20ου Συνεδρίου-«6ης Ολομέλειας»

Φύλλο 100, 15-31 Δεκέμβρη 2000

«Οι πολιτικοί στο εργατικό κίνημα, που ανήκουν στην οπορτουνιστική κατεύθυνση, είναι οι καλύτεροι υπερασπιστές της μπουρζουαζίας, απ' την ίδια την αστική τάξη. Χωρίς την καθοδήγηση των εργατών απ' αυτούς η μπουρζουαζία δεν θα μπορούσε να σταθεί»

Β.Ι. ΛΕΝΙΝ

Το 16ο Συνέδριο του χρουστσοφικού «Κ»ΚΕ τελείωσε, όπως εξάλλου αναμενόταν, χωρίς «εκπλήξεις», κάτι που δεν παρέλειψε να σημειώσει με ικανοποίηση και ο ντόπιος μεγαλοαστικός τύπος: «εγκρίνει τις θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ» καθώς «επίσης την εισήγηση της απερχόμενης ΚΕ» («Αποφάσεις του 16ου Συνεδρίου του ΚΚΕ», «Ρ» 28.12.2000). Δηλαδή ενέκρινε:

Πρώτο, τις ρεφορμιστικές θέσεις του ψευδεπίγραφου «Μετώπου» σε συνδυασμό βέβαια μ’ εκείνες του τελευταίου Προγράμματος του «Κ»ΚΕ που δεν οδηγούν σ’ ανατροπή της διχτατορίας της αστικής τάξης ούτε θίγουν καθόλου τα θεμέλια του ντόπιου καπιταλισμού και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης της χώρας.

Δεύτερο, επικύρωσε τη στροφή της ρεβιζιονιστικής ηγεσίας προς τον αντιδραστικό εθνικισμό – «νέο»-ορθοδοξία, δηλαδή τη συγχώνευση του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού με το αντιδραστικό εθνικιστικό – «νέο»-ορθόδοξο ρεύμα των Κανελλο-Ζουράριδων και ενέκρινε τη συνέχιση της συνεργασίας μαζί τους, καθώς και με τους «ευρωκομμουνιστές» της «Κομμουνιστικής Ανανέωσης».

Τρίτο, την παραπέρα συνεργασία με τα σοσιαλδημοκρατικά χρουστσοφικά κόμματα των διαφόρων χωρών, τα οποία υποστήριξαν απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’50 «με νύχια και με δόντια» την ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες Λαϊκές Δημοκρατίες, ανατροπή στην οποία πρωτοστάτησαν οι χρουστσοφικές ρεβιζιονιστικές τροτσκιστικές προδοτικές κλίκες των κομμάτων αυτών των χωρών. Τελευταία δύο απ’ τα χρουστσοφικά κόμματα (αδερφά του «Κ»ΚΕ), το Γαλλικό και το Ιταλικό, συμμετέχοντας στις αστικές κυβερνήσεις των χωρών τους, βομβάρδισαν μαζί με τους ευρωπαίους σοσιαλδημοκράτες τους λαούς της Γιουγκοσλαβίας.

Όμως παρά την απουσία «εκπλήξεων» στην περίπτωση του 16ου συνεδρίου έχουμε, σε σχέση με τα προηγούμενα ρεβιζιονιστικά συνέδρια, κάτι το εντελώς νέο: επιβεβαίωση της συνέχισης της αντεπαναστατικής σοσιαλδημοκρατικής γραμμής του 20ού Συνεδρίου του ΚΚΣΕ-«6ης Ολομέλειας» και μάλιστα από δύο πλευρές: πρώτο μέσω της έγκρισης των ρεφορμιστικών «Θέσεων» και δεύτερο μέσω της ανοιχτής –για πρώτη φορά – τοποθέτησης της αντεπαναστατικής ιδεολογικοπολιτικής γραμμής των Φλωράκη-Παπαρήγα κατά τη διάρκεια και το «κλείσιμο» του συνεδρίου («Ρ» 16.12.2000 και 19.12.2000).

Α. Η «Λαϊκή Εξουσία» - «λαϊκή οικονομία» του ψευδεπίγραφου «Μετώπου» της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ – αγυρτεία και μεγάλη πολιτική απάτη

Το να υπόσχεται κανείς στην εργατική τάξη και το λαό «λαϊκή οικονομία» και «Σοσιαλισμό» χωρίς βίαιη επανάσταση και συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής, όπως κάνουν δεκαετίες τώρα οι εκάστοτε χρουστσοφικές ηγεσίες του «Κ»ΚΕ και η σημερινή σοσιαλδημοκρατική ηγεσία των Φλωράκη-Παπαρήγα με τις «Θέσεις» του 16ου αλλά και το Πρόγραμμα του 15ου Συνεδρίου, είναι – πέρα από την πλήρη εγκατάλειψη και προστασία του μαρξισμού – αγυρτεία και πολιτική απάτη ολκής. Κι αυτό επειδή, σύμφωνα όχι μόνο με το μαρξισμό – λενινισμό - σταλινισμό αλλά και την επαναστατική πείρα (θετική: Οχτωβριανή Επανάσταση κλπ και αρνητική: Χιλή κλπ), είναι ολωσδιόλου αδύνατη η εγκαθίδρυση «Λαϊκής Εξουσίας» – Διχτατορίας του Προλεταριάτου – βασική προϋπόθεση ύπαρξης και οικοδόμησης «Λαϊκής Οικονομίας» – χωρίς να πραγματοποιηθεί νικηφόρα αλλά και να προηγηθεί η βίαιη επανάσταση και η συντριβή – τσάκισμα της αστικής κρατικής μηχανής.

Ας σχολιάσουμε διεξοδικότερα τα του 16ου Συνεδρίου για να φανεί καλύτερα πρώτα απ’ όλα η προδοσία των ρεβιζιονιστών ηγετών αλλά και το μέγεθος του πολιτικού τους τσαρλατανισμού.

1. «Ειρηνικός κοινοβουλευτικός δρόμος»: Το 16ο Συνέδριο εγκρίνοντας τις «Θέσεις» έγκρινε μαζί μ’ αυτές και την αντεπαναστατική γραμμή του διαβόητου «ειρηνικού κοινοβουλευτικού δρόμου» και μάλιστα αυτή τη φορά η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ θεώρησε αναγκαίο να ξανατοποθετηθεί δια στόματος του επίτιμου Προέδρου της, αποστάτη και λακέ της αστικής τάξης, Φλωράκη πάνω σ’ αυτό το σπουδαίο ζήτημα της Προλεταριακής Επανάστασης: «το θέμα δεν είναι τι αντίληψη θα έχει η κάθε συνιστώσα του Μετώπου για τη λαϊκή εξουσία ή το πώς θα τη θέλει. Το θέμα είναι ποια θα είναι η εξουσία του Μετώπου, όταν αυτό αναδειχτεί – εννοώ κοινοβουλευτικά (υπογρ. δική μας) – σε κυβέρνηση»!!! («Ρ» 16.12.2000). Μ’ αυτή την τοποθέτησή του ο Χ. Φλωράκης διεκδικεί τα πρωτεία του πιο συνεπή υπηρέτη των συμφερόντων του ντόπιου κεφαλαίου και αναδεικνύεται εκ νέου στο πιο πιστό «μαντρόσκυλο» της εξουσίας του.

Η γραμμή του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού δρόμου» δεν είναι ούτε επαναστατική ούτε γραμμή του προλεταριάτου: είναι αντίθετα γραμμή της αντιδραστικής αστικής τάξης που διοχετεύεται από τους ρεβιζιονιστές ηγέτες στις γραμμές της εργατικής τάξης με στόχο τον αποπροσανατολισμό της (καλλιέργεια αυταπατών κλπ) και το αποκοίμισμα των πλατιών λαϊκών μαζών.

Στους επαναστάτες κομουνιστές είναι γνωστό ότι αυτή η γραμμή συνιστά απόρριψη και προδοσία του μαρξισμού και ότι επιπλέον βρίσκεται σε πλήρη ρήξη με την επαναστατική πείρα του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος που διδάσκει ότι η εργατική τάξη ποτέ και πουθενά δεν κατάλαβε χωρίς επανάσταση, δηλαδή με «ειρηνικό κοινοβουλευτικό δρόμο» την εξουσία αλλά όπου αυτό συνέβη έγινε πάντα με επαναστατική βία. Τη βίαιη επανάσταση του προλεταριάτου τρέμει όχι μονάχα η άρχουσα αντιδραστική αστική τάξη αλλά και οι χρουστσοφικοί ηγέτες του «Κ»ΚΕ και όλες όπως έγραφε ο Λένιν, «αποβλακωμένες μούμιες» των οπορτουνιστών που «κλαψουρίζουν επειδή οι λαοί περνάνε το σχολείο του εμφυλίου πολέμου».

Ο μαρξισμός – λενινισμός – σταλινισμός διδάσκει και η επαναστατική πείρα έχει επανειλημμένα επιβεβαιώσει ότι χωρίς βίαιη επανάσταση είναι ολωσδιόλου αδύνατη τόσο η ανατροπή της διχτατορίας της αντιδραστικής μπουρζουαζίας όσο και η κατάληψη της εξουσίας απ’ την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Ο νόμος της βίαιης επανάστασης είναι νόμος γενικός και αναπόφευκτος για το πέρασμα από ένα οικονομικό – κοινωνικό σύστημα σ’ άλλο και επομένως και για τις προλεταριακές και αντιϊμπεριαλιστικές επαναστάσεις (Οχτωβριανή Επανάσταση, κλπ.) που καταργούν μια για πάντα το τελευταίο εκμεταλλευτικό σύστημα, τον καπιταλισμό, όπως ήταν παλιότερα και για τις αστικές επαναστάσεις που κατάργησαν τη φεουδαρχία (Γαλλική Επανάσταση, κλπ.).

2. «Μεταμόρφωση» - μεταμφίεση του αστικού κράτους εκ μέρους των ηγετών του «Κ»ΚΕ σε «Λαϊκή Εξουσία» - Διχτατορία του Προλεταριάτου:

Εγκρίνοντας τις «Θέσεις» το 16ο Συνέδριο, έγκρινε και τη θέση για μια «κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων, με βάση το κοινοβούλιο» (υπογρ. δική μας), η οποία ως δια μαγείας θα μεταμορφωθεί(!) στη συνέχεια σε «εξουσία» της εργατικής τάξης και των συμμάχων της, δηλαδή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου»!!! («Θέσεις», σελ.19). Δηλαδή μ’ άλλα λόγια, σύμφωνα με τους οπορτουνιστές ηγέτες το αστικό κράτος «θα χρησιμοποιηθεί»(!) απ’ την εργατική τάξη και τους συμμάχους της ως «όργανο της επανάστασης» ή αλλιώς ως «όργανο ανατροπής» της εξουσίας της ίδιας της αστικής τάξης(!) και σε κάποια στιγμή αυτό το κράτος(??υπερασπιστής της εξουσίας του κεφαλαίου) – αφού πουθενά στις «Θέσεις» και στο «Πρόγραμμα» δε γίνεται λόγος για τσάκισμα – συντριβή του – με επιφοίτηση του «αγίου Πνεύματος» ή με κάποια «μαγική ράβδο» της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ ανάλογης της «θαυματουργής» αγιαστούρας του Χριστόδουλου (ίσως γι’ αυτό τον καλούν τελευταία να προσχωρήσει στο «Μέτωπο» τους «Ρ» 22.10.2000), «μεταμορφώνεται» - βαφτίζεται σε «εξουσία της εργατικής τάξης» ή «λαϊκή εξουσία» - «Διχτατορία του Προλεταριάτου»!!! Αυτό, λοιπόν, που από τους ρεβιζιονιστές ηγέτες χαρακτηρίζεται «εξουσία της εργατικής τάξης» δεν είναι παρά η εξουσία της αστικής τάξης που εκπροσωπείται απ’ το σημερινό αστικό κράτος ή ακριβέστερα: το – «εκδημοκρατισμένο» - αστικό κράτος που ποτέ δεν ανατράπηκε ούτε τσακίστηκε.

Η «Λαϊκή Εξουσία» - Διχτατορία του Προλεταριάτου δεν μπορεί να εγκαθιδρυθεί χωρίς βίαιη επανάσταση και χωρίς τη συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής – συντριβή που πραγματοποιείται μόνο με επαναστατική βία. Η βίαιη επανάσταση και η συντριβή του αστικού κράτους αποτελούν τις δύο εντελώς απαραίτητες προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου, αναγκαίας πάντα για την ύπαρξη και οικοδόμηση «λαϊκής οικονομίας» και σοσιαλισμού.

Επομένως τα περί «Λαϊκής Εξουσίας» - «λαϊκής οικονομίας» - «σοσιαλισμού» του ψευδεπίγραφου «Μετώπου» και του Προγράμματος του «Κ»ΚΕ είναι αντεπαναστατικά μυθεύματα των προδοτών ρεβιζιονιστών ηγετών αυτού του κόμματος, προορισμένα να εξαπατήσουν την εργατική τάξη και το λαό. Ας σημειωθούν επιπλέον πως σ’ άρνηση της «Λαϊκής Εξουσίας» - Διχτατορίας του Προλεταριάτου οδηγεί αναπόφευκτα και η θέση του Προγράμματος των ρεβιζιονιστών ηγετών της διατήρησης πολλών κομμάτων στο «Σοσιαλισμό» (=ευρωκομμουνιστικός «πλουραλιστικός» ή «πολυκομματικός σοσιαλισμός»), επειδή Διχτατορία του Προλεταριάτου και αστικός «πολυκομματισμός» είναι ασυμβίβαστα.

Ας επαναλάβουμε εδώ ακόμα μια φορά ότι το να υπόσχεται κανείς, όπως οι ρεβιζιονιστές ηγέτες του «Κ»ΚΕ, στην εργατική τάξη και το λαό «λαϊκή οικονομία» και «σοσιαλισμό» χωρίς βίαιη επανάσταση – συντριβή του αστικού κράτους – Διχτατορία του Προλεταριάτου είναι αγυρτεία, προκλητική απάτη και πολιτικός τσαρλατανισμός που δεν γνωρίζει όρια.

Οι κομμουνιστές για να κατανοήσουν και συνειδητοποιήσουν το μέγεθος όχι μόνο της προδοσίας των χρουστσοφικών κομμάτων αλλά και της αγυρτείας και του πολιτικού τσαρλατανισμού των ρεβιζιονιστών ηγετών οφείλουν να μην ξεχνούν τον ως τώρα, απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ’50, αντεπαναστατικό τους ρόλο και πιο συγκεκριμένα οφείλουν να θυμούνται δύο πράγματα: τα μεν χρουστσοφικά κόμματα των τότε σοσιαλιστικών χωρών όταν ανέτρεψαν πραξικοπηματικά τη Διχτατορία του Προλεταριάτου, εξάλειφαν το σοσιαλισμό και παλινόρθωναν σταδιακά τον καπιταλισμό ισχυρίζονταν ταυτόχρονα, ψευδόμενα πάνω από 4 δεκαετίες, ότι οικοδομούσαν το «σοσιαλισμό» και μάλιστα τον «πραγματικό σοσιαλισμό»(!), ενώ εκείνα των καπιταλιστικών χωρών υποστήριξαν δραστήρια την πολιτική εξάλειψης του σοσιαλισμού των αδερφών κομμάτων τους, σερβίροντάς την ως πολιτική «οικοδόμησης του σοσιαλισμού»(!) και στις χώρες τους ακολούθησαν πολιτική υποταγής των συμφερόντων της εργατικής τάξης σε κείνα της αστικής τάξης, ενταγμένη στη γενικότερη πολιτική στερέωσης και διαιώνισης της εξουσίας της. Τα ίδια, λοιπόν, ακριβώς αυτά τα κόμματα που γκρέμισαν το σοσιαλισμό υπόσχονται τώρα «Λαϊκή Εξουσία» - «λαϊκή οικονομία»!!!

Οι προδοτικές σοσιαλδημοκρατικές απόψεις των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών ηγετών του «Κ»ΚΕ σύμφωνα με τις οποίες μπορεί τάχα η εργατική τάξη να χρησιμοποιήσει το «εκδημοκρατισμένο» αστικό κράτος ως «όργανο» για την ανατροπή της διχτατορίας της αστικής τάξης και την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας καθώς και ως «όργανα» για τους επαναστατικούς μηχανισμούς είναι απόψεις αντιμαρξιστικές που βρίσκονται στην υπηρεσία των συμφερόντων του ντόπιου κεφαλαίου και εξυπηρετούν αποκλειστικά και μόνο τη στερέωση και διαιώνιση της εξουσίας του.

Σ’ αυτά τα αντεπαναστατικά σοσιαλδημοκρατικά μυθεύματα των χρουστσοφικών ηγετών του «Κ»ΚΕ ας αντιπαραθέσουμε τις μαρξιστικές θέσεις, σχετικά με τα βασικά ζητήματα της επανάστασης, του «Προγράμματος» της Κομμουνιστικής Διεθνούς – «Πρόγραμμα», που όπως μας πληροφορεί ο Μανουίλσκι, διατυπώθηκε απ’ το μεγάλο Στάλιν – θέσεις που αποδέχονταν και το ηρωικό μας Κόμμα, το σταλινικό – ζαχαριαδικό ΚΚΕ 1918-55, ως τμήμα – μέλος τότε της ΚΔ.

Για την μεν ύπαρξη και οικοδόμηση λαϊκής σοσιαλιστικής οικονομίας υπογραμμίζεται σ’ αυτό: «η κατάχτηση της εξουσίας απ’ το προλεταριάτο αποτελεί την προϋπόθεση για την ανάπτυξη των σοσιαλιστικών μορφών οικονομίας και για την πολιτιστική ανάπτυξη του προλεταριάτου. Η Διχτατορία του Προλεταριάτου είναι επομένως η πιο αναγκαία και πιο αποφασιστική προϋπόθεση για το πέρασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας σε σοσιαλιστική. Αυτή η Διχτατορία μπορεί όμως να πραγματοποιηθεί μόνο με την νίκη του σοσιαλισμού σε μεμονωμένες χώρες ή σε ομάδες χωρών» («Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς», σελ. 34-35, Αμβούργο 1928).

Και για δε την κατάχτηση της εξουσίας και εγκαθίδρυση του νέου κράτους της Διχτατορίας του Προλεταριάτου αναφέρεται:

«Η κατάχτηση της εξουσίας απ’ το προλεταριάτο δεν είναι ειρηνική «κατάχτηση» της έτοιμης αστικής κρατικής μηχανής με την εξασφάλιση της πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο.

Η μπουρζουαζία εφαρμόζει όλα τα μέσα βίας και τρομοκρατίας για να διασφαλίσει και να στερεώσει τη ληστρική της ιδιοκτησία και την πολιτική της κυριαρχία. Η μπουρζουαζία, όπως και στα περασμένα χρόνια η φεουδαρχική αριστοκρατία, δεν μπορεί να παραχωρήσει την ιστορική της θέση στη νέα τάξη χωρίς την πιο απεγνωσμένη και πιο λυσσασμένη πάλη. Γι’ αυτό η βία της μπουρζουαζίας μπορεί να τσακιστεί μόνο με την αποφασιστική χρησιμοποίηση της βίας του προλεταριάτου. Η κατάχτηση της εξουσίας απ’ το προλεταριάτο είναι η βίαιη καταστροφή της καπιταλιστικής εξουσίας, η συντριβή της καπιταλιστικής κρατικής μηχανής (αστικός στρατός, αστυνομία, γραφειοκρατική ιεραρχία, δικαστήρια κοινοβούλιο κλπ.) και η αντικατάστασή της με νέα όργανα προλεταριακής εξουσίας, που είναι πρώτα απ’ όλα όργανα κατάπνιξης των εκμεταλλευτών» (¨Πρόγραμμα της Κομμουνιστικής Διεθνούς», σελ. 35-36, Αμβούργο 1928).

Β. Ανοιχτή τοποθέτηση υπέρ της συνέχισης της αντεπαναστατικής γραμμής του 20ου Συνεδρίου – «6ης Ολομέλειας»

Κατά την διάρκεια του προσυνεδριακού διαλόγου πολλοί κομμουνιστές, μέσα και έξω απ’ το «Κ»ΚΕ, άσκησαν ορθή κριτική στην αντεπαναστατική γραμμή του 20ου Συνεδρίου – «6ης Ολομέλειας», προτείνοντας να καταδικαστεί η γραμμή τους στο Συνέδριο και να αποκατασταθούν οι Στάλιν Ζαχαριάδης και ορισμένοι απ’ αυτούς είχαν την αυταπάτη ότι η σημερινή σοσιαλδημοκρατική ηγεσία των Φλωράκη – Παπαρήγα θα κάνει ένα τέτοιο βήμα: δηλ. να εγκαταλείψει την προδοτική της χρουστσοφική γραμμή και να επανέλθει στον επαναστατικό μαρξιστικό – λενινιστικό – σταλινικό δρόμο, να ασπαστεί μ’ άλλα λόγια τον επαναστατικό μαρξισμό εγκαταλείποντας το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό.

Όμως οι αυταπάτες τους αυτές άρχισαν ήδη να διαλύονται με την τοποθέτηση του Χ. Φλωράκη και οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν ολοκληρωτικά με την τελική ομιλία – τοποθέτηση της Παπαρήγα στο «κλείσιμο» των εργασιών του Συνεδρίου.

Πέρα απ’ αυτό στο 16ο Συνέδριο, σε σχέση με τα προηγούμενα Συνέδρια απ’ το 1956 και δώθε, συνέβη κάτι νέο που αξίζει να προσεχθεί και να σημειωθεί απ’ τους κομμουνιστές: για πρώτη φορά στην 45χρονη ιστορία του ντόπιου χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού η σημερινή σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ δια στόματος Φλωράκη – Παπαρήγα υποχρεώνεται να τοποθετηθεί ανοιχτά υπέρ των 20ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ – «6ης Ολομέλειας», α υπερασπιστεί την αντεπαναστατική γραμμή τους και να δηλώσει δημόσια ότι δεν πρόκειται στο μέλλον να την εγκαταλείψει.

Ο Φλωράκης στην ομιλία του στο Συνέδριο αναφέρθηκε, ανάμεσα στ’ άλλα, στις «μεγάλες ανατροπές των σοσιαλιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης» - τις οποίες, ως γνωστόν, εντοπίζει την περίοδο Γκορμπατσόφ και όχι στην χρουστσο-μπρεζνιεφική περίοδο (20ο, 22ο Συνέδριο κλπ) και προσεκτικά αλλά με νόημα αποτρεπτικό και αποπροσανατολιστικό δήλωσε: « το θέμα δεν είναι η εξέταση του 20ου Συνεδρίου (υπογρ. δική μας). Το θέμα είναι να αντιμετωπίσουμε πειστικά την αστική προπαγάνδα και να υπερασπιστούμε ένα καθεστώς, που ήταν η φροντίδα και προστάτης των εργαζομένων της χώρας του» («Ρ» 16.12.2000), αποκρύπτοντας έτσι απ’ τους κομμουνιστές ότι το 20ο Συνέδριο ήταν εκείνο που επικύρωσε την πραξικοπηματική ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου στη Σοβιετική Ένωση – ανατροπή που αποτέλεσε την αφετηρία – έναρξη του προτσές της εξάλειψης του σοσιαλισμού και της σταδιακής παλινόρθωσης του καπιταλισμού – και εγκαινίασε τη γραμμή σοσιαλδημοκρατικοποίησης των κομμουνιστικών κομμάτων που οδήγησε στη διάλυση του σοσιαλιστικού στρατοπέδου.

Μ’ άλλα λόγια ο αποστάτης Φλωράκης, προσεκτικά μεν, αποπροσανατολιστικά αλλά και με σαφήνεια δηλώνει: το θέμα δεν είναι η εξέταση του 20ου Συνεδρίου και η απόρριψη της γραμμής του, γιατί κάτι τέτοιο δε μπορεί σε καμιά περίπτωση να γίνει αφού οι θέσεις αυτού του συνεδρίου αποτελούν τη βάση της ιδεολογικο-πολιτικής γραμμής του κόμματός μας. Δεν μπορούμε λέει – απευθυνόμενος στους συνέδρους ο Φλωράκης – να στραφούμε ενάντια στην ιδεολογία μας, εννοώντας με αυτό την αστικορεβιζιονιστική ιδεολογία του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού απ’ την οποία καθοδηγείται το «Κ»ΚΕ.

Την ίδια στάση κράτησε και η Α. Παπαρήγα στην τελική της ομιλία στο 16ο συνέδριο κατά το κλείσιμο της συζήτησης – «Η εισήγηση της ΚΕ και η τελική ομιλία της Αλέκας Παπαρήγα εγκρίθηκαν ομόφωνα» μας πληροφορεί ο «Ριζοσπάστης» (19.12.2000) – για τα ζητήματα 20ο Συνέδριο – «6η Ολομέλεια». Μάλιστα αυτή η πατενταρισμένη σοσιαλδημοκράτισσα, ευθύς εξ αρχής και πιο κατηγορηματικά απ’ τον Φλωράκη, πριν καν αναφερθεί στην «6η Ολομέλεια» και στο 20ο Συνέδριο, ανακοίνωσε απαγορευτική απόφαση της ΚΕ: «η απερχόμενη ΚΕ … θεωρεί ότι δεν πρέπει το σώμα να πάρει αποφάσεις για θέματα πολύ μεγάλα και σημαντικά που αφορούν κορυφαίες θα έλεγα ιστορικές στιγμές ή φάσεις του Κόμματος»!!! («Ρ» 19.12.2000).

Μετά την πρωτοφανή αυτή πρόκληση απέναντι στους Συνέδρους, αναφερόμενη στο 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, αφού είπε ότι «δεν είναι ζήτημα μιας απόφασης»(!) και ότι δεν προτίθεται να κάνει «δικαστήριο σε κάποιες ιστορικές περιόδους»(!) παρέκαμψε το όλο ζήτημα στην «ιστορική έρευνα»(!) και στην «συγγραφή του 2ου τόμου της ιστορίας του Κόμματος»(!), υπερασπίζοντας έτσι την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατική γραμμή πολιτική γραμμή αυτού του Συνεδρίου.

Για την παρασυναγωγή της «6ης Ολομέλειας» (Μάρτης 1956) απαντώντας σε κομμουνιστές που πρότειναν, όπως είπε, «να τοποθετηθούμε εναντίον της 6ης Ολομέλειας», αφού έθεσε το «σπουδαίο» ερώτημα(!) «πόσοι από εδώ γνωρίζουν την 6η Ολομέλεια; Και πόσοι γνωρίζουμε τι έγινε πριν, τι έγινε μετά;» (για προσέξτε επίπεδο Γραμματέα Κόμματος) υποστήριξε – υπερασπιζόμενη το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό – ότι δεν υπάρχει «κενό» στη χρουστσοφική ρεβιζιονιστική γραμμή απ’ την «6η Ολομέλεια» ως τα σήμερα λέγοντας: «μην ξεχνάτε ότι δεν έχουμε μόνο το 8ο Συνέδριο του Κόμματος. Έχουμε και το 9ο και το 10ο. Δεν μιλάμε για ένα κενό» («Ρ» 19.12.2000). Ασφαλώς ο χρουστσοφικός ρεβιζιονισμός έχει την δική του ιστορική συνέχεια στα 45χρονα της ύπαρξής του και ακριβώς αυτή υπενθυμίζει η Παπαρήγα στους συνέδρους, με την διαφορά όμως ότι πρόκειται για μια 40χρονη συνέχεια προδοσιών.

Απευθυνόμενη στη συνέχεια η Παπαρήγα σε νεολαίους της «Κ»ΝΕ που έθεσαν τα ζητήματα του 20ου συνεδρίου – «6ης Ολομέλειας» τους προειδοποίησε αυστηρά και απαίτησε να «καθίσουν φρόνιμα»: «δε θα πρέπει να υπερβάλλουμε και δε θα ξεπεράσουμε τα όρια του προβληματισμού και τις ευθύνες του Συνεδρίου» («ευθύνες του Συνεδρίου» εννοεί προφανώς εκείνες απέναντι στην αστική τάξη που απαιτεί – θέλει ακίνδυνες γι’ αυτήν ρεβιζιονιστικές αποφάσεις. Επίσης «συμβούλεψε» αυτά τα «νέα παιδιά» ότι παρά τις αντιρρήσεις τους οφείλουν να είναι «απόλυτα πολύ υπερήφανα»(!) για την χρουστσοφική γραμμή και ιστορία του «Κ»ΚΕ, λέγοντας: «δεν πρέπει να εμποδίζονται αυτά τα νέα παιδιά να είναι απόλυτα πολύ υπερήφανα για την ιστορία αυτού του Κόμματος και να τη νιώθουν και σαν δική τους ιστορία» («Ρ» 19.12.2000). Τέλος καταλήγοντας υπογράμμισε ότι «σήμερα δε δικαιολογούμαστε να κάνουμε λάθη»(!), εννοώντας προφανώς με αυτό ότι δεν δικαιολογούμαστε να στραφούμε ενάντια στο 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ και την «6η Ολομέλεια» και να καταδικάσουμε την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατική γραμμή τους.

Η ανοιχτή αυτή τοποθέτηση της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του «Κ»ΚΕ για τα 20ο Συνέδριο – «6η Ολομέλεια» προδίδει τις ισχυρές πιέσεις που ΄δέχεται αυτή τη στιγμή απ’ τα μέσα και ιδιαίτερα απ’ το χώρο της «Κ»ΝΕ.

Οι παραπάνω ανοιχτές – για πρώτη φορά στην ιστορία του ντόπιου χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού – τοποθετήσεις υπεράσπισης των 20ου Συνεδρίου – «6ης Ολομέλειας» και συνέχισης της αντεπαναστατικής τους γραμμής εκ μέρους της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ επιβεβαιώνουν εκ νέου ακόμα μία φορά την ορθή θέση των επαναστατών κομμουνιστών σταλινιστών, ότι αποκλείεται η ηγεσία του «Κ»ΚΕ να εγκαταλείψει τον αντεπαναστατικό χρουστσοφικό σοσιαλδημοκρατικό δρόμο και να επανέλθει στο δρόμο του μαρξισμού – λενινισμού – σταλινισμού, ακριβώς επειδή έχει πάρει και βαδίζει συνειδητά τον αντεπαναστατικό προδοτικό δρόμο εξυπηρέτησης των συμφερόντων της αστικής τάξης. Η ορθότητα της θέσης επιβεβαιώνεται και απ’ την ως τώρα ιστορική πορεία όλων των αντεπαναστατικών προδοτικών ρεβιζιονιστικών κομμάτων: κανένα απ’ τα σοσιαλδημοκρατικά μα ούτε απ’ τα χρουστσοφικά κόμματα που πρόδωσαν την εργατική τάξη, που εγκατέλειψαν και πρόδωσαν τον μαρξισμό δεν επανήλθε ούτε πρόκειται στο μέλλον να επανέλθει στον μαρξιστικό – λενινιστικό – σταλινικό δρόμο, συμπεριλαμβάνοντας εδώ και της σημερινής σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του «Κ»ΚΕ.

Γ. Έγκριση της στροφής της ηγεσίας προς τον εθνικισμό – «νέο»ορθοδοξία και συνέχιση της συμμαχίας με τους Κανελλο-Ζουράριδες και τους «ευρωκομμουνιστές» της «Κομμουνιστικής Ανανέωσης»

Το 16ο Συνέδριο ενέκρινε και επικύρωσε και την ακόμα δεξιότερη στροφή της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ προς τα αντιδραστικά ρεύματα εθνικισμού – «νέο»ορθοδοξίας που είχε επίσημα εγκαινιαστεί στις ευρωεκλογές με τις υποψηφιότητες Λ. Κανέλλη – Κ. Ζουράρι, συνεχίστηκε στις βουλευτικές εκλογές με τις ίδιες υποψηφιότητες και με την εκλογή της αντιδραστικής εθνικίστριας – ρατσίστριας και «θρησκευόμενης»(!) Λ. Κανέλλη.

Είναι πασίγνωστες ανά το πανελλήνιο οι αντιδραστικές εθνικιστικές – ρατσιστικές – θρησκόληπτες απόψεις των Κανελλο-Ζουράριδων, προστατευόμενων και «τρομερών παιδιών» του «άγιου» Χριστόδουλου (μόνιμη υπεράσπιση Χριστόδουλου για «ταυτότητες» κλπ). Λιγότερο γνωστός είναι ο αντιδραστικός ρόλος του περιοδικού «NEMECIS» της Λ. Κανέλλη.

Παρ’ όλα αυτά στην απόφαση του 16ου Συνεδρίου αναφέρεται ότι η ηγεσία του «Κ»ΚΕ θα συνεχίσει τη συμμαχία της με τους αντιδραστικούς εθνικιστές – «νέο»ορθόδοξους θρησκόληπτους Κανελλο–Ζουράριδες και τους «ευρωκομμουνιστές» οπορτουνιστές της «Κομμουνιστικής Ανανέωσης»: το κόμμα μας ανεξάρτητα από διαφορές, θα συνεχίσει τις προσπάθειες για κοινή δράση και πρωτοβουλίες συνεργασίας προς την κατεύθυνση οικοδόμησης Μετώπου με την Κομμουνιστική Ανανέωση και άλλες δυνάμεις, κοινωνικοπολιτικούς παράγοντες, με τους οποίους είχε θετική συνεργασία στο προηγούμενο διάστημα» («Ρ» 28.12.2000).

Με τη φράση «κοινωνικοπολιτικούς παράγοντες» η ηγεσία του «Κ»ΚΕ εννοεί προφανώς τους Λ. Κανέλλη και Κ. Ζουράρι. Βέβαια υπάρχουν και άλλοι εθνικιστές – ρατσιστές που γοητεύονται απ’ το «Μέτωπο» του «Κ»ΚΕ, μεταξύ των οποίων και ο γνωστός τουρκοφάγος καθηγητής του Παντείου εθνικιστής Νεοκλής Σαρρής που δήλωσε στον «Ριζοσπάστη» για την συγκρότηση του «λαϊκού Μετώπου»: «όπως γνωρίζετε, από την αρχή επικροτώ τη συγκρότηση ενός πλατύτερου λαϊκού πατριωτικού Μετώπου ενόψει μάλιστα των δύσκολων ημερών που περνάει ο λαός μας και η Ελλάδα» («Ρ»16.12.2000).

Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Απ’ τις στήλες του «Ριζοσπάστη» έχει κληθεί τελευταία να προσχωρήσει στο ψευδεπίγραφο «Μέτωπο» όλη η «επίσημη Ιεραρχία της εκκλησίας με επικεφαλής τον προκαθήμενό της» δηλ. καλούνται να προσχωρήσουν στο «Μέτωπο» οι χουντικοί του Ιερατείου με επικεφαλής τον «απεσταλμένο του θεού στη γη» κανακάρη των φασιστών συνταγματαρχών της 7ετίας Χριστόδουλο Παρασκευαΐδη – είναι οι νέοι «αντιιμπεριαλιστές»(!) σύμμαχοι της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ στον αγώνα «ενάντια» στη «νέα τάξη» και τη συγκρότηση του εθνικιστικού – «νέο»ορθόδοξου «Μετώπου»!!!

Ο αποστάτης Φλωράκης – αυτή η έμπειρη και γερασμένη στο βούρκο των προδοσιών του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού «αλεπού» που απόχτησε ιδιαίτερα στα χρόνια της «μεταπολίτευσης» τη θλιβερή φήμη του καλύτερου υπερασπιστή των συμφερόντων του ντόπιου κεφαλαίου – για να δικαιολογήσει την αντιδραστική συνεργασία της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ με τους επίσης αντιδραστικούς «νέο»ορθόδοξους εθνικιστές (Κανέλλη – Ζουράρι κλπ), οι οποίοι κάνουν δήθεν αγώνα κατά της «νέας τάξης» (αποφεύγουν να μιλάνε για ιμπεριαλισμό) δε δίστασε στο Συνέδριο να μεταμορφώσει ακόμα και τον ΣΤΑΛΙΝ σ’ έναν αντιδραστικό αστό εθνικιστή.

Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή, 29 Δεκεμβρίου 2000

Η διαμάχη σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του «Κ»ΚΕ - «διαγραμμένων» - διαμάχη μεταξύ τάσεων-φραξιών του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού και «επιχείρηση» εξαπάτησης των κομμουνιστών και αποπροσανατολισμού της εργατικής τάξης

Αρ. Φύλ. 98 15-30 Νοέμβρη 2000

Αυτόν τον καιρό το «Κ»ΚΕ ξαναβρίσκεται μπροστά σε νέα κρίση, όπως και τα’ άλλα αστικά κόμματα, το μοναρχοφασιστικό κόμμα της ΝΔ και το μεγαλοαστικό κόμμα του ΠΑΣΟΚ, την οποία, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες, δεν κατάφερε να αποτρέψει. Η νέα κρίση που εκφράζεται στις συγκρούσεις μεταξύ διαφόρων τάσεων – φραξιών αυτών των κομμάτων αντανακλά τη γενικότερη κρίση του καπιταλιστικού εκμεταλλευτικού συστήματος και εξυπηρέτηση των συμφερόντων του κεφαλαίου. Το «Κ»ΚΕ σαν ένα αστικό κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου – η αυτοπροβολή του ως «κομμουνιστικού» δεν αλλάζει τον χαρακτήρα του – αποτελείται από ένα συνονθύλευμα διαμορφωμένων ή νεοεμφανιζόμενων δεξιών οπορτουνιστικών τάσεων – φραξιών στα πλαίσια του αντεπαναστατικού ρεύματος του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού.

Η νέα κρίση του «Κ»ΚΕ εκδηλώνεται στις παραμονές του 16ου Συνεδρίου του και τη στιγμή που συνεχίζεται υποτονικά ο «διάλογος» για τις «Θέσεις» με πληθώρα ρεφορμιστικές αλλά και ακόμα χειρότερα: εθνικιστικές (Θ. Παπαρήγας, Μ. Παπαδόπουλος κλπ) απόψεις –εκτός λίγων εξαιρέσεων που αφορούν όχι τόσο το αστικό περιεχόμενο των «Θέσεων», αλλά την καταγγελία του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ και την αποκατάσταση του Στάλιν και του Ζαχαριάδη (ας σημειωθεί πως όποια «αποκατάσταση» των Στάλιν – Ζαχαριάδη – δίκοπο μαχαίρι και στις δύο περιπτώσεις για τους ρεβιζιονιστές ηγέτες – που δεν συνοδεύεται απ’ την απόρριψη του Χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού και την αποδοχή μαρξισμού – λενινισμού – σταλινισμού – πράγμα ολωσδιόλου απίθανο για τους χρουστσοφικούς ηγέτες – είναι εντελώς τυπική και έχει δημαγωγικό χαρακτήρα).

Σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία των Φλωράκη – Παπαρήγα βρήκε «σανίδα σωτηρίας»(!) στην «έκκληση» των διαγραμμένων οπορτουνιστών ομοϊδεατών της προς τους «βετεράνους»(!) και χωρίς να χάσει ευκαιρία «πιάστηκε» απ’ αυτήν και άνοιξε – «έστησε» απ’ τις στήλες του «Ριζοσπάστη» μια ψευτοδιαμάχη – «επιχείρηση» εξαπάτησης των κομμουνιστών και αποπροσανατολισμού της εργατικής τάξης.

Έτσι από τις στήλες του «ριζοσπάστη» άρχισαν να «απαντούν»(!) στους δημοσιογράφους μια σειρά «βετεράνοι κομμουνιστές»(!) – στην πραγματικότητα πρόκειται για «βετεράνους» χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές επειδή μισό αιώνα τώρα από το ’56 ως τα σήμερα που εγκατέλειψαν και πρόδωσαν το μαρξισμό – λενινισμό – σταλινισμό υπερασπίζουν και προπαγανδίζουν το προδοτικό αντεπαναστατικό ρεύμα του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού. Όλοι αυτοί που εμφανίζονται στο «Ριζοσπάστη» ως «βετεράνοι κομμουνιστές» υποστήριξαν μαχητικά και δραστήρια τη ρεβιζιονιστική αντεπανάσταση των Χρουστσόφ – Μπρέζνιεφ – Γκορμπατσόφ και την ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου (μετά την δολοφονία του Στάλιν), την εξάλειψη του σοσιαλισμού και τη σταδιακή παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες, που συνοδεύτηκε από μια πρωτοφανή αντισταλινική – αντικομμουνιστική εκστρατεία και καλύφθηκε πίσω από τους γνωστούς μύθους («προσωπολατρίας», «λαθών» - «εγκλημάτων» του Στάλιν, «παραβίασης της σοσιαλιστικής νομιμότητας» κλπ), την επικράτηση του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, τις ωμές επεμβάσεις της προδοτικής χρουστσοφικής – μπρεζνιεφικής κλίκας στο ΚΚΕ κλπ.

Και είναι ακριβώς αυτοί οι «βετεράνοι» χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές που καθοδήγησαν και διαπαιδαγώγησαν στο πνεύμα του αντεπαναστατικού χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού και προσανατόλισαν στη σοσιαλδημοκρατική του πολιτική τους νεότερους και τώρα διαγραμμένους, απαιτώντας απ’ αυτούς την αυστηρή τήρησή της προς όφελος των συμφερόντων του ντόπιου κεφαλαίου (ρεφορμιστική πολιτική ταξικής συνεργασίας) και σε βάρος της εργατικής τάξης.

Αλλά ας πάρουμε εντελώς σύντομα τα πράγματα απ’ την αρχή για το ΚΚΕ και λίγο διεξοδικότερα για το τι υποστήριζαν και υποστηρίζουν σήμερα οι «βετεράνοι» χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές. Είναι γνωστό ότι η ηγεσία του επαναστατικού ΚΚΕ με επικεφαλής το μεγάλο επαναστάτη κομμουνιστή ηγέτη, ατρόμητο και αλύγιστο Μπολσεβίκο σταλινιστή Νίκο Ζαχαριάδη αρνήθηκε να προδώσει τον επαναστατικό μαρξισμό και να εγκαταλείψει τον επαναστατικό σταλινικό δρόμο (ο Νίκος Ζαχαριάδης στις πριν το ’56 βολιδοσκοπήσεις της χρουστσοφικής κλίκας αρνήθηκε να στραφεί ενάντια στο Στάλιν, να αναγνωρίσει – προβάλει την καπιταλιστική τιτική Γιουγκοσλαβία ως «χώρα σοσιαλιστική» και να δεχθεί τη διάλυση της ΚΟΜΙΝΦΟΡΜ). Η μπολσεβίκικη αυτή στάση του απέναντι στη χρουστσοφική κλίκα οδήγησε σε απανωτές επεμβάσεις στα εσωτερικά του κόμματος μας, με αποκορύφωμα τα γεγονότα της Τασκένδης, το Σεπτέμβρη του ’55 και την πραξικοπηματική παρασυναγωγή που βαφτίστηκε «6η Ολομέλεια» (Μάρτης 1956) και τη βίαιη καθαίρεση της ηγεσίας του κόμματος, τη σύλληψη και εκτόπιση του Νίκου Ζαχαριάδη αρχικά στο Μπορόβιτσι και ύστερα στο Σουργκούτ της Σιβηρίας όπου δολοφονήθηκε απ’ τη φασιστική κλίκα του Μπρέζνιεφ τον Αύγουστο του 1973, σε συνεννόηση βέβαια με την προδοτική κλίκα των Φλωράκη – Τσολάκη κλπ.

Η σύγκρουση της τεράστιας πλειοψηφίας (95%) των ηρωικών ανταρτών του ΔΣΕ κομμουνιστών της Τασκένδης (Σεπτέμβρης 1955) με το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό και τους ελάχιστους προδότες οπορτουνιστές που υπήρξε η πρώτη χρονικά, και μάλιστα πριν το 20ο Συνέδριο (Φλεβάρης 1956), στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα είναι συνάμα παγκόσμιας ιστορικής σημασίας σύγκρουση μ’ αυτό το αντεπαναστατικό ρεύμα – που η επικράτησή του έμελλε να εξαλείψει το σοσιαλισμό και να διαλύσει το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα – επειδή: πρώτο αποκάλυψε ανοικτά τον αντεπαναστατικό χαρακτήρα αυτού του ρεύματος και δεύτερο εγκαινίασε την επαναστατική πάλη των κομμουνιστών εναντίον του σε παγκόσμια κλίμακα.

Το ηρωικό μας κόμμα, το παλιό επαναστατικό σταλινικό – ζαχαριαδικό ΚΚΕ δε μετατράπηκε ποτέ σε ρεβιζιονιστικό κόμμα, απλά αντικαταστάθηκε με το νέο χρουστσοφικό κατασκεύασμα – έκτρωμα (1956), δηλαδή το «Κ»ΚΕ, ένα αστικό κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου – σοσιαλδημοκρατικού τύπου ευθύς εξ αρχής, επειδή σ’ όλα τα ζητήματα του κινήματος και στο ρεφορμιστικό πρόγραμμά του, μα προπαντός στα δύο σπουδαιότερα: το ζήτημα της προλεταριακής επανάστασης και του σοσιαλισμού – κομμουνισμού υιοθέτησε την αντεπαναστατική σοσιαλδημοκρατική γραμμή του 20ου Συνεδρίου του ΚΚΣΕ.

Όσοι απ’ τους παλιούς κομμουνιστές ασπάστηκαν (ευτυχώς λίγοι, ή τεράστια πλειοψηφία των ελλήνων κομμουνιστών τάχθηκε ενάντια και πολέμησε το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό) – εγκαταλείποντας και προδίδοντας τον επαναστατικό μαρξισμό – και υπεράσπισαν τη σοσιαλδημοκρατική χρουστσοφική γραμμή, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηρίζονται σήμερα «βετεράνοι κομμουνιστές», αλλά αντίθετα «βετεράνοι» χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές, γιατί υπεράσπισαν και συνεχίζουν να υπερασπίζουν αυτό το αντεπαναστατικό προδοτικό ρεύμα που κατέστρεψε ότι δεν μπόρεσε να καταστρέψει ο χιτλεροφασισμός: δηλαδή το σοσιαλισμό και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Βετεράνοι κομμουνιστές είναι μόνο η τεράστια πλειοψηφία των ελλήνων κομμουνιστών που συνέχισε και με το ’56 να υπερασπίζει το μαρξισμό – λενινισμό – σταλινισμό και παρέμεινε – παραμένει στον επαναστατικό σταλινικό – ζαχαριαδικό δρόμο και καταπολέμησε το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό, πλειοψηφία που «διαγράφτηκε» από μια ασήμαντη μειοψηφία ρεβιζιονιστών προδοτών.

Διαβάζοντας οι κομμουνιστές στο «Ριζοσπάστη» τις απαντήσεις των «βετεράνων» του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού στους επίσης χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές διαγραμμένους διαπιστώνουν κατά πρώτον πλήρη αποσιώπηση των αρχειακών ζητημάτων και κατά δεύτερο πρωτοφανή έλλειψη – γύμνια ιδεολογικοπολιτικών επιχειρημάτων σ’ αυτή την «αντιπαράθεση» μεταξύ των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστικών ομάδων και του «Κ»ΚΕ. Η συστηματική αποφυγή των γνωστών αρχειακών ζητημάτων που συνδέονται με τα προβλήματα της προλεταριακής επανάστασης – σοσιαλισμού κλπ δείχνει ξεκάθαρα και πάνω απ’ όλα προδίδει ότι δεν υπάρχουν ιδεολογικές διαφορές μεταξύ τους και ότι πρόκειται για πολιτικές τάσεις – φράξιες του ίδιου οπορτουνιστικού αστικού ρεύματος: του αντεπαναστατικού χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού.

Τόσο η σημερινή σοσιαλδημοκρατική ηγεσία Φλωράκη – Παπαρήγα και οι σύντροφοί της «βετεράνοι» του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού που «απαντούν» στο «Ριζοσπάστη» όσο και οι διαγραμμένοι έχουν κοινή ιδεολογία: την ιδεολογία του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού που βρίσκεται σε πλήρη ρήξη και αντίθεση με το μαρξισμό – λενινισμό – σταλινισμό, συνιστά ολοκληρωμένη αναθεώρηση του επαναστατικού μαρξισμού και αποτελεί παραλλαγή της αστικής ιδεολογίας.

Και οι δύο δεξιές οπορτουνιστικές σοσιαλδημοκρατικές τάσεις – πλευρές, η ηγεσία του «Κ»ΚΕ – διαγραμμένοι, υπεράσπισαν μετά το ’56 και υπερασπίζουν:

1. Σε σχέση με το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα:

-- το αντεπαναστατικό ρεύμα του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού που συνιστά ολοκληρωτική αναθεώρηση του μαρξισμού και στα τρία συστατικά του μέρη: φιλοσοφία (διαλεχτικός και ιστορικός υλισμός), πολιτική οικονομία (καπιταλισμού – σοσιαλισμού), θεωρία επιστημονικού σοσιαλισμού – κομμουνισμού, καταπολέμησαν – καταπολεμούν την επιστημονική κοσμοθεωρία του προλεταριάτου, το μαρξισμό λενινισμό – σταλινισμό υποκαθιστώντας τον σε φιλοσοφικό επίπεδο με διάφορα αντιδραστικά ιδεαλιστικά ρεύματα (υπαρξισμός, πραγματισμός, νεοθετικισμός, στρουκτουραλισμός, «μαρξιστική» (=αστική) ανθρωπολογία(!), «μαρξιστική» οντολογία(!) κλπ αστικές κοινωνιολογικές θεωρίες, αστική θεωρία «σύγκλισης» κλπ) και σε οικονομικό επίπεδο με διάφορες αντιεπιστημονικές «θεωρίες» της χυδαίας αστικής πολιτικής οικονομίας (απόψεις Keynes, θεωρία «οριακής χρησιμότητας», ρεβιζιονιστικές θεωρίες για κρίση, ιμπεριαλισμό – πόλεμο, κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό, εξαθλίωση κλπ) όλα αυτά τα ιδεαλιστικά φιλοσοφικά ρεύματα και οι αστικές οικονομικές θεωρίες άνθισαν μετά το ’56 σ’ όλες τις ρεβιζιονιστικές χώρες και στα ρεβιζιονιστικά κόμματα.

-- τη χρουστσοφική «ειρηνική συνύπαρξη» ως γενική γραμμή της εξωτερικής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης και των τότε ρεβιζιονιστικών χωρών (οδηγεί σε συνεργασία με τον ιμπεριαλισμό) αντί εκείνη του προλεταριακού διεθνισμού και ως γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος οδηγεί σε ταξική συνεργασία με το κεφάλαιο στις καπιταλιστικές χώρες) αντί της γραμμής της επαναστατικής ταξικής πάλης.

-- την πρωτοφανή αντικομμουνιστική αντισταλινική λασπολογική εκστρατεία,

-- το σοσιαλδημοκρατικό «ειρηνικό κοινοβουλευτικό δρόμο» και το σύνολο της σοσιαλδημοκρατικής γραμμής του 20ου Συνεδρίου ως κοινή – υποχρεωτική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και της βίαιης επανάστασης.

2. Σε σχέση με τη Σοβιετική Ένωση

-- τη πραξικοπηματική ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου, μετά τη δολοφονία του Στάλιν, από μια χούφτα προδοτών, πρακτόρων του διεθνούς ιμπεριαλισμού της ομάδας των Χρουστσόφ- Μπρέζνιεφ – Σούσλοφ κλπ,

-- τη κατασυκοφάντηση του σοσιαλισμού, από κοινού με τους ιμπεριαλιστές και τη διεθνή αντίδραση, στο πρόσωπο του Ιωσήφ Στάλιν (μύθοι «προσωπολατρίας», «λαθών», «εγκλημάτων», «ανώμαλης κομματικής ζωής», «καταπίεσης», «παραβίασης σοσιαλιστικής νομιμότητας» κλπ)

-- τη μετατροπή του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης σ’ ένα αστικό κόμμα, δηλαδή το Κομμουνιστικό Κόμμα στο λεγόμενο «κόμμα όλου του λαού» (υπερταξικό κόμμα, δηλαδή κόμμα «όλων των τάξεων» - «όλου του λαού» δεν υπάρχει),

-- την αντικατάσταση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου με τη ρεβιζιονιστική διχτατορία της νέας υπό διαμόρφωση αστικής τάξης (συγκροτούμενης απ’ τα παλιά υπολείμματα των εκμεταλλευτριών τάξεων, τα νέα εκφυλισμένα αστικά στοιχεία και τα καλοπληρωμένα πλέον διευθυντικά στελέχη επιχειρήσεων και κρατικών οργανισμών κλπ) δηλαδή με το λεγόμενο «κράτος όλου του λαού» υπερταξικό κράτος, δηλαδή κράτος «όλων των τάξεων» - «όλου του λαού» δεν υπάρχει),

-- τη σταδιακή εξάλειψη του σοσιαλισμού και την παλινόρθωση του καπιταλισμού, μ’ αφετηρία – απαρχή την ανατροπή της διχτατορίας του προλεταριάτου απ’ τη χρουστσοφική προδοτική φασιστική κλίκα, μετά τη δολοφονία του Στάλιν,

-- την εφαρμογή καπιταλιστικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων στις επόμενες μετά το 1956 δεκαετίες (Χρουστσόφ – Μπρέζνιεφ – Γκορμπατσόφ), που χειροκροτήθηκαν – χαρακτηρίστηκαν απ’ τους αντιδραστικούς ιδεολόγους του ιμπεριαλισμού ως «επανάσταση»(!), ακριβώς επειδή οδηγούσαν στην έκλειψη του σοσιαλισμού και στη σταδιακή παλινόρθωση του καπιταλισμού (ο αμερικανός «σοβιετολόγος» M. I. Goldmann χαιρέτησε την εφαρμογή των καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων του 1965 ως εξής: «την παραμονή των 50χρονων της κομμουνιστικής επανάστασης οι ρώσοι επέλεξαν το δρόμο της οικονομικής επανάστασης»(!) δηλαδή της οικονομικής αντεπανάστασης = παλινόρθωση του καπιταλισμού).

3. Σε σχέση με την προλεταριακή επανάσταση:

-- τη σοσιαλδημοκρατική θέση του «ειρηνικού κοινοβουλευτικού δρόμου» αντί της βίαιης επανάστασης,

-- τη διατήρηση του αστικού κράτους και τη χρησιμοποίησή του ως «όργανο» για την επανάσταση και τους επαναστατικούς μετασχηματισμούς αντί της συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής,

-- την ανοιχτή η συγκαλυμμένη άρνηση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου (άρνηση των νόμων της βίαιης επανάστασης και της συντριβής του αστικού κράτους οδηγεί σ’ άρνηση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου, καθώς επίσης και η διατήρηση πολλών κομμάτων στο «σοσιαλισμό»).

4. Σε σχέση με το σοσιαλισμό – κομμουνισμό:

-- την αντιμαρξιστική θεωρία της οικοδόμησης του σοσιαλισμού χωρίς Διχτατορία του Προλεταριάτου,

-- την καπιταλιστική τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία σερβίροντας την ως «χώρα σοσιαλιστική»(!).

-- σειρά αντιμαρξιστικών περί «σοσιαλισμού» αντιλήψεων (ο ρεβιζιονιστής ακαδημαϊκός, ιστορικός, Α. Βολκόφ αναφέρει ότι στη Σοβιετική Ένωση υπήρχαν ως το 1988 «πέντε απόψεις για το σοσιαλισμό»!!!, «Ρ» 16.10.1988).

-- την οικοδόμηση του σοσιαλισμού με τη σοσιαλδημοκρατία (Διεθνής Σύσκεψη των ρεβιζιονιστικών χρουστσοφικών κομμάτων 1969: «οι κομμουνιστές που δίνουν αποφασιστική σημασία στην ενότητα της εργατικής τάξης, τάσσονται υπέρ της συνεργασίας με τους σοσιαλιστές και τους σοσιαλδημοκράτες για να εγκαθιδρύσουν σήμερα ένα προοδευτικό δημοκρατικό καθεστώς και για να οικοδομήσουν στο μέλλον τη σοσιαλιστική κοινωνία»!!!),

-- την άρνηση της αναγκαιότητας της Διχτατορίας του Προλεταριάτου για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής – κομμουνιστικής κοινωνίας,

-- τη ρεβιζιονιστική θεωρία της «μεταβατικής περιόδου απ’ τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό» και των «τριών» φάσεων (μεταβατική περίοδος απ’ τον καπιταλισμό – «αναπτυγμένος σοσιαλισμός» - κομμουνισμός) αντί της μαρξιστικής θεωρίας της μεταβατικής περιόδου απ’ τον καπιταλισμό στο κομμουνισμό και των δύο φάσεων της κομμουνιστικής θεωρίας (σοσιαλισμός – κομμουνισμός)

-- τη διατήρηση ατομικής ιδιοχτησίας και πολλών κομμάτων στο σοσιαλισμό (πολυκομματικός – πλουραλιστικός «σοσιαλισμός»).

5. Σε σχέση με τα ΚΚΕ - «Κ»ΚΕ(1956):

-- την ωμή επέμβαση των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών στο ΚΚΕ, στην ΚΟΤ (Τασκένδη, Σεπτέμβρης ’55),

-- την ωμή επέμβαση στο ΚΚΕ με την παρασυναγωγή της λεγόμενης «6ης Ολομέλειας» (Μάρτης 1956) και την εισήγηση Κοουζίνεν – Ντέζ σ’ αυτή,

-- τη βίαιη καθαίρεση της επαναστατικής ηγεσίας του ΚΚΕ και το διορισμό νέας ρεβιζιονιστικής δεξιάς οπορτουνιστικής ηγεσίας Κολιγιάννη – Παρτσαλίδη – Βαφειάδη κλπ, υποτακτικών και λακέδων των προδοτών χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών,

-- τη σύλληψη και εκτόπιση του γραμματέα του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, αρχικά στο Μπορόβιτσι και ύστερα στο Σουργκούτ της Σιβηρίας και τη δολοφονία του, τον Αύγουστο του 1973, επί γραμματείας Φλωράκη – Τσολάκη κλπ, και υιοθέτηση των ψευδών και επιπλέον αλληλοσυγκρουόμενων και αλληλοαναιρούμενων δύο εκδοχών των σοβιετικών ρεβιζιονιστών για το θάνατό του (1973 από «καρδιά»(!) – 1991 «αυτοκτονία»(!)),

-- τη διάλυση του ηρωικού ΚΚΕ 1918-55 και την αντικατάστασή του με το χρουστσοφικό έκτρωμα που αυτοονομάστηκε «Κ»ΚΕ, ένα ευθύς εξαρχής αστικό κόμμα σοσιαλδημοκρατικού τύπου (ρεφορμιστικό πρόγραμμα – πολιτική γραμμή),

Τις φασιστικές διώξεις χιλιάδων κομμουνιστών στις ρεβιζιονιστικές χώρες και τις εξορίες εκατοντάδων στελεχών του κόμματος και του ηρωικού ΔΣΕ και τη λασπολογία – διασυρμό τους ως «αντισοβιετικών» και «πρακτόρων» της CIA και της Ιντελιντζενς Σέρβις, μεταξύ δε των πρώτων του ΝΙΚΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ.

-- την κατασυκοφάντηση του ΚΚΕ και των αγώνων του (μύθοι «προσωπολατρίας», ανώμαλης εσωκομματικής ζωής», «τυχοδιωκτισμός» του Ν. Ζαχαριάδη ο ηρωικός αγώνας του ΔΣΕ κλπ),

-- τις σοσιαλδημοκρατικές απόψεις του 20ου Συνεδρίου σ’ όλα τα βασικά ζητήματα της επανάστασης και του σοσιαλισμού – κομμουνισμού (ειρηνικός δρόμος», διατήρηση του αστικού κράτους κλπ) και το ρεφορμιστικό χαρακτήρα όλων των μετά το ’56 μέχρι σήμερα προγραμμάτων συμπεριλαμβανομένου και του Προγράμματος του 15ου Συνεδρίου («κοινοβουλευτικός δρόμος», διατήρηση του αστικού κράτους και κατοχύρωση της «ύπαρξης κομμάτων» στο σοσιαλισμό – άρνηση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου, διατήρηση της ατομικής καπιταλιστικής ιδιοχτησίας στο σοσιαλισμό: «δράση ενός μέρους του κεφαλαίου, του μη μονοπωλιακού»!!!),

-- την επαίσχυντη δήλωση υποταγής στο ντόπιο κεφάλαιο της ηγεσίας Φλωράκη – Τσολάκη κλπ (2 Οχτωβρίου 1974 και ημερομηνία κατάθεσης στον Άρειο Πάγο 4.10.1974),

-- την αναγνώριση των ΕΔΕΣ – Ζέρβα κλπ ως «αντιστασιακών»(!) οργανώσεων – Χ. Φλωράκης: η «εθνική αντίσταση είναι έργο όλων των αντιστασιακών οργανώσεων που αντιπάλεψαν τους καταχτητές, έτσι ή αλλιώς, με τον α’ ή τον β’ τρόπο, λίγο ή πολύ, ακόμα και μεμονωμένων ατόμων»!!! («Ρ» 19.8.1982), τη στιγμή που είναι πασίγνωστο ότι ο Ζέρβας συνεργαζόταν με τους ιταλογερμανούς κατακτητές, όπως αυτό προκύπτει και απ’ τα γερμανικά Αρχεία (Π. Ενεπεκίδης: «Η ελληνική Αντίστασις 1941-1944», Αθήνα 1964, Α. Κέδρος: «Η ελληνική Αντίσταση 1940 – 1944», Παρίσι 1966, τομ. Α + Β, Αθήνα 1983, Β. Μαθιόπουλος: «Η ελληνική αντίσταση (1941 – 1944) και οι «σύμμαχοι»», Αθήνα 1977 και 1980),

-- τη συμμετοχή σε δύο αστικές κυβερνήσεις το 1989 και μάλιστα στην πρώτη σε συνεργασία μόνο με τους μοναρχοφασίστες της ΝΔ (δεύτερη μεγάλη ιστορική προδοσία μετά από εκείνη της διαβόητης «6ης Ολομέλειας»(1956) και μοναδική ως τώρα περίπτωση στην ιστορία του διεθνούς χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού),

Εκτός των παραπάνω, η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία Φλωράκη – Παπαρήγα προχώρησε τελευταία παραπέρα, ακόμα δεξιότερα με την αντιδραστική, ανοιχτή πλέον, απ’ τις ευρωεκλογές και δώθε, συγχώνευση του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού με εθνικισμό – «νέο»ορθοδοξία (Λ. Κανέλλη, Κ. Ζουράρις) και στήριξη, στην περίπτωση των ταυτοτήτων, του φεουδοαστικού Ιερατείου των χουντομητροπολιτών, με επικεφαλής τον εθνικιστή – ρατσιστή – φασίστα ρασοφόρο Χριστόδουλο Παρασκευαΐδη, υπηρέτη των εγκληματιών φασιστών συνταγματαρχών.

Πέρα απ’ τους δεδηλωμένους φανατικούς εθνικιστές συμμάχους, το θρησκόληπτο Ζουράρι και τη Λ. Κανέλλη, τη «φανταχτερή δημοσιογραφίνα που πολλά χρόνια υπηρέτησε με φλογερό πάθος τη Δεξιά και την αντίδραση» (Β. Γεωργίου) και την υπηρετεί και τώρα μέσα απ’ τις γραμμές του «Κ»ΚΕ, η κυριαρχία του εθνικισμού «νέο»ορθοδοξίας στην πολιτική ηγεσία του «Κ»ΚΕ είναι σαφέστατη, ενώ ορισμένοι ρεβιζιονιστές όπως οι Θανάσης Παπαρήγας («Ρ»7.11.2000) και Μάκης Παπαδόπουλος («Ρ» 19.11.2000) βγαίνουν σ’ ανοιχτή υπεράσπιση του αντιδραστικού αστικού ρεύματος του εθνικισμού και άλλοι όπως ο Α. Δαμίγος καλεί ανοιχτά να προσχωρήσουν στο ψευδεπίγραφο «Μέτωπο» (=πολιτική απάτη ολκής) – που τάχα θα φέρει «λαϊκή εξουσία»(!) και «λαϊκή οικονομία»(!) με εκλογές και με τη βοήθεια(!) του αστικού κράτους (δηλαδή χωρίς βίαιη επανάσταση και συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής) – την «επίσημη Ιεραρχία της Εκκλησίας με επικεφαλής τον προκαθήμενό της»!!! («Ρ» 22.10.2000 σελ. 31), δηλαδή καεί τους χουντομητροπολίτες και τον «κανακάρη» των φασιστών συνταγματαρχών Χριστόδουλο Παρασκευαΐδη να πλαισιώσουν το «Μέτωπο» για να ολοκληρωθεί έτσι το «εγχείρημα» και να δημιουργηθεί ένα χρουστσοφικό – εθνικιστικό – ρατσιστικό – «νέο»ορθόδοξο – φασιστικό «Μέτωπο»!!!

Μάλιστα ο Μ. Παπαδόπουλος για να δικαιολογήσει – συγκαλύψει την κυριαρχία των αντιδραστικών ρευμάτων εθνικισμού – «νέο»ορθοδοξίας στην ηγεσία του «Κ»ΚΕ δε διστάζει να διαστρεβλώνει προκλητικά ακόμα και τον Στάλιν: παρουσιάζοντάς τον ως «εθνικιστή»(!) επειδή στο 19ο Συνέδριο σύνεστησε στα κομμουνιστικά κόμματα να σηκώσουν στις χώρες τους τη «σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας». Όμως ο Στάλιν υποστήριξε ακριβώς το αντίθετο απ’ τους ανόητους ισχυρισμούς του Μ. Παπαδόπουλου: ότι μόνο τα επαναστατικά κομμουνιστικά κόμματα μπορούν να σηκώσουν τη «σημαία της εθνικής ανεξαρτησίας» και όχι οι εθνικιστικοί – «νέο»ορθόδοξοι αστικοί κύκλοι τύπου Κανελλο – Ζουράριδων μα ούτε και τα ρεβιζιονιστικά κόμματα εκείνης της περιόδου, τύπου σοσιαλδημοκρατίας, τη θέση των οποίων έχουν πάρει τα σημερινά χρουστσοφικά ρεβιζιονιστικά κόμματα και οι σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες τους, τύπου Φλωράκη – Παπαρήγα (ο σοσιαλδημοκράτης και νυν εθνικιστής Μ. Παπαδόπουλος στη μακροχρόνια θητεία του στις γραμμές του χρουστσοφικού «Κ»ΚΕ φαίνεται πως σημείωσε «μεγάλη και αξιοζήλευτη πρόοδο»(!) στη σκέψη του: «κατάφερε» να διαβάζει – «ερμηνεύει» το Στάλιν με τα εθνικιστικά γυαλιά των θρησκόληπτων Κανελλο – Ζουράριδων, κανακάρηδων του «Άγιου» Χριστόδουλου).

Απ’ όσα σύντομα εκτέθηκαν γίνεται φανερό ότι η «αντιπαράθεση»(!) ηγεσίας «Κ»ΚΕ και διαγραμμένων που συνεχίζεται μέχρι αυτή τη στιγμή απ’ τις στήλες του «Ριζοσπάστη», είναι στην πραγματικότητα μια ψευτοδιαμάχη – «επιχείρηση» εξαπάτησης των κομμουνιστών και αποπροσανατολισμό της εργατικής τάξης, κι αυτό επειδή δεν έχουν μεταξύ τους ιδεολογικοπολιτικές διαφορές στα παραπάνω βασικά ζητήματα του κομμουνιστικού κινήματος.

Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2000

Διακήρυξη Κεφαλονιτών και Θιακιτών

Εμείς οι Κεφαλονίτες και Θιακοί μνήμονες, ανυποχώρητοι των ιστορικών μεγάλων αγωνιστικών του λαού μας παραδόσεων για Λευτεριά, Ανεξαρτησία, Δημοκρατία και Λαϊκή Κυριαρχία, προσηλωμένοι ασυμβίβαστα στις ιερές παρακαταθήκες που μας κληροδότησαν από το απώτερο παρελθόν και το πρόσφατο, με την εποποιία της Εθνικής Αντίστασης στο νησί μας και την ειλικρινή, τότε, συναδέλφωση και δράση των Ιταλών αντιφασιστών με το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ του νομού μας.

Διακηρύσσουμε

Η Εθνική Αντίσταση στα δίσεκτα χρόνια της φασιστικής κατοχής της πατρίδας μας, με κύριο εκφραστή της το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και ΕΠΟΝ-ΕΑ, συνιστά, μετά τον Εθνικοαπελευθερωτικό στα 1821 Αγώνα, δεύτερο οριοθετικό σταθμό, στη νεοελληνική ιστορία, των αγώνων του λαού για τα ιδανικά της Λευτεριάς, Ανεξαρτησίας και Δημοκρατίας, μεγαλειώδης και θαυμαστή σε παγκόσμια κλίμακα για τη δράση και λειτουργία της. Παρά τις εκατόμβες των θυσιών και τους ποταμούς των αιμάτων του ο Λαός μας, μετά την απελευθέρωσή του από το φασιστικό βραχνά, δεν απόλαυσε αυτά τα ιδανικά χάρις στην ένοπλη αγγλοαμερικανική επέμβαση, παρά δε ταύτα η φλόγα τους παραμένει άσβεστη και οδηγητής έως την τελική κατάκτησή τους.

Η Εθνική Αντίσταση στα ηρωικά νησιά μας, τμήμα καταξιωμένο της πανελλήνιας Εθνικής Αντίστασης, υπήρξε ακατάλυτος πρόμαχος της υπεράσπισης αυτών των ιδανικών με οδηγητή τον Λαό μας το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ και ΕΠΟΝ-ΕΑ, που τον χαλύβδωναν στο σκληρό αντιφασιστικό του αγώνα. Πολλοί στα νησιά μας είναι οι ιεροί βωμοί των θυσιών, αλλά και των μεγαλουργημάτων του Λαού μας, ενταγμένου στη συντριπτική του πλειοψηφία στις ΕΑΜικές του οργανώσεις και ανάμεσα σε αυτά -με προέχουσα θέση και πρωτοφανέρωτη στον κόσμο- το μεγαλούργημα της ένωσης και της ειλικρινούς συναδέλφωσης Ιταλών αντιφασιστών και Κεφαλλήνων - Θιακών ΕΑΜ-ΕΛΑΣιτών σε κοινό μέτωπο σκέψεων, αποφάσεων και δράσης κατά των Ιταλο-Γερμανών φασιστών των νησιών μας, η οποία και καταγράφηκε ως ιταλογερμανική σύρραξη το Σεπτέμβρη του 1943. Αυτή η σύρραξη είναι απαράγραπτος Εθνικοαντιστασιακός τίτλος τιμής, τόλμης και αρετής των δημιουργών και λειτουργών της, των Ιταλών αντιφασιστών και των Κεφαλλήνων - Θιακών ΕΑΜο-ΕΛΑΣιτών σε μια αδιαίρετη και αδιάσπαστη ενότητα σκέψεων, αποφάσεων και δράσης, ζωηφόρος πομπός και καρποφόρο μήνυμα και δίδαγμα στις μελλούμενές του γενιές.

Η αγγλοαμερικανική ένοπλη επέμβαση στην πατρίδα μας και η, χάρις σ' αυτή, κυριαρχία των μηδισάντων στην πολιτική κοινωνική και οικονομική ζωή της, με θλιβερό αποτέλεσμα τον αδελφοκτόνο Εμφύλιο πόλεμο και η θεομηνία του σεισμού στα 1953, έδωσαν τη δυνατότητα στους πολέμιους της Εθνικής Αντίστασης και ενόχους έναντι της πατρίδας μας να επιχειρήσουν την αμαύρωσή της, τον ευτελισμό της, την κατασυκοφάντησή της. Τώρα πάλι, ξαναχτύπησαν στις μέρες μας όταν στον πλανήτη μας κυριαρχεί η Νέα Τάξη Πραγμάτων και ο κυνικός καπιταλισμός - ιμπεριαλισμός, που επιδιώκει να αφανίσει ό,τι μεγαλειώδες και μεγαλόπρεπο δημιούργησαν οι λαοί και πρωταρχικά την Εθνική τους, κατά του φασισμού, αντίσταση. Ετσι εδώ και καιρό στην Αγγλία και τελευταία και στη χώρα μας από ελληνικό εκδοτικό οίκο, κυκλοφόρησε ένας ακατονόμαστος και ακατάσχετος σε διαστροφή λίβελος της Εθνικής και στα νησιά μας Αντίστασης και της ειλικρινούς αντιφασιστικής ενότητας των Ιταλών αντιφασιστών με το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ. Αυτός ο λίβελος τιτλοφορείται «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» και έχει γραφεί από τον Λουί ντε Μπερνιέρ, αδίστακτο και απύθμενο συκοφάντη της ιταλο-ελληνικής αντιφασιστικής συναδέλφωσης και δράσης κατά των Ιταλο-Γερμανών στα νησιά μας φασιστών.

Καταγγέλλουμε

Στην κεφαλονίτικη, θιακή, εφτανησιώτικη, πανελλήνια, βρετανική και διεθνή κοινή γνώμη τον Λουί ντε Μπερνιέρ και «Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» και τους περί αυτόν ύποπτους κύκλους του, ως ιστοριο-κτόνο, συκοφάντη και ψύχραιμο εκτελεστή της ιστορικής αλήθειας, με την επιχειρούμενη από αυτόν παραχάραξη, παραποίηση και διαστρέβλωση τόσο της Εθνικής Αντίστασης, όσο και της κοινής αδελφικής ιταλο-ελληνικής δράσης κατά την ιταλογερμανική σύρραξη στα νησιά μας, το Σεπτέμβρη του 1943, τεκμηριωμένης πλουσιοπάροχα με βιβλιογραφία μάλιστα ιταλική και ελληνική, αλλά και γερμανική και με αδιάσειστα έγγραφα.

Για την παραποίηση αυτή αποσπούμε από το λίβελο του Μπερνιέρ εκτός από τα λιβελογραφήματα που περιέχονται στην αγγλική έκδοση και τα παρακάτω αποσπάσματα από την ελληνική έκδοση. Στη σελίδα 310, ο καπετάνιος Εκτορας είναι σχεδόν το ίδιο πανούργος με τον Αρη - «ΣΚΕΤΟ ΚΤΗΝΟΣ». Στη σελίδα 514 γράφει ο συκοφάντης Μπερνιέρ: «Και τώρα οι ίδιοι οι Ελληνες σκότωναν τ' αδέλφια τους, λες και οι Ναζί δεν ήταν παρά μία ξένη αστυνομική δύναμη, την αποχώρηση της οποίας περίμεναν με ανυπομονησία για να ριχτούν στον αδελφοκτόνο πόλεμο... Οι κομμουνιστές σκότωναν τους Ιταλούς, που είχαν έρθει να πολεμήσουν στο πλευρό τους εναντίον των Γερμανών».

Αλλο, στη σελίδα 525: «Είχαν γίνει τόσοι πολλοί βιασμοί, υπήρχαν τόσα πολλά ορφανά, που ο πατέρας τους θα μπορούσε να είναι Ναζί, αλλά και κομμουνιστής.

Και άλλο χαρακτηριστικό απόσπασμα της διαστροφής της ιστορικής αλήθειας για την ιταλογερμανική σύρραξη και την από κοινού πατριωτική δράση των Ιταλών αντιφασιστών και των ΕΑΜο-ΕΛΑΣιτών συμπολιτών μας: Στις σελίδες 438-442 ο Μπερνιέρ επιχειρεί «χωρίς αιδώ» για την πατριωτική ενότητα και αντιφασιστική συναδέλφωση Ιταλών και Κεφαλλήνων - Θιακών ενάντια στους Ιταλο-Γερμανούς φασίστες των νησιών μας, να ισχυρίζεται ότι «οι κομμουνιστές αντάρτες του ΕΛΑΣ δεν πήραν μέρος στις συγκρούσεις, επειδή δεν καταλάβαιναν για πιο τάχα λόγο θα έπρεπε να πάρουν τα πόδια τους και να ξυπνήσουν από το μακάβριο λήθαργο, στον οποίο ήταν βυθισμένοι». Ο κύριος δημιουργός της αντιφασιστικής σύγκρουσης υπήρξε κάποιος Φρέντο (;) Απολόνιο, τον οποίο σε κάθε γραμμή δεν παύει να επαινεί με κάθε δυνατό τρόπο, παραποιώντας, αναίσχυντα, ιστορικά γεγονότα αδιαμφισβήτητα και τεκμηριωμένα, όπως τη βύθιση φορτηγίδων στο λιμάνι του Αργοστολίου από τον Pampaloni και της ιστορικής μάχης του αντιφασίστα Altavilla προς τις δυνάμεις του Γερμανού Fauth, στη λοφοσειρά του Αργοστολίου, αλλά και σκόπιμα παρασιωπώντας σημαντικά γεγονότα όπως την ελληνο-ιταλική εφόρμηση και εξαναγκασμό σε παράδοση ομάδας Γερμανών σε σπίτι του Αργοστολίου και άλλα «άρρητα και αθέμιτα».

Στόχος του κοινότατου συκοφάντη Μπερνιέρ και της περί αυτόν ανθελληνικής παρέας, ήταν: να διασύρει και καθυβρίσει την Εθνική Αντίσταση και την ενότητα αποφάσεων του ελληνο-ιταλικού αντιφασιστικού μετώπου, να εκφοβίσει το Λαό και να του προκαλέσει αγανάκτηση για το μεγαλούργημά του, να κάμψει την αγωνιστικότητά του στις νέες σκληρές συνθήκες της Νέας Τάξης Πραγμάτων, να τον καταστήσει άβουλο υποχείριό της και ανίκανο να αντιδράσει, να του επιβάλλει αδιαμαρτύρητα την απάνθρωπη δουλεία του. Τον παραδίδουμε ως μηδαμινότητα στη χλεύη της Ιστορίας, της οποίας αναδείχτηκε με το λίβελό του ωμός και κυνικός εκτελεστής της, άμοιρος ολότελα της μεγάλης σημασίας της και ως αναίσχυντο παραχαράκτη της στοιχειώδους αλήθειας και δεοντολογίας της.

Αποκηρύσσουμε

Την κινηματογραφική χολιγουντιανή ταινία που γυρίστηκε στο νησί μας, με τον ίδιο δυστυχώς τίτλο του λίβελου του Μπερνιέρ, καθώς και την οιανδήποτε υλική και ηθική βοήθεια που δόθηκε στους παραγωγούς της από τοπικές του νησιού και άλλες αρχές, διαβεβαιώνοντας τους πάντες ότι ο Κεφαλλονίτης και ο Θιακός είναι υψηλόφρων πατριώτης, και με αποτροπιασμό πληροφορήθηκε ότι μερικοί, ελάχιστοι ευτυχώς, αποτίμησαν τις ηθικές αξίες και τα ιδανικά της Λευτεριάς - Ανεξαρτησίας και Λαϊκής κυριαρχίας, που περικλείουν η Ιστορία και ο Πολιτισμός μας, με χολιγουντιανό χρυσάφι και με πρόσχημα ότι θα επακολουθήσει τουριστική στο νησί ανάπτυξη, παραβλέποντας το μεγάλο κίνδυνο αλλοτρίωσης του λαού μας από τα πατρώα του ήθη και έθιμα

Διασαλπίζουμε

Όπου γη και θάλασσα, ότι η Κεφαλονιά και το Θιάκι, τα νησιά των Ριζοσπαστών, του Ρόκου Χοϊδά, του Μαρίνου Αντύπα και της Εθνικής Αντίστασης, έχοντας προμετωπίδα του Αγώνα του Λαού τους το ανεπανάληπτο του Εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού «ότι είναι το αληθινό, αυτό είναι και το Εθνικό», ήταν πάντοτε, είναι και θα είναι στις πρώτες επάλξεις του Αγώνα για την Εθνική Ανεξαρτησία και για μια ανθρώπινη και δίκαιη κοινωνία, με τον ηρωικό και αδούλωτο Λαό τους συναδελφωμένο με όλους τους Λαούς της Γης για τη λαϊκή κυριαρχία, την Ειρήνη σ' όλο τον κόσμο.

Ακολουθούν δεκάδες υπογραφές

ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, Αρ. Φύλ. 97 1-15 Νοέμβρη 2000
Διαβάστε Περισσότερα »

Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2000

ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ: αντιδραστικό παραλήρημα του εκκλησιαστικού ιερατείου

Όχι στα σκοταδιστικά-εθνικιστικά-ρατσιστικά-φασιστικά κηρύγματα του Χριστόδουλου
- Ενάντια στο ηλεκτρονικό φακέλωμα (ΣΕΝΓΚΕΝ) -κατά της "αόρατης" ηλεκτρονικής αναγραφής οποιωνδήποτε στοιχείων στις νέες ταυτότητες -κατά της αναγραφής υποχρεωτικής ή προαιρετικής του θρησκεύματος στις ταυτότητες
- Για την υποχρεωτική καθιέρωση του πολιτικού γάμου, την καθιέρωση του πολιτικού όρκου, της πολιτικής κηδείας, κλπ.
- Για τον χωρισμό Εκκλησίας-Κράτους
α. Οι δηλώσεις – θέσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και το αντιδραστικό μισαλλόδοξο παραλήρημα του Χριστόδουλου

Η πρώτη δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης Μ . Σταθόπουλου στη συνέντευξή του στο «ΕΘΝΟΣ» (8.5.2000) στην οποία τάχθηκε υπέρ της επιλογής του όρκου αλλά και του πολιτικού όρκου ως «μόνο κοινό όρκο για όλους τους έλληνες» και των διαφόρων τύπων ταφής και εξέφρασε την άποψη ότι η αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες είναι αντίθετη με τον νόμο περί «προσωπικών δεδομένων» (2472/97) τάραξε τα κατάμαυρα «λιμνάζοντα νερά» της καθυστερημένης αστικής κοινωνίας της χώρας μας με τους γνωστούς παρωχημένους, αναχρονιστικούς και αντιδραστικούς θεσμούς της – κατάλοιπα της φεουδαρχικής εποχής.
Σε ερώτηση για τον «πολιτικό όρκο» ο Υπουργός Δικαιοσύνης απάντησε, ότι «είναι μόνος κοινός όρκος για όλους τους έλληνες πολίτες» και ότι δεν θα απέκλειε «πολλούς τύπους όρκων (θρησκευτικό , πολιτικό)» («ΕΘΝΟΣ» 8.5.2000), ενώ για την καθιέρωση της πολιτικής κηδείας, απάντησε ότι  «το επιβάλει η ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης, έστω και για τους λίγους που τυχόν επιλέγουν τη μη θρησκευτική κηδεία». Για το ζήτημα της υποχρεωτικής καθιέρωσης του πολιτικού γάμου απέφυγε να μιλήσει με σαφήνεια, ενώ, τέλος, για το ζήτημα της «υποχρεωτικής αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες» δήλωσε ότι η αναγραφή είναι «αντίθετη προς το νόμο 2482/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων» («ΕΘΝΟΣ» 8.5.2000).
Οι προτάσεις Σταθόπουλου που έρχονται με καθυστέρηση πολλών δεκαετιών και για ζητήματα που ήδη είχε θέσει η γαλλική επανάσταση και έχουν λυθεί προ πολλού στις ευρωπαϊκές χώρες είναι φανερό πως εντάσσονται και στα πλαίσια έντονων τωρινών πιέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για «εκσυγχρονισμό»-κατάργηση -  για την καλύτερη εξυπηρέτηση του κεφαλαίου στην παρούσα φάση – των διάφορων ξεπερασμένων θεσμών (φεουδαρχικά κατάλοιπα) της ελληνικής καπιταλιστικής κοινωνίας, θεσμοί που σχετίζονται και αφορούν στην περίπτωσή μας τις σχέσεις κράτους – εκκλησίας και έχουν εξαλειφθεί στις χώρες κράτη – μέλη.
Αναφερόμενος ο εκπρόσωπος τύπου της κυβέρνησης Δ. Ρέππας στις παραπάνω δηλώσεις – προτάσεις, κι υποκύπτοντας προφανώς στις πιέσεις της ηγεσίας της εκκλησίας, άφησε ουσιαστικά ακάλυπτο τον Υπουργό Δικαιοσύνης Σταθόπουλο δηλώνοντας (8.5.2000) ότι «ο Υπουργός Δικαιοσύνης εκφράζει τις απόψεις του». Όμως λίγο αργότερα ακολουθούν δηλώσεις του Κ. Δαφέρμου, προέδρου της «αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων», ο οποίος, σ’ αντίθεση με την κυβέρνηση, συντάχθηκε – στήριξε πλέρια τις προτάσεις Σταθόπουλου.
Παρόλο που όσα ζητήματα έθιξε στη συνέντευξή του ο καθηγητής Μ. Σταθόπουλος, όπως της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, του πολιτικού όρκου αλλά και άλλα που δεν ανέφερε με κορυφαίο εκείνο του  διαχωρισμού εκκλησίας – κράτους είναι πολύ γνωστά, χρονολογούνται αιώνες, τουλάχιστον από τη γαλλική επανάσταση, κι υπήρξαν αιτήματα της τότε επαναστατικής και σήμερα υπεραντιδραστικής αστικής τάξης, τα οποία σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν λυθεί εδώ και πολλές δεκαετίες και θα ανέμενε κανείς θετική αντίδραση και ανταπόκριση που έστω και με τόση και ολωσδιόλου αδικαιολόγητη καθυστέρηση τέθηκαν για «λύση», παρατηρήθηκε ακριβώς το αντίθετο. Το φαινόμενο αυτό εκφράζει αλλά και φέρνει στην επιφάνεια την υπαρκτή κραυγαλέα καθυστέρηση της σημερινής αστικής κοινωνίας, που συνίσταται στη διατήρηση και υπεράσπιση αναχρονιστικών θεσμών που συνδέονται και είναι κατάλοιπα της φεουδαρχίας, θεσμοί που δείχνουν το μέγεθος της καθυστέρησης μιας κοινωνίας παρακμασμένης και παπαδοκρατούμενης, σάπιας και ιστορικά ξεπερασμένης.
Έτσι οι δηλώσεις – προτάσεις Σταθόπουλου προκάλεσαν θύελλα αποδοκιμαστικών αντιδράσεων εκ μέρους του συνόλου της ντόπιας αντίδρασης, μαζί και της ηγεσίας της Εκκλησίας, η οποία δια στόματος του αντιδραστικού εθνικιστή Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου εκδήλωσε την πλήρη αντίθεσή της σ’ αυτές και επιπλέον, ακόμη χειρότερα, αναμείχτηκε με τον πιο ωμό και προκλητικό τρόπο σε ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά και μόνον το αστικό κράτος – κυβέρνηση: «σ’ αυτόν τον τόπο, υπάρχει ένας παράγοντας, ο οποίος ούτε μπορεί ούτε πρέπει να αγνοείται. Αυτός είναι ο λαός»!!! Ο δε γνωστός υπερασπιστής της χούντας Καλλίνικος και πνευματικός πατέρας του Χριστόδουλου δηλώνει προκλητικά: «η Εκκλησία δε δεσμεύεται από νόμους που αντίκεινται στους ιερούς κανόνες. Αν ένας νόμος είναι αντίθετος σ’ αυτούς, τότε θα αποφασίσει η Εκκλησία τι θα κάνει»!!!
Ο Χριστόδουλος, μετά την αρχική έντονη αποδοκιμαστική αντίδρασή του πρότεινε να γίνει «δημοψήφισμα»(!!!), ενώ αργότερα τάχθηκε υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες και καλεί σε «ανένδοτο αγώνα» με τη μορφή του «θρησκευτικού ιερού πολέμου» για της «εκκλησιαστικής περιουσίας την πίστη την αγία»!!! Η πρόταση Χριστόδουλου για δημοψήφισμα κατά πρώτο σημαίνει ανοιχτή ωμή ανάμειξη της Εκκλησίας στα ζητήματα του αστικού κράτους – κυβέρνησης, δεύτερο, αμφισβητεί ευθέως τον κοινοβουλευτικό αστικό τρόπο διακυβέρνησης, υποκαθιστά την εκλεγμένη κυβέρνηση, βάλει κατά της αστικής δημοκρατίας και ουσιαστικά επιχειρεί την εγκαθίδρυση – επιβολή αντιδραστικού θεοκρατικού καθεστώτος και  τρίτο εκφράζει την έμμεση προσπάθεια μέσω ενός δημοψηφίσματος, να επιβληθεί – διατηρηθεί μια αντισυνταγματική διάταξη που έρχεται σε ρήξη με το ίδιο το αστικό Σύνταγμα της χώρας.
Σ’ αυτές τις αντιδραστικές πολιτικές και θεοκρατικού φασιστικού χαρακτήρα επιδιώξεις Χριστόδουλου που αμφισβητεί ευθέως και προκλητικά ακόμα και το αστικό Σύνταγμα πρέπει να αντιταχθεί το σύνολο των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων της χώρας και απαιτείται να αποκρουστούν τα πολιτικά φασιστικά μισαλλόδοξα και σκοταδιστικά κηρύγματά του.
Σε ιδεολογικό επίπεδο προπαγανδίζει ένα κράμα θρησκευτικού σκοταδισμού – ανορθολογισμού – εθνικισμού – ρατσισμού – φασιστικών απόψεων – καλυπτόμενες κατάλληλα πίσω από έναν «αντιευρωπαϊσμό» (τακτική α λα Χάιντερ Αυστρίας), «αντιευρωπαϊσμός» τον οποίο οι διάφοροι εθνικιστές και η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ σερβίρουν ως «αντιιμπεριαλισμό»(!) ή όπως κάποιοι αστοί δημοσιογράφοι αρέσκονται να τον αποκαλούν (όχι τυχαία) «δεξιό εθνικιστικό αντιιμπεριαλισμό»(!) – που αποτελούν συνέχεια, αναβίωση και επαναπροβολή των γνωστών αντιδραστικών απόψεων του διαβόητου τρίπτυχου «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια» των «εθνικοφρόνων» - μοναρχοφασιστών των μεταπολεμικών δεκαετιών και του κακόφημου «Ελλάς – Ελλήνων – Χριστιανών» των φασιστών συνταγματαρχών της χουντικής επταετίας.
Αυτές τις μέρες ο Χριστόδουλος, εκμεταλλευόμενος το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού έχει επιδοθεί σ’ ένα πρωτοφανές και ξέφρενο σκοταδιστικό – εθνικιστικό – φασιστικό παραλήρημα με σημαία την αντιδραστική ιδέα της διαβόητης «ελληνοορθοδοξίας» - που υποκαθιστά το έθνος με τον ορθόδοξο σκοταδισμό και τις χειρότερες αντιδραστικές παραδόσεις του ιερατείου – προβάλλοντας την και κόρον απ’ όλα τα αντιδραστικά αστικά ΜΜΕ. Επαναλαμβάνει καθημερινά σ’ όλους τους τόνους το αντιδραστικό τροπάρι περί «αλησμόνητων πατρίδων» και ως άλλη Κασσάνδρα ξεσπά, άλλη μια φορά, σε προσποιητή «σπαραξικάρδια θρηνωδία» για τα «εθνικά θέματα» που τάχα τα έχουν «ξεπουλήσει όλα» δηλώνοντας προκλητικά και με περισσό θράσος: «είναι ντροπή για το έθνος να έχουμε διανοούμενους που τα έχουν ξεπουλήσει όλα»(!), ταυτίζοντας βέβαια πάντα το έθνος με τον σκοταδισμό και τις αντιδραστικές παραδόσεις της ηγεσίας της Εκκλησίας.
Ας υπενθυμίσουμε για όσους έχουν ξεχάσει ότι ο «Άγιος» Χριστόδουλος είχε και παλιότερα ξιφουλκήσει κατά της καθιέρωσης του πολιτικού γάμου, πολιτικολογούσε ασύστολα, μετά τις εκλογές του ’85, και συμπεριφερόταν σαν κομματάρχης φεουδαρχικού τύπου, επιτίθονταν κατά των πολιτικών και μιλούσε για «θύελλες και δεινά που έρχονται» για τον τόπο, και ήταν τόσο προκλητικός που υποχρέωσε τον τότε Δημοτικό Συμβούλιο του Βόλου να καταγγείλει με ψήφισμά του τα αντιδραστικά κηρύγματα και δημοσιεύματα του που θύμιζαν «ζοφερές καταστάσεις καθολικά καταδικασμένες από τον ελληνικό λαό» και συνδέονταν «με την γενικότερη προσπάθεια των νοσταλγών της ανωμαλίας να τορπιλίσουν την δημοκρατική ομαλότητα», τονίζοντας: «αφού, λοιπόν, ο ίδιος επιφύλαξε για τον εαυτό του το ρόλο του εκφραστή των δυνάμεων της ανωμαλίας, αντί τον ρόλο του θρησκευτικού ηγέτη, είναι πλέον ανεπιθύμητος για την πόλη μας».
Αξίζει να σημειωθούν δύο πράγματα σχετικά με το θέμα των ταυτοτήτων: το ένα είναι ότι το θρήσκευμα δεν αναγράφεται στις ταυτότητες καμιάς ευρωπαϊκής χώρας και δεύτερο ότι στη χώρα μας η αναγραφή του επιβλήθηκε από τις γερμανικές αρχές κατοχής το 1942 – κάτι που προκύπτει από τα φωτοαντίγραφα ταυτοτήτων που παρουσιάστηκαν στον τύπο και δείχνουν ότι στην προκατοχική περίοδο (26.2.1941) δεν αναγράφεται το θρήσκευμα ενώ αναγράφεται σε εκείνες που έχουν εκδοθεί τον Απρίλη και Δεκέμβρη του 1942 – για να χρησιμοποιηθεί απ’ τους καταχτητές για τις διώξεις – εξοντώσεις των εβραίων, κλπ και βέβαια μόνιμα από τον Γενάρη του 1945 (9.1.1945) με το νόμο 87/45 των Πλαστήρα – Σκόμπυ «περί υποχρεωτικού εφοδιασμού των δελτίων ταυτότητας» σαν καταπιεστικό μέτρο σε βάρος των επαναστατικών και προοδευτικών δυνάμεων του τόπου (το άρθρο 2 αυτού του νόμου θέσπισε την υποχρεωτική αναγραφή του θρησκεύματος). Άρα η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες είναι ουσιαστικά ναζιφασιστικό κατάλοιπο.
 
β. Οι αντιδράσεις των κομμάτων στις δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης

Η κυβέρνηση απ’ την πλευρά της μετά τις πρώτες αντιδράσεις των αντιδραστικών σκοταδιστών ρασοφόρων Χριστόδουλου και λοιπών – υπερασπιστών της αντιδραστικής ιδεολογίας της διαβόητης «ελληνορθόδοξης ταυτότητας» - αφήνει αρχικά τον Υπουργό Δικαιοσύνης ακάλυπτο, αναδιπλώνεται και υπαναχωρεί, υποσχόμενη αναβολή της εφαρμογής της απόφασης της «αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων» ενώ βουλευτές του κυβερνόντος Παπαθεμελής – Βενιζέλος τάσσονται ανοιχτά στο πλευρό του Χριστόδουλου, ηγέτη της εκκλησιαστικής αντίδρασης και λίγο αργότερα συντάσσεται μ’ αυτούς ο Π. Κρητικός που σε ερώτηση των δημοσιογράφων τάχθηκε υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος (ας θυμίσουμε ότι ο Π. Κρητικός όταν καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος, αυτός έκανε θρησκευτικό γάμο στην Αγία Τριάδα του Πειραιά, «ΝΕΑ» 29.12.83).
Τελικά ο πρωθυπουργός μετά την αρχική αναδίπλωση της κυβέρνησης δήλωσε στη Βουλή (24.5.2000), ανάμεσα στ’ άλλα, για το θέμα των ταυτοτήτων: «το δελτίο ταυτότητος είναι δημόσιο έγγραφο που ως αποκλειστικό σκοπό έχει την διευκόλυνση της επικοινωνίας του πολίτη με το κράτος … Ο πολίτης πρέπει να είναι ελεύθερος να πιστεύει και δεν επιτρέπεται να δίνει λόγο για το αν και τι πιστεύει. Γι’ αυτό και δε μπορεί σε καμιά περίπτωση η αναγραφή του θρησκεύματος να εξαρτάται από την συγκατάθεσή του. Η αναγραφή του θρησκεύματος δεν επιτρέπεται, με άλλα λόγια, να είναι υποχρεωτική ούτε προαιρετική» («ΝΕΑ» 25.5.2000).
Στο θέμα των ταυτοτήτων και το ρόλο κράτους – εκκλησίας αναφέρθηκε και ο πρόεδρος της Βουλής Α. Κακλαμάνης που δήλωσε: «κακώς γίνεται όλος αυτός ο θόρυβος για τις ταυτότητες. Πρέπει να εφαρμόζονται οι νόμοι. Ότι αφορά την Εκκλησία να ρυθμίζουν οι ιεροί κανόνες της και ότι αφορά τους πολίτες η Πολιτεία».
Απ’ την πλευρά του ο ακαδημαϊκός και συνταγματολόγος Αρ. Μάνεσης δήλωσε ότι: «έφτασε η ώρα η εκκλησία να εκσυγχρονιστεί και το κράτος να εκκοσμικευτεί» και θεωρεί αντισυνταγματική τόσο την υποχρεωτική όσο και την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες («ΒΗΜΑ» 21.5.2000). Επίσης το τμήμα της νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης θεωρεί ομόφωνα αντισυνταγματική τόσο την υποχρεωτική όσο και την προαιρετική αναγραφή. Σε επιστολή του ανάμεσα στ’ άλλα αναφέρει: «η πίστη οιουδήποτε δεν πρέπει να αποτελεί στοιχείο του δελτίου ταυτότητος για να μην γίνει αυτό έγγραφο καταγραφής διακρίσεων. Η καταγραφή του θρησκεύματος έρχεται σε αντίθεση και με τις θεμελιώδεις αιτίες ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού». «Το Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας είναι ένα δημόσιο έγγραφο, με βάση του οποίου η πολιτεία αναγνωρίζει τους πολίτες της. Περιέχει τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα για την εξατομίκευση και αναγνώρισή τους. Στοιχεία που συνδέονται με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή άλλες πεποιθήσεις του δεν αποτελούν στοιχείο του Δελτίου Ταυτότητας».
Ας περάσουμε τώρα στις αντιδράσεις των άλλων κομμάτων. Απ’ τα μικρότερα κόμματα το ΔΗΚΚΙ, αποφεύγοντας να πάρει θέση – στην πραγματικότητα συμπαρατάσσεται με τον Χριστόδουλο – χαρακτηρίζει τις συζητήσεις για την αναγραφή του θρησκεύματος ως «ανούσιες και επικίνδυνες συζητήσεις». Επίσης ο Σαμαράς τάχθηκε κατά της απάλειψης του θρησκεύματος απ’ τις ταυτότητες, ο δε Δ. Αβραμόπουλος δήλωσε ότι «ήμουν υπέρ του προαιρετικού της δηλώσεως του θρησκεύματος».
Ο Συνασπισμός απ’ την πλευρά του επικρότησε τις θέσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και άσκησε κριτική στις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου: «η σπουδή του κυβερνητικού εκπροσώπου να τις χαρακτηρίσει «προσωπικές», μετά τις έντονες αντιδράσεις της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, δείχνει ότι η κυβερνητική πλειοψηφία παρά τις πληθωρικές αναφορές περί «εκσυγχρονιστικών τομών», επιλέγει την πολιτική της ατολμίας και της διαιώνισης αναχρονιστικών ρυθμίσεων» («ΑΥΓΗ» 9.5.2000).
Έντονα καταδικαστικές των δηλώσεων – θέσεων του Σταθόπουλου ήταν οι αντιδράσεις απ’ τους ναζιφασίστες της «Χρυσής Αυγής» και λοιπούς ως το μοναρχοφασιστικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας που τάσσεται ανοιχτά στο πλευρό του Χριστόδουλου.
Η ΝΔ δια στόματος Καραμανλή πήρε ανεπιφύλακτα το μέρος της Εκκλησίας και υπερασπίζεται τις θέσεις της μετά την συνάντηση Καραμανλή – Χριστόδουλου, δηλαδή τάχθηκε υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες δηλώνοντας: «κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει, όπως και κανείς δε μπορεί να εμποδίσει τον οποιονδήποτε πολίτη από το να επιλέξει την καταχώρηση του θρησκεύματός του στο δελτίο της ταυτότητάς του… Είναι αδιανόητο για την δική μας αντίληψη να γίνονται μεθοδεύσεις σαν αυτές που ακολουθήθηκαν τελευταία. Μεθοδεύσεις που προκαλούν το διχασμό της ελληνικής κοινωνίας και πλήττουν τελικά το κύρος της Εκκλησίας και των λειτουργών της». Επίσης ο επίτιμος πρόεδρος Κ. Μητσοτάκης δήλωσε: «η απόφαση που ανήγγειλε ο Κ. Σημίτης είναι βαρύ λάθος, του οποίου τις συνέπειες θα δούμε όλοι μας σύντομα. Και το χειρότερο απ’ όλα, η αλλοπρόσαλλη πολιτική του κ. Σημίτη. Με την πολιτική που ακολούθησε, αγνόησε, αλλά το χειρότερο προσέβαλε την ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία αρνούμενος να κάνει ένα στοιχειώδη διάλογο μαζί της».  Τέλος ένας άλλος βουλευτής της, απ’ τους πολλούς που έκαναν δηλώσεις, ο Π. Ψωμιάδης δήλωσε: «μ’ αυτή την κίνηση του πρωθυπουργού έπεσαν οι μάσκες. Η ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται έρμαιο κάποιων ολίγων σκοταδιστών και μηδενιστών και δεν μπορεί κάποιοι αόρατοι αφεντάδες να μας θέλουν πνευματικά υπόδουλους, ελεγχόμενους και κατευθυνόμενους… είναι δικαίωμα του κάθε ελεύθερου ανθρώπου να ομολογεί το θρήσκευμά του».
Τα παραπάνω όμως παραδόξως οδήγησαν τον Τίτο Βανδή – πελαγωμένος απ’ τις οπορτουνιστικές δεξιές εθνικιστικό – νεορθόδοξες απόψεις της χρουστσοφικής ηγεσίας του κόμματός του – να καταληφθεί από αδικαιολόγητη και μεγάλη στενοχώρια που η «ΝΔ δεν σκάει μύτη από κάποια άλλη είσοδο ή κάποια άλλη έξοδο γιατί αποφάσισε να είναι για πάντα δεύτερη. Στην ουρά» («Ρ» 23.5.2000).
Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ αποφεύγοντας να τοποθετηθεί ξεκάθαρα, κατηγορηματικά και με την απαιτούμενη σαφήνεια κατά της αναγραφής (υποχρεωτικής – προαιρετικής) του θρησκεύματος στις ταυτότητες και προβάλλοντας επανειλημμένα ως «επιχειρήματα» την «τεχνητή διαίρεση των ανθρώπων σε θρησκευόμενους και μη» («Ρ» 27.5.2000) ότι «το ζήτημα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στην ταυτότητα … στοχεύει στον αποπροσανατολισμό του λαού απ’ τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει» («Ρ» 17.5.2000) και ότι «η συζήτηση περί ταυτοτήτων καλύπτει το ηλεκτρονικό φακέλωμα»  και «δράση κατά της ΣΕΝΓΚΕΝ τώρα!» («Ρ» 18.5.2000) κλπ, συμπαρατάσσεται με την αντιδραστική ηγεσία της Εκκλησίας με επικεφαλής το Χριστόδουλο.
Το ότι η ηγεσία του «Κ»ΚΕ συμπαρατάσσεται με τον εθνικιστή Χριστόδουλο και υποστηρίζει τις αντιδραστικές του θέσεις φαίνεται καθαρά και από το άρθρο της λευκοντυμένης τουρκοφάγας εθνικίστριας και «φανταχτερής δημοσιογραφίνας που πολλά χρόνια υπηρέτησε με φλογερό πάθος τη Δεξιά και την αντίδραση» (Βάσος Γεωργίου) και την υπηρετεί και τώρα μέσα απ’ το χώρο πλέον του «Κ»ΚΕ της Λ. Κανέλλη, που κατά την ορκωμοσία της νέας Βουλής έψελνε τα διάφορα τροπάρια μαζί με το ίνδαλμά της τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, στο «Ρ» (28.5.2000) με τον χαρακτηριστικό τίτλο «η Σένγκεν μα την πίστη μου!...»  κάτω απ’ τη γνωστή εθνικιστική της στήλη «Πατριδογνωμόνιο» στο οποίο, πέρα από ότι ορκίζεται στον παπαδίστικο σκοταδισμό, δεν παραλείπει να ασχοληθεί και με το «πουλάκι των παιδιών» γνωστών της, μιλάει για την ΣΕΝΓΚΕΝ και για πολλά άλλα (αλλά από ποια σκοπιά; Προφανώς την εθνικιστική νεορθόδοξη α λα Χριστόδουλο σκοπιά) και αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι είναι υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Το ίδιο και ο άλλος τηλεοπτικός σταρ της Παπαρήγα ρασοφόρος Κ. Ζουράρις στις διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές τάσσεται αναφανδόν υπέρ των αντιδραστικών ιδεολογικών – πολιτικών απόψεων του Χριστόδουλου ( τον οποίο «καμαρώνει και αγαπά»(!) «Ελευθ.» 16.2.2000) αλλά και σε πρόσφατο άρθρο του ισχυρίζεται ότι «η διοικούσα Εκκλησία μας, εκφράζει, αδέξια μεν, αυθεντικώς δε, το Γένος»  και ότι «σήμερα οι μιας χρήσεως Δαφερμο-Σταθόπουλοι χτυπούν το πνευματικόν μας Αυτεξούσιον, γιατί ξέρουν ότι η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία ανήκει στον όλον Λόγον του αντάρτικου λαού μας» («Ελευθ.» 24.5.2000).
Έτσι λοιπόν, οι «εν Χριστώ θεοσεβούμενοι σύντροφοι» της Παπαρήγα, το αντιδραστικό δίδυμο των Κανέλλη – Ζουράρι κάτι πέτυχε: μετέφερε τον εθνικιστικό – ορθόδοξο σκοταδισμό στο χρουστσοφικό «Κ»ΚΕ, πράγμα που είχαμε ήδη από τις ευρωεκλογές επισημάνει, και σήμερα συμπαρατάσσεται με την αντιδραστική ηγεσία της εκκλησίας στα παραπάνω ζητήματα.
Πέρα απ’ τις δικές μας διαπιστώσεις για τη συγχώνευση του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού με τον εθνικισμό – «νέο»ορθοδοξία, άλλοι που γνωρίζουν καλά και απ’ τα μέσα τις σχέσεις Εκκλησίας – «Κ»ΚΕ, όπως ο στενότατος συνεργάτης του Χριστόδουλου Μητροπολίτης Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ Πουρτσουκλής σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Εντός της Καισαριανής και του Βύρωνα» βεβαιώνει δηλώνοντας:  «ύστερα απ’ τις τελευταίες εκλογές πιστεύω ότι το ΚΚΕ και η Εκκλησία έχουν συμβιβαστεί σε μια κοινή πορεία», δηλαδή στην αντιδραστική πορεία του  εθνικιστικού - -«νέο»ορθόδοξου σκοταδισμού. Αλλά και το σύνολο του αστικού τύπου* διαπιστώνει ότι οι θέσεις του «Κ»ΚΕ που διατύπωσε η Παπαρήγα συγκλίνουν σε πολλά σημεία με τις «θέσεις που ανέπτυξε χθες ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος» («Ελευθ.» 27.5.2000) ενώ στο ίδιο φύλλο σ’ άλλη σελίδα της Ελευθεροτυπίας σχολιάζεται με κάποια έκπληξη: «όλα τα περιμέναμε πλέον, αλλά το κομμουνιστικό κόμμα να ταυτίζεται με τις θέσεις του Χριστόδουλου στο θέμα των ταυτοτήτων;».

γ. Οι θέσεις των κομμουνιστών: πάλη κατά του ηλεκτρονικού φακελώματος της ΣΕΝΓΚΕΝ – κατά της «αόρατης» ηλεκτρονικής αναγραφής οποιονδήποτε στοιχείων στις νέες ταυτότητες – για υποχρεωτική καθιέρωση του πολιτικού γάμου, για καθιέρωση του πολιτικού όρκου και της πολιτικής κηδείας κλπ – για διαχωρισμό Εκκλησίας – Κράτους

Όπως είδαμε όλα τα αντιδραστικά μοναρχοφασιστικά κόμματα ΝΔ κλπ απ’ τη μια τασσόμενα υπέρ της διατήρησης του θρησκεύματος στις ταυτότητες, συντάσσονται έτσι με την αντιδραστική ηγεσία της Εκκλησίας με επικεφαλής τον Χριστόδουλο και απ’ την άλλη δεν θέτουν καθόλου το ζήτημα του ηλεκτρονικού φακελώματος, αντίθετα το υποστηρίζουν.
Η μεγαλοαστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με την απάλειψη του θρησκεύματος προσπαθεί να καλλιεργήσει την απατηλή εντύπωση ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ηλεκτρονικού φακελώματος με τις νέες ταυτότητες στα πλαίσια της συνθήκης «ΣΕΝΓΚΕΝ», την οποία η ίδια επικύρωσε, με στόχο να αποσπάσει την προσοχή του λαού από την αναγκαιότητα της πάλης κατά του φακελώματος.
Όσον αφορά τα ρεβιζιονιστικά κόμματα, ο Συνασπισμός που τάσσεται υπέρ της απάλειψης του θρησκεύματος απ’ τις ταυτότητες, δεν κάνει καθόλου λόγο ούτε καλεί σε πάλη κατά του ηλεκτρονικού φακελώματος (σε επίπεδο της ιμπεριαλιστικής ΕΕ στη βάση της συνθήκης «ΣΕΝΓΚΕΝ»), καλλιεργώντας και αυτός την απατηλή εντύπωση πως η απάλειψη του θρησκεύματος από μόνη της διασφαλίζει και από το ηλεκτρονικό φακέλωμα.
Η χρουστσοφική ηγεσία του «Κ»ΚΕ, αρνούμενη να ταχθεί με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο υπέρ της απάλειψης του θρησκεύματος απ’ τις ταυτότητες και προβάλλοντας μόνο την πάλη κατά της ΣΕΝΓΚΕΝ – απλά χρησιμοποιεί την ΣΕΝΓΚΕΝ ως προπέτασμα καπνού για να αφήσει στο απυρόβλητο την εκκλησιαστική εθνικιστική – «νέο»ορθόδοξη αντίδραση – συμπαρατάσσεται έτσι με τον πιο προκλητικό τρόπο με την αντιδραστική ηγεσία της Εκκλησίας στην προσπάθειά της για διατήρηση του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Την «πάλη» κατά της ΣΕΝΓΚΕΝ και της ΕΕ, δηλαδή τον «αντιευρωπαϊσμό» - που δεν έχει καμιά σχέση με τον αντιιμπεριαλισμό των αντιφασιστών – αντιεθνικιστών – αντιιμπεριαλιστών – κομμουνιστών αλλά είναι ένας  αντιδραστικός «αντιευρωπαϊσμός» α λα Χάιντερ Αυστρίας – χρησιμοποιεί και ένα μέρος της εκκλησιαστικής αντίδρασης ως προπέτασμα καπνού για να διατηρήσει τους αναχρονιστικούς και αντιδραστικούς θεσμούς, μεταξύ των οποίων τη διατήρηση του θρησκεύματος στις ταυτότητες, τις δύο μορφές γάμου (θρησκευτικό – πολιτικό), τη θρησκευτική κηδεία, το θρησκευτικό όρκο και τέλος τη διατήρηση της σύμφυσης εκκλησίας – κράτους, εμφανίζοντας μάλιστα τον εαυτό της ως δύναμης «αντιιμπεριαλιστικής» (Χριστόδουλος «αντιιμπεριαλιστικός ταγός»!) που «αγωνίζεται» κατά του ηλεκτρονικού φακελώματος.
Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ προβάλει τον αντιδραστικό «αντιευρωπαϊσμό» της Εκκλησίας και των εθνικιστικών – «νέο»ορθόδοξων ρατσιστικών κύκλων ως «αντιιμπεριαλισμό» (κάποιοι μιλούν για «δεξιό και χριστιανο – ορθόδοξο αντιιμπεριαλισμό»), μη διστάζοντας ακόμα όπως η Παπαρήγα να φτάσει στο σημείο να διαφημίζει το αντιδραστικό μοναρχοφασιστικό κόμμα της ΝΔ ως «αντιιμπεριαλιστική» δύναμη που πήρε θέση στον «περίπτωση του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία» («Ρ» 13.5.2000). Και στην περίπτωση των φακέλων επιβεβαιώνεται εκ νέου η ορθή διαπίστωση της Οργάνωσής μας για εθνικιστικο – νεορθόδοξη στροφή της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ, δηλαδή συγχώνευση του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού με το αντιδραστικό εθνικιστικό νέο«ορθόδοξο» ρεύμα.
Σ’ αντίθεση με άλλες δεξιές οπορτουνιστικές θέσεις των ρεβιζιονιστικών κομμάτων, η θέση των κομμουνιστών δεν μπορεί παρά να είναι: πάλη τόσο κατά του ηλεκτρονικού φακελώματος (ΣΕΝΓΚΕΝ) και της «αόρατης ηλεκτρονικής αναγραφής οποιωνδήποτε στοιχείων στις νέες ταυτότητες όσο και κατά της διατήρησης του θρησκεύματος στις ταυτότητες, πάλη για την απάλειψή του.
Τα αιτήματα της υποχρεωτικής καθιέρωσης του πολιτικού γάμου, της καθιέρωσης πολιτικού όρκου, και της  πολιτικής κηδείας κλπ καθώς και ο χωρισμός κράτους –εκκλησίας ήταν τα γνωστά αστικά αιτήματα της πάλαι ποτέ επαναστατικής και σήμερα υπεραντιδραστικής αστικής τάξης και στη συνέχεια έγιναν αιτήματα του Λαϊκού Δημοκρατικού Επαναστατικού Κινήματος και οι κομμουνιστές πρέπει να συνεχίσουν τη πάλη για την ικανοποίησή τους στη χώρα μας και όχι να σέρνονται πίσω απ’ την αντιδραστική ηγεσία της Εκκλησίας – να συμμαχούν μαζί της και να τη στηρίζουν – που θέλει να διατηρήσει να προνόμιά της, όπως κάνει η προδοτική σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ. Οι κομμουνιστές δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να στηρίξουν την εκκλησιαστική αντίδραση ούτε την ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση: ο αγώνας τους στρέφεται και στους δυο.
Ο δημοκρατικός λαός της χώρας μας, θρησκευόμενοι (όλων των αποχρώσεων) και μη, ας γνωρίζει ότι πίσω απ’ την προσποιητή «σπαραξικάρδια θρηνωδία» και τις υστερικές θεοκρατικές φασιστικές και μισαλλόδοξες κραυγές του «Άγιου» Χριστόδουλου, πίσω απ’ τους «θρήνους και οδυρμούς» του αντιδραστικού Ιερατείου κρύβονται τα οικονομικά συμφέροντα της κάστας της Εκκλησίας που θέλει να διατηρήσει τα προνόμιά της, ανάμεσα στ’ άλλα την τεράστια εκκλησιαστική περιουσία, μα και τα προερχόμενα απ’ την Ευρωπαϊκή Ένωση 126 δισεκατομμύρια.

* «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» (20.5.2000): Το επαναλαμβανόμενο επιχείρημα ότι «το θέμα των ταυτοτήτων μας αποπροσανατολίζει απ’ τα πραγματικά προβλήματα του τόπου», όπως λέει ο κ Σπηλιοτόπουλος, ανήκει επίσης στη κλασική συνταγή του λαϊκισμού. Στην ίδια συχνότητα κινούνται και οι υπόλοιποι συνοδοιπόροι του κ. Χριστόδουλου. «περιττή και άκαιρη» θεωρεί την ανακίνηση του ζητήματος ο Κ. Μητσοτάκης, όπως ακριβώς ο Στ. Παπαθεμελής, ο Β. Βενιζέλος, ο Α. Λοβέρδος, όλοι οι Μητροπολίτες (πλην του Ιωαννίνων) και πλήθος παραγόντων, από την Βάννα Μπάρμπα ως τον Λάκη Λαζόπουλο. Αλλά και ο «ριζοσπάστης», αναζητώντας μάλλον την ευκαιρία για ένα ευρύ «αντιεκσυγχρονιστικό μέτωπο», δεν διστάζει να σημειώσει ότι με τις «ευρωπαϊκές ταυτότητες γίνεται μια σαφής προσπάθεια να χωριστεί ο λαός με βάση τις θρησκευτικές ή μη αντιλήψεις του, με πρωτοφανή στόχο τον αποπροσανατολισμό του από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει» («Ρ» 18.5.2000).

Εφημερίδα Ανασύνταξη, 15-31/5/2000
Διαβάστε Περισσότερα »