Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα D.N. Pritt. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα D.N. Pritt. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Αυγούστου 2014

D.N.Pritt: Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936) ΜΕΡΟΣ Δ’

NPG x75665; Denis Nowell Pritt

ΜΕΡΟΣ Α’ | ΜΕΡΟΣ Β’ | ΜΕΡΟΣ Γ’

Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936)

Denis Nowell Pritt (22.9.1887-23.5.1972)

Διαπρεπής άγγλος νομικός και βουλευτής 1935-1950

συνέχεια από «ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ» αρ.φυλ. 396Β (1-31/3/2014)

Τώρα, μπορώ ν' αναφερθώ στην κριτική η οποία προκύπτει, όχι άδικα, από το τηλεγράφημα που στάλθηκε λίγο πριν την δίκη στο Συμβούλιο των Επιτρόπων της ΕΣΣΔ από την Σοσιαλιστική Διεθνή και την Παγκόσμια Ομοσπονδία των Συνδικάτων. Αυτό που οι δυο παραπάνω Οργανώσεις θεωρούν σκόπιμο να δηλώσουν σχετικά με ένα τέτοιο θέμα χρήζει της πιο προσεχτικής εξέτασης. Αρχίζουν εκφράζοντας τη λύπη τους για το γεγονός ότι αυτή η δίκη λαμβάνει χώρα κατά την διάρκεια του δραματικού Ισπανικού εμφυλίου τον οποίο όλος ο σοσιαλιστικός κόσμος παρακολουθεί με τόσο μεγάλη αγωνία. Σ' αυτό το σημείο, βρίσκονται, μέχρι ενός βαθμού, σε συμφωνία, με πολλές κριτικές που διατυπώθηκαν απ' το καπιταλιστικό στρατόπεδο που βάζουν το ερώτημα γιατί η δίκη έπρεπε να διεξαχθεί αυτή την συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Όπως οι περισσότεροι άνθρωποι, έτσι και εγώ είμαι σε θέση να σκεφτώ μια περίεργη αιτία για κάποιο γεγονός και ν’ αγνοήσω την προφανή. Αλλά δεν ξέρω γιατί κανείς θα πρέπει να θεωρήσει ότι όλη η ποινική δίωξη πραγματοποιήθηκε στη δεδομένη χρονική στιγμή για οποιοδήποτε άλλο λόγο εκτός απ' το γεγονός ότι όλες οι αποδείξεις δεν είχαν βρεθεί νωρίτερα αλλά τότε. Υποθέτω ότι όταν έστειλαν αυτό το τηλεγράφημα, δεν ενέργησαν έχοντας ως δεδομένο ότι τόσο η κατηγορία όσο και η δίκη ήταν ψεύτικες. Και αν αυτή η υπόθεσή μου είναι σωστή, τότε ποιό είναι το νόημα των σχολίων τους; Μήπως εννοούν ότι, ανεξάρτητα απ' το πόσο ειδεχθές είναι το έγκλημα και ανεξάρτητα απ' το πόσο πειστικές είναι οι αποδείξεις, η υπόθεση δεν θα έπρεπε καν να φτάσει στο στάδιο της δίκης και οι πιθανοί δολοφόνοι ν' αφεθούν ελεύθεροι ενώ κοινοί εγκληματίες οδηγούνται στη φυλακή μέχρις ότου να μην υπάρχει τίποτα στην βαριά ατμόσφαιρα της Ευρώπης που να μην καθιστά ατυχή μια τέτοια δίκη στα μάτια των συντακτών του τηλεγραφήματος; Μια τέτοια καθυστέρηση δεν θα αντιτίθονταν μόνο στις αδιάκοπες προσπάθειες των δικαστικών αρχών σ’ όλη τη Σοβιετική Ένωση να εξασφαλίσουν ότι υποθέσεις θα διερευνώνται γρήγορα και θα φτάνουν σε δίκη, αλλά θα προκαλούσε αγανάκτηση σ' όλες τις φιλελεύθερες δημοκρατίες. Σίγουρα, καμία απ' τις δύο ερμηνείες αυτού του σημείου του τηλεγραφήματος δεν στηρίζεται και πολύ ούτε στην κοινή λογική ούτε στο δίκαιο. Μόνο ως επιπλέον απόδειξη της αυθεντικότητας της υπόθεσης θα μπορούσε να εκληφθεί το γεγονός ότι η δίκη διεξάγεται τον καιρό που υποφέρει η Ισπανία. Αν, και μόνο αν, οι κατηγορίες ήταν κατασκευασμένες, ο υποτιθέμενος σκηνοθέτης θα μπορούσε εύκολα να επιλέξει την ημερομηνία της θεατρικής παραγωγής.

Στη συνέχεια, οι συντάκτες του τηλεγραφήματος απαιτούν την παροχή «δικαστικών» ή «νομικών» εγγυήσεων. Εδώ πρέπει να υπονοείται ότι, αν δεν υπάρχει ισχυρή επιρροή από το εξωτερικό, η δική θα είναι μια αντικανονική διαδικασία. Πραγματικά, ένας απ' τους συντάκτες έχει, κατόπιν, δηλώσει ότι το νόημα αυτής της φράσης είναι «ότι η δική θα πρέπει να διεξαχθεί σύμφωνα με τις κοινές αρχές δικαιοσύνης ανθρωπισμού».

Ομολογώ πως βρίσκω πραγματικά πολύ δύσκολο να δικαιολογηθεί αυτή η απαίτηση και η κριτική που εμπεριέχει. Η Σοβιετική Ένωση είναι μια πολιτισμένη χώρα, με ανεπτυγμένο νομικό σύστημα και κάποιους πολύ καλούς δικηγόρους και δικαστές. Η ποινική διαδικασία είναι εφάμιλλη με την αντίστοιχη πολλών άλλων χωρών. Δεν υπήρχε και δεν υπάρχει, κατά την ταπεινή μου άποψη, η παραμικρή βάση ανησυχίας ότι οποιαδήποτε δημόσια δίκη (και είχε ανακοινωθεί απ' την αρχή ότι η δίκη θα ήταν δημόσια) θα αποκλίνει από την πολιτισμένη νομική διαδικασία. Έχω υπόψιν μου ότι υπάρχουν ξεχωριστοί κανόνες κατά την διεξαγωγή μυστικών δικών και ότι στέρηση δικηγόρου και μαρτύρων υπεράσπισης στις μυστικές δίκες για αντεπαναστατικά αδικήματα. Λυπάμαι για την παρουσία αυτών των εξαιρέσεων και ποτέ δεν έχω κρύψει αυτή μου την λύπη. Οι υπερασπιστές του σοβιετικού συστήματος μπορούν, φυσικά, αμέσως να ισχυριστούν ότι κάθε χώρα στο κόσμο έχει ιδιαίτερους κανόνες για μυστικές δίκες και ότι η πρακτική της στέρησης του κρατουμένου, που κατηγορείται για εσχάτη προδοσία ή παρόμοιο αδίκημα, από το δικαίωμα υπεράσπισης ή πρόσκλησης μαρτύρων είχε κυριαρχήσει σε πολλές χώρες και για πολύ καιρό. Θα μπορούσαν, επίσης, να πουν ότι αυτή η πρακτική είχε διάρκεια αρκετών αιώνων στην Αγγλία. Στην πραγματικότητα, όμως, όλα αυτά είναι εκτός θέματος. Και τούτο γιατί, σ’ αυτή τη δημόσια δίκη δεν υπήρξε ποτέ η πρόθεση να στερήσουν – και νομίζω ότι ακόμα και η όλη η διαδικασία δεν το επέτρεψε – τους κατηγορημένους είτε από την παρουσία δικηγόρου είτε από το δικαίωμα να υπερασπιστούν οι ίδιοι τον εαυτό τους είτε από το να καλέσουν μάρτυρες υπεράσπισης αν το επιθυμούσαν. Από κει και πέρα, δεν υπάρχει κανονικά καμία διαφορά μεταξύ πολιτικών και μη πολιτικών υποθέσεων. Η υπεράσπιση από δικηγόρο σε δημόσιες δίκες είναι καθολικό και πραγματικό – και όχι θεωρητικό – δικαίωμα γιατί η οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου δεν μπορεί να σταθεί εμπόδιο στην άσκηση αυτού του δικαιώματος. Η ανεξαρτησία των δικαστών και των συνηγόρων αυξάνεται σταθερά και, ήδη, είναι μεγαλύτερη από την αντίστοιχη που επικρατεί σ’ αρκετές Ευρωπαϊκές χώρες.

Σίγουρα, δεν υπήρχε κανένας λόγος για τους συντάκτες του τηλεγραφήματος να υποθέσουν ότι δεν θα δίνονταν κάθε ευκαιρία στους κατηγορουμένους να προσλάβουν δικηγόρο, να καλέσουν μάρτυρες και να οργανώσουν την υπεράσπισή τους ακριβώς όπως θα ήθελαν. Αν, πάλι, η ανησυχία των συντακτών του τηλεγραφήματος δεν αφορούσε το συγκεκριμένο θέμα της δυνατότητας υπεράσπισης αλλά ήταν, περισσότερο, κάτι σαν έκκληση προς στο Συμβούλιο των Επιτρόπων της ΕΣΣΔ για να εξασφαλίσει μια δίκαιη δίκη των κατηγορουμένων τότε, νομίζω, ότι ήταν ένα πάρα πολύ ατυχές μήνυμα. Κάθε εξωτερικός κριτής που έχει μελετήσει το σοβιετικό νομικό σύστημα, αναφέρει ότι, παρμένο στο σύνολό του, είναι καλό και δίκαιο. Οποιοσδήποτε το παρακολουθεί κάπως ξέρει ότι, χρόνο με τον χρόνο, πετυχαίνει μεγαλύτερες διευκολύνσεις προς τους κρατούμενους, περισσότερη ανεξαρτησία για δικαστές και συνηγόρους και περισσότερη τεχνική αποδοτικότητα. Ακόμα και αν λάβουμε υπόψιν τις δυσκολίες που πάντα υπάρχουν στην εξασφάλιση μιας δίκαιης δίκης σε πολιτικές υποθέσεις στις οποίες τα συναισθήματα όλων εμπλέκονται σε μεγάλο βαθμό (δυσκολίες που, φυσικά, είναι πολύ μικρότερες όταν δεν είναι της μόδας το σύστημα των ενόρκων), γιατί πρέπει να υποτεθεί ότι όλα είναι και θα γίνουν λάθος. Μια τέτοια στάση από ένα βαρόνο του Τύπου πάσχει από οξεία κομμουνιστοφοβία – που είναι το μοντέρνο ανάλογο του τρόμου που ένιωθαν οι σεβαστοί μας παππούδες στη δεκαετία του 1880 όταν άκουγαν για ανθρώπους που ψήφιζαν Ριζοσπάστες – θα ήταν αρκετά κατανοητή. Είναι, όμως, λυπηρό να συναντά κάποιος ο,τιδήποτε παρόμοιο στη σοσιαλιστική παράταξη. Για να βάλουμε το ζήτημα πολύ πεζά. Για χάρη του δικού της στενού συμφέροντος, η σοβιετική κυβέρνηση σίγουρα θα εξασφάλιζε ότι μια δημόσια δίκη, την παρούσα στιγμή, που κρίνει μια βαρύτατη κατηγορία εναντίον των παλιών υπηρετών της επανάστασης, θα διεξαχθεί με τον πιο δίκαιο τρόπο.

Προς στιγμή, κάνω μια παρένθεση για να πω ότι η δήλωση πως δεν επιτράπηκε στους κατηγορούμενους να έχουν δικηγόρο εμφανίστηκε σ’ αρκετές αγγλικές εφημερίδες συμπεριλαμβανομένου και μιας που κράτησε, φανερά, την πιο δίκαιη στάση ενώ η δήλωση πως δεν τους επιτράπηκε να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους επίσης έκανε την εμφάνισή της σε εφημερίδες καλής φήμης. Αυτές οι δύο δηλώσεις είναι ξεκάθαρα λάθος και μπορώ να φανταστώ καλά ότι θα έχουν, ίσως, επηρεάσει τα συναισθήματα των σχολιαστών. Έτσι, για άλλη μια φορά στην δημοσιογραφική ιστορία ένα λάθος έχει οδηγήσει τους πιο καλόπιστους ανθρώπους να υιοθετήσουν μια κριτική που ποτέ δεν θα την υιοθετούσαν κάτω απ' άλλες περιστάσεις. Στην πραγματικότητα, φυσικά, οι κατηγορούμενοι ήταν ελεύθεροι να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους όπως ήθελαν. Δύο απ' αυτούς προσπάθησαν να αποσείσουν τις κατηγορίες, όπως έχω ήδη αναφέρει, ενώ όλοι οι υπόλοιποι επέλεξαν να μην το κάνουν. Όλοι τους αρνήθηκαν ρητά την παρουσία δικηγόρου και δεν νομίζω ότι κάποιος δικηγόρος, όσο και διακεκριμένος να ήταν, θα μπορούσε να κάνει γι’ αυτούς περισσότερα απ' όσα κάναν οι ίδιοι για τους εαυτούς τους. Ήταν μάταιο να προχωρήσουν σε μια υπεράσπιση με την αυστηρή έννοια του όρου. Το μόνο που θα μπορούσε να βοηθήσει κάπως ήταν η εκφώνηση ενός δυνατού τελικού λόγου και, σχεδόν όλοι οι κατηγορούμενοι ήταν άνδρες με σημαντική μόρφωση και πνευματική εγρήγορση και δεινοί ομιλητές.

Επιστρέφοντας στο προαναφερόμενο, όχι ασήμαντο, τηλεγράφημα, αυτό που συναντούμε στη συνέχεια είναι η παράκληση να δοθεί η δυνατότητα στους κατηγορούμενους να έχουν δικηγόρους που θα είναι «ανεξάρτητοι απ’ την κυβέρνηση». Δικαιούμαστε να υποθέσουμε πως οι συντάκτες ξέρουν ότι οι κατηγορούμενοι είχαν την δυνατότητα βοήθειας από δικηγόρο και έτσι όλη η έμφαση της παράκλησης βρίσκεται στο σημείο που ζητάει να είναι «ανεξάρτητος απ’ την κυβέρνηση». Οι δικηγόροι στη Σοβιετική Ένωση δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι αλλά, προφανώς, πρέπει να κοιτάξουμε την ουσία και όχι τον τύπο και καταλαβαίνω ότι το άρρητο νόημα είναι το εξής: εκτός αν ληφθούν κάποιες ιδιαίτερες προφυλάξεις, όποιος δικηγόρος και αν επιλεγόταν από τους κατηγορούμενους, είτε φοβούμενος την κυβέρνηση είτε σεβόμενος το δημόσιο αίσθημα, δεν θα δούλευε σκληρά για τους πελάτες τους. Αυτή η υποψία που περιβάλει το τόσο συκοφαντημένο επάγγελμά μου υπάρχει, φαντάζομαι, σε κάθε χώρα για κάθε πολιτική υπόθεση και, ίσως, επίσης για τις μη πολιτικές υποθέσεις. Ποτέ δεν έχει τόση αλήθεια όσο νομίζουν οι κοινοί άνθρωποι. Ίσως, λίγο περισσότερη απ' όσο πιστεύουν οι έντιμοι δικηγόροι. Αν επαληθεύεται αυτή την υποψία στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης δεν είναι, φυσικά, εύκολο ειπωθεί. Το μόνο που μπορώ να συνεισφέρω στην διαλεύκανσή της είναι ότι την εξέτασα με προσοχή, πριν τέσσερα χρόνια, και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ένας πολιτικός κατηγορούμενος είχε τόσες ευκαιρίες να βρει αξιόπιστο δικηγόρο στη Σοβιετική Ένωση όσες και οπουδήποτε αλλού. Φυσικά, μπορεί και να έκανα λάθος αν και δεν νομίζω. Αν δεν έκανα, τότε η παράκληση που εκφράζεται στο τηλεγράφημα είναι άχρηστη και, γι’ αυτό, κάπως προσβλητική. Αλλά το περισσότερο σημαντικό ερώτημα προκύπτει αν κάποιος υποθέσει ότι έκανα λάθος και, έτσι, κανένας δικηγόρος που θα επέλεγαν οι κατηγορούμενοι, δεν θα ήταν, πρακτικά, «ανεξάρτητος». Τι εξυπηρετεί η παράκληση σ' αυτήν την περίπτωση; Τι εξυπηρετεί να ζητάς από την εκτελεστική εξουσία της Σοβιετικής Ένωσης να επιλέξει μεταξύ των υπαρχόντων δικηγόρων που, σε τελική ανάλυση την φοβούνται, κάποιους που δεν θα την φοβούνται;

Αν, μετά απ' όλα αυτά τα χρόνια εμπειρίας, οι επιδέξιοι, ταλαντούχοι και θαρραλέοι δικηγόροι – που είχα την τιμή να γνωρίσω στη Μόσχα – φοβούνται την κυβέρνηση, τι είδους διαβεβαιώσεις μπορεί η κυβέρνηση να δώσει είτε στους ίδιους είτε στους κατηγορούμενους (είτε στους συντάκτες του τηλεγραφήματος) που θα εξαλείψει τους φόβους τους; Αντιλαμβάνομαι ότι ένας απ' τους συντάκτες του τηλεγραφήματος παραδέχεται αυτή τη δυσκολία σε τέτοιο βαθμό που, αργότερα, δήλωσε ότι αυτό που είχε κατά νου ήταν επιτραπεί η παρουσία δικηγόρων απ' το εξωτερικό. Σχετικά μ' αυτό, δύο παρατηρήσεις, νομίζω, μπορούν να γίνουν. Κατ’ αρχήν, δεν ξέρω πώς ήταν δυνατό οι αποδέκτες του τηλεγραφήματος να αντιληφθούν αυτήν την ερμηνεία. Κατά δεύτερον, δεν ξέρω σε ποιό σημείο του κόσμου, έξω απ' την Σοβιετική Ένωση, θα μπορούσε κανείς να βρει δικηγόρο με τόσο καλή γνώση των ρωσικών ώστε να είναι σε θέση να συμμετάσχει σε μια δίκη που εξελίχθηκε τόσο γρήγορα και που να γνωρίζει την όλη ατμόσφαιρα της υπόθεσης τόσο καλά ώστε να είναι, έστω και ελάχιστα, χρήσιμος στους πελάτες του.

Το επόμενο αίτημα του τηλεγραφήματος είναι να μην επιβληθούν θανατικές ποινές. Αναμφίβολα, εξαιτίας των δυσκολιών στη μετάφραση, δεν είναι ξεκάθαρο αν ζητείται απ' το δικαστήριο να μην επιβάλει θανατική ποινή ή να μην εκτελεστεί μια τέτοια ποινή. Αν είναι το πρώτο, τούτο θα σήμαινε ότι θα ζητούνταν απ' την κυβέρνηση να παρέμβει στην απονομή δικαιοσύνης και, σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι είτε δήλωναν ένοχοι είτε καταδικάζονταν, να κανονίσει να μην επιβάλουν οι δικαστές μια ποινή που θα ήταν αρμόδιοι να επιβάλουν αν το έκριναν σκόπιμο. Αν είναι το δεύτερο, τότε το αίτημα αφορά την επίδειξη επιείκειας. Τώρα, ας μου επιτραπεί να πω αμέσως ότι μισώ την θανατική ποινή. Απλοϊκά σκεπτόμενος, είχα την εντύπωση ότι όλοι την μισούσαν μέχρι που είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω την αντίδραση και την συμπεριφορά πολλών μελών του αγγλικού κοινοβουλίου σε κάθε πρόταση έγινε για να καταργηθεί στην Αγγλία. Αλλά αυτό το αίτημα διατυπώνεται σ' έναν κόσμο όπου οι περισσότερες χώρες διατηρούν ακόμα την θανατική ποινή για κάποια αδικήματα. Και αν υπήρχε μια υπόθεση στην οποία οποιοδήποτε κράτος μάλλον θα την επέβαλε, αυτή είναι η υπόθεση μιας προδοτικής συνομωσίας για να δολοφονηθούν τα μισά απ' τα πρωτοκλασάτα μέλη της κυβέρνησης. Και η πιθανότητα, ή μάλλον βεβαιότητα, ότι τα περισσότερα κράτη θα επέβαλαν την θανατική ποινή σε μια τέτοια υπόθεση αυξάνεται λόγω του γεγονότος ότι οι περισσότεροι απ' τους εμπλεκόμενους ήταν άνθρωποι που είχαν συγχωρεθεί και επανενταχθεί στο Κόμμα και σε σημαντικές θέσεις μια, και δυο και τρείς φορές αφού εξέφρασαν μεταμέλεια για την προηγούμενη τους προδοσία και έδωσαν τις πιο κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις όσον αφορά την μελλοντική τους συμπεριφορά σκοπεύοντας, όμως, πάντα να εκμεταλλευθούν αυτές τις ευκαιρίες για να συνεχίσουν τις τρομοκρατικές συνομωσίες ενάντια στο κράτος. Οι περισσότερες χώρες, νομίζω, ότι θα αντιμετώπιζαν αυτό το αίτημα ως προσβολή.

Το τελευταίο αίτημα που βρίσκουμε στο τηλεγράφημα είναι ότι δεν πρέπει να γίνει καμία δίκη που να μην επιτρέπει το δικαίωμα της έφεσης. Τούτο ακούγεται πάρα πολύ λογικό αλλά, στην πραγματικότητα, όχι και τόσο. Η σοβιετική νομική διαδικασία παρέχει στις ποινικές δίκες μια πλήρη σειρά από εφέσεις που είναι περισσότερες σε σύγκριση με την πλειοψηφία των χωρών και σίγουρα σε σύγκριση με την Αγγλία ή τη Βρεττανική Αυτοκρατορία γενικά. Υπάρχει, νομίζω, σ' ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση μόνο ένα δικαστήριο το οποίο δεν εφεσιβάλλεται αλλά μπορεί να δεχθεί αίτημα επιείκειας και βρίσκεται πιο ψηλά απ’ όλα τα δικαστήρια, το Ανώτατο Δικαστήριο της ΕΣΣΔ. Οι εφέσεις πρέπει κάπου να έχουν κάποιο τέλος και, σ’ αυτή την περίπτωση, το τέλος είναι στην κορυφή. Σε κάποιες χώρες το Ανώτατο Δικαστήριο λειτουργεί μόνο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ σε κάποιες άλλες έχει και κάποια δικαιοδοσία πρώτου βαθμού. Χωρίς αμφιβολία, και οι μεν και δε χώρες θεωρούνται εξίσου πολιτισμένες. Η Σοβιετική Ένωση τυχαίνει να είναι μια απ' αυτές τις χώρες στις οποίες το Ανώτατο Δικαστήριο έχει μια ορισμένη δικαιοδοσία πρώτου βαθμού. Και οι υποθέσεις του είδους που εξετάζουμε εδώ οδηγούνται πάντα, σε πρώτο βαθμό, σ' αυτό το δικαστήριο για τον πολύ απλό λόγο ότι οι σημαντικότερες υποθέσεις πρέπει να οδηγούνται στο ανώτερο αρμόδιο δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα, δεν μπορεί να υπάρξει έφεση από άλλο δικαστήριο, και σ' αυτές τις περιστάσεις γίνεται η συγκεκριμένη έκκληση. Δεν ήξεραν οι συντάκτες του τηλεγραφήματος αυτήν την πρακτική; Αν δεν ήξεραν, τότε δεν θα έπρεπε να στείλουν ένα τηλεγράφημα στο οποίο υπάρχει η υπόνοια για πλημμελή απονομή δικαιοσύνης χωρίς να έχουν πληροφορηθεί σχετικά. Αν ήξεραν, τότε τί ζητούν απ' την κυβέρνησης της ΕΣΣΔ να κάνει; Να δημιουργήσει ένα νέο ειδικό Εφετείο πιο πάνω απ' το Ανώτατο Δικαστήριο; Ή να κανονίσει ώστε αυτή μόνο η υπόθεση να εκδικασθεί σ' ένα κατώτερο δικαστήριο μόνο και μόνο για να υπάρξει, τότε, η δυνατότητα να συνεχισθεί, αμέσως μετά ή αργότερα, στο δικαστήριο στο οποίο έπρεπε να οδηγηθεί από την αρχή; Ένα τέτοιο αίτημα, σε τέτοιες περιστάσεις, γεννάει φυσιολογικά την υποψία ότι ζητείται κάτι που ήταν γνωστό ότι δεν μπορεί να γίνει έτσι ώστε να διατυπωθεί μια λογικοφανής αλλά αστήρικτη κριτική. Και είναι περισσότερο πιθανό να δημιουργηθεί μια τέτοια υποψία όταν το Ενιαίο Μέτωπο στην Αγγλία προξενεί στη δεξιά πτέρυγα των Εργατικών τόση ανησυχία όση και τους στους βαρόνους του Τύπου.

Απομένει μια κριτική που προέρχεται από μια υπεύθυνη πλευρά και που είναι, ταυτόχρονα βαρύνουσας σημασίας και, τουλάχιστον για μένα, σχεδόν ακατανόητη. Ουσιαστικά, λέει πως «είναι περίεργο γιατί η αντιπολίτευση συντρίφτηκε βίαια» πριν την εφαρμογή του καινούργιου Συντάγματος το οποίο έχει γίνει (όπως συνηθίζεται στην σοβιετική «δικτατορία») αντικείμενο πλατιάς δημόσιας συζήτησης για μερικούς μήνες και να τεθεί σε ισχύ τον επόμενο Νοέμβριο. Το μόνο που χρειάζεται να ειπωθεί εδώ γι' αυτό το Σύνταγμα είναι ότι τόσο στο πνεύμα όσο και στις διατάξεις του, έχει διανύσει πολύ δρόμο στο γρήγορο, αλλά αναγκαία μακρύ, ταξίδι του καινούργιου Κράτους προς την πιο πλήρη εγκαθίδρυση εκείνης της προσωπικής ελευθερίας και ασφάλειας στην οποία πολλοί από εμάς αποδίδουμε μεγάλη σημασία. Τώρα, ο κριτικός διερωτάται γιατί η αντιπολίτευση συντρίφτηκε βίαια αυτή τη στιγμή. Έχω, ήδη, αναπτύξει με λεπτομέρεια τα επιχειρήματα, συντριπτικά κατά την γνώμη μου, για να υποστηρίξω ότι η διαδικασία μπορούσε να αρχίσει για τους πιο αληθινούς και πειστικούς λόγους. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η ανακάλυψη και η τιμωρία μιας συνομωσίας με σκοπό πολλαπλές δολοφονίες θα πρέπει να περιγραφεί ως βίαιη συντριβή της αντιπολίτευσης μόνο και μόνο γιατί η συνομωσία ήταν ενάντια στη κυβέρνηση και αρκετοί απ' τους συνωμότες υπήρξαν στο παρελθόν ηγέτες της αντιπολίτευσης. Γιατί πρέπει να υποθέσουμε ότι άνθρωποι ένοχοι συνομωσίας για δολοφονία εκτελούνται επειδή ανήκουν ή άνηκαν στην αντιπολίτευση και όχι επειδή βρέθηκαν ένοχοι συνομωσίας για δολοφονία; Δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε, επίσης, το γεγονός ότι αν οι πιο διακεκριμένοι απ' αυτούς τους άνδρες θεωρηθούν ως η «αντιπολίτευση», τότε αποτελούν την αντιπολίτευση του παρελθόντος και όχι του μέλλοντος. Με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο αποδείχθηκε ότι είχαν άδικο κατά την διάρκεια της αντιπαράθεσης η οποία τους μετέτρεψε σε αντιπολίτευση. Αντί να συντριβούν, είχαν συγχωρεθεί ξανά και ξανά σαν μην ήθελε κανείς να είναι σκληρός μαζί τους. Και ως αντιπολίτευση προκαλούσαν το λιγότερο φόβο από κάθε άλλη φορά. Αν, φυσικά, ο κριτικός περιέγραψε την εκτέλεσή τους με αυτόν τον περίεργα παράξενο τρόπο επειδή υπονοεί ότι οι κατηγορίες είναι πλαστές, έχω ήδη ασχοληθεί με αυτό θέμα. Αν δεν θέλει να πει αυτό, η μόνη άλλη ερμηνεία που μπορώ να σκεφτώ είναι πως δέχεται την άποψη ότι οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, επειδή είναι αντιπολίτευση, θα έπρεπε να αποφύγουν τις συνέπειες των εγκληματών τους έτσι ώστε να συνεχίσουν νε λειτουργούν ως αντιπολίτευση. Νομίζω ότι δεν είναι δυνατό να εννοείται αυτό και, όμως, δεν ξέρω τι άλλη σημασία να δώσω στα παραπάνω. Σε κάθε περίπτωση διερωτώμαι για ποιό λόγο ο κριτικός πιστεύει ότι πρέπει να υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ της δίωξης και του νέου Συντάγματος. Πιστεύει στα σοβαρά ότι δολοφονήθηκε ολόκληρη η αντιπολίτευση έτσι ώστε ένα φαινομενικά «φιλελεύθερο» Σύνταγμα να καθιερωθεί από τους κυνικούς δολοφόνους με την βεβαιότητα ότι δεν υπάρξει ξανά καμιά αντιπολίτευση προς την οποία να χρειάζεται να είναι κανείς φιλελεύθερος; Για να ρίξουμε την κουβέντα, στο πιο στοιχειώδες επίπεδο, θα πρέπει ο εν λόγω κριτικός να κατακυρώσει στους έμπειρους άνδρες της κυβέρνησης της ΕΣΣΔ την γνώση ότι ο φόνος μέρους ή του συνόλου των ηγετών της αντιπολίτευσης δεν αποτελεί εγγύηση ότι δεν θα εμφανιστεί ποτέ ξανά άλλη αντιπολίτευση, ιδιαίτερα σε μια χώρα στην οποία, ως γνωστόν, σ' όλη την διάρκεια των δεκαεννιά της χρόνων ανέκυψαν συνεχείς και υγιείς διαφωνίες, στο Κόμμα και στην Κυβέρνηση, σχετικά με σημαντικά πολιτικά θέματα. Κατά τη γνώμη μου, προτιμώ να δω στην τωρινή κατάσταση ένα πιο ενθαρρυντικό στοιχείο, δηλαδή το ότι η σοβιετική κυβέρνηση, χωρίς να επηρεαστεί απ' την αποκάλυψη των συνομωσιών, προχωρεί ανενόχλητη στην καθιέρωση του νέου Συντάγματος γιατί πραγματικά πιστεύει στις αρχές αυτού του Συντάγματος, στη δική της σταθερότητα και στην υποστήριξη της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Αναρωτιέμαι ειλικρινά αν, μεταξύ όλων των κυβερνήσεων αυτού του βασανισμένου κόσμου, υπάρχουν περισσότερες από μία ή δυο οι οποίες, σ' αυτές τις περιστάσεις, δεν θα γύριζαν πίσω το ρολόι της προόδου κατά μία ή δυο δεκαετίες ανακοινώνοντας ότι όσα προτείνονται στο σχέδιο Συντάγματος για την ελευθερία του λόγου, την ελευθερία του Τύπου, το απαραβίαστο του ατόμου και της οικίας, τη μυστικότητα της αλληλογραφίας, τη μυστική ψηφοφορία, την απευθείας εκλογή και άλλα αποδείχθηκαν πρόωρα, απ' τα πρόσφατα γεγονότα , και πρέπει να αναβληθούν και ότι το δυνατό χέρι τη εκτελεστικής εξουσίας πρέπει να δυναμώσει ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους κινδύνους που προκύπτουν απ' αυτή την συνομωσία. Οι ιστορικοί μάλλον έχουν λόγο να επαινέσουν την Σοβιετική Ένωση για την επιμονή της να παραμείνει, σ’ αυτήν την περίοδο, στο δρόμο που οδηγεί στη προσωπική ελευθερία.

Πρέπει, επίσης, να σημειώσω κάτι ακόμα που έχει διατυπωθεί και συγκεκριμένα ότι η συνομωσία κατασκευάστηκε από την κυβέρνηση και ότι η δίκη σκηνοθετήθηκε με σκοπό να εκτρέψει την προσοχή του, υποτίθεται, ανήσυχου λαού από το γεγονός ότι μέσα στο καλοκαίρι του 1936 η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής δεν έγινε όσο γρήγορα αναμενόταν. Θα μπορούσε κάποιος να γράψει μια μακροσκελή απάντηση σ' αυτήν την κάπως φανταστική σκέψη αλλά μπορεί, ίσως, να την αφήσει να απαντηθεί μόνη της.

Θα μου επιτραπεί να κλείσω λέγοντας δύο πράγματα. Πρώτα, να επιστήσω την προσοχή στην παντελή έλλειψη κάθε λύπης απ’ τις πιο εχθρικές κριτικές όταν αποκαλύφθηκε ότι οι άνδρες, που καθοδηγούσαν αυτήν την τεράστια χώρα μέσα από πολύχρονους αγώνες και προόδους, βρέθηκαν υπό την απειλή μιας δολοφονικής σφαίρας με όχι καλύτερο κίνητρο απ' την μεταβίβαση της εξουσίας σε κάποιους άλλους. Δεύτερο, να υπενθυμίσω στους αναγνώστες ότι όταν το 1933 ο Δημητρώφ και οι σύντροφοί του επρόκειτο να δικαστούν στην Γερμανία με την κατηγορία εμπρησμού του Ράιχσταγκ και κάποιοι, έξω απ΄τη Γερμανία, αντί να δημοσιεύουν παραπλανητικές κριτικές για το κατηγορητήριο και την όλη δίωξη, πέρασαν κάποιες μέρες στο Λονδίνο ερευνώντας τα γεγονότα με τη βοήθεια μαρτύρων, έτσι ώστε η κριτική να είναι βάσιμη, οι ίδιοι άνθρωποι που τώρα είναι οι πιο δραστήριοι και, όχι οι καλύτερα ενημερωμένοι, στις επιθέσεις εναντίον στη Σοβιετική Ένωση, επιτέθηκαν στους διοργανωτές εκείνης της έρευνας λέγοντας ότι αναμειγνύονταν αδικαιολόγητα στις εσωτερικές υποθέσεις ενός ξένου κράτους. Αλλά τώρα κανείς απ΄αυτούς τους κριτικούς δεν φαίνεται να θεωρεί ως ανάμειξη στις εσωτερικές υποθέσεις της Σοβιετική Ένωσης το να την υποβάλει σ΄ έναν καταιγισμό απληρόφορητης και εχθρικής κριτικής. Είναι, μήπως, γιατί είναι μια σοβιετική χώρα και κάθε τι δυνατό, θεμιτό ή αθέμιτο, πρέπει να γίνει για να εμποδιστεί η πρόοδός της;

Διαβάστε Περισσότερα »

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

D.N.Pritt: Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936) ΜΕΡΟΣ Γ’

NPG x75665; Denis Nowell Pritt

ΜΕΡΟΣ Α’ | ΜΕΡΟΣ Β’

Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936)

Denis Nowell Pritt (22.9.1887-23.5.1972)

Διαπρεπής άγγλος νομικός και βουλευτής 1935-1950

συνέχεια από «ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ» αρ.φυλ. 391 (1-31/10/2013)

Έχω φτάσει, σχεδόν, στο τέλος της συζήτησης του πρώτου κύριου μέρους της κριτικής αλλά προτού ολοκληρώσω θα πρέπει να προσθέσω ένα σημείο το οποίο έχει να κάνει πιο πολύ με την προσωπική μου εντύπωση, αν και δεν είναι απαραίτητα ασήμαντο γι’ αυτό το λόγο. Κατά την ακροαματική διαδικασία, παρατήρησα προσεχτικά την συμπεριφορά των κατηγορουμένων για παρατεταμένα χρονικά διαστήματα. Όλοι μαζί αποτελούσαν μια, κατά ένα ενδιαφέροντα τρόπο, ετερόκλητη ομάδα. Άλλος έμοιαζε με γερμανό ωρολογοποιό, άλλος με λογιστή, άλλος με έξυπνο γερμανό πρίγκιπα, άλλος με Άγγλο αξιωματικό του ιππικού, άλλος με πυγμάχο, άλλος με δημοφιλή ηθοποιό, και άλλος με έναν ξύπνιο άνθρωπο των επιχειρήσεων. Αλλά όλοι τους – εκτός από δύο – σε κάθε στάδιο  των πέντε κουραστικών ημερών της ακροαματικής διαδικασίας δεν έδειξαν ίχνος φόβου ή αμηχανίας. Το κουρασμένο πρόσωπο, οι νευρικές κινήσεις των χεριών, η σαστισμένη έκφραση, όλα, δηλαδή, τα συνήθη χαρακτηριστικά που συναντούμε σε εδώλια κατηγορουμένων σε πάρα πολλές δίκες της εποχής μας ήταν απόντα. Το πρώτο πράγμα που πρόσεχε κάποιος, μόλις εισερχόταν στην αίθουσα του δικαστηρίου, ήταν η φαινομενική ηρεμία των κατηγορουμένων. Έχοντας ευγενική και υπομονετική αντιμετώπιση απ΄ το δικαστήριο, τον εισαγγελέα και τους φρουρούς (με τη δυνατότητα να περπατήσουν για λίγο έξω απ΄την αίθουσα αν το επιθυμούσαν), μιλούσαν ελεύθερα όποτε ήθελαν, έφερναν αντίρρηση με σθένος, αν όχι με υψωμένη φωνή, ο ένας στον άλλον σε κύρια ή δευτερεύοντα σημεία και δεν έδειχναν κανένα σημάδι πίεσης ή καταναγκασμού. Τα δύο στάδια της δίκης στα οποία, όπως ήταν φυσικό, δεν εκδηλώθηκε πλήρως αυτή η συμπεριφορά ήταν το ένα πριν την τελική αγόρευση του εισαγγελέα και το άλλο κατά τα τελευταία λόγια των κατηγορουμένων. Στο πρώτο από αυτά τα στάδια, πάντα μια καταθλιπτική στιγμή για τον κατηγορούμενο σε οποιαδήποτε ποινική υπόθεση, τέσσερις ή πέντε από τους κατηγορούμενους κάθονταν με τα μάτια τους κλειστά ή ακουμπούσαν τα κεφάλια στα χέρια τους, όχι νευρικοί, αλλά μάλλον ακίνητοι. Μεταξύ των δημοσιογράφων που ήταν παρόντες ποικίλλουν οι απόψεις για το αν κοιμόντουσαν, ή απλά βαριούνταν, ή αν ήταν βαθιά επηρεασμένοι. Από την πλευρά μου, ως δικηγόρος, ήμουν πεπεισμένος ότι δοκίμαζαν την εμπειρία πολλών κατηγορουμένων. Ανεξάρτητα κατά πόσο νόμιζαν πριν ότι μπορούσαν να κατανοήσουν την ισχύ της κατηγορίας εναντίον τους και τον κίνδυνο της θέσης τους, η τελική ομιλία του Εισαγγελέα αναπόφευκτα έκανε αυτήν την συνειδητοποίηση πιο σαφή και πιο καταθλιπτική. Στο άλλο στάδιο, οι τελικές ομιλίες από τους κατηγορούμενους, ήταν φυσικό αρκετά να διαπιστωθεί ότι μερικές μόνο από αυτές, ήταν κάπως συναισθηματικά φορτισμένες.

Συνολικά, τότε, εξετάζοντας τις δύο κύριες και, σε πρώτη ματιά, τις περισσότερο βαρύνουσες κριτικές μ’ όλη την προσοχή και την ικανότητα που διαθέτω, ομολογώ ότι δεν μπορώ να βρω έδαφος για καμία από αυτές.

Είναι, φυσικά, άξιο παρατήρησης ότι τόσο στην κατάθεσή τους κατά τη διάρκεια της εξέτασης τους από τον Βισίνσκι, όσο και στον «τελικό λόγο» τους, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, κατηγορούμενοι, μολονότι μίλησαν φυσικά, ελεύθερα και αυθόρμητα, πράγματι διατύπωσαν τις ομολογίες τους με μια ταπεινωτική πληρότητα. Το γεγονός αυτό προκαλεί εντύπωση στους Άγγλους παρατηρητές, ιδιαίτερα σ’ εκείνους που έχουν συνηθίσει να κρίνουν ως περίεργη και, όντως, «αντι-αγγλική», κάθε δικαστική διαδικασία με βάση την ομοιότητά ή τη διαφορά της με την περίτεχνη και προσεχτική διαδικασία των αγγλικών δικαστηρίων. Και είναι έτοιμοι να συμπεράνουν πως αυτό και μόνο το χαρακτηριστικό αποτελεί στοιχείο που δείχνει ότι οι ομολογίες δεν ήταν, κατά κάποιο τρόπο, αυθεντικές. Αλλά εκτός από το ότι είναι πολύ επικίνδυνο να κρίνουμε ανθρώπους με διαφορετική συμπεριφορά, λες και δεν είχαν την τύχη να είναι Άγγλοι, θα πρέπει να συνηδητοποιήσουμε ότι όλα τα επιχειρήματα που ήδη αναπτύχθηκαν για να δείξουν ότι οι κατηγορούμενοι ήταν πράγματι ένοχοι, διατηρούν όλη την ισχύ τους και εδώ. Γιατί αν ήταν ένοχοι, οι ομολογίες τους, ανεξάρτητα απ΄το πόσο υπερβολικές φαίνονταν, δεν ήταν ψευδείς. Αυτό καθεαυτό το γεγονός αποκλείει κάθε υπόθεση που θεωρεί απίθανες τις ομολογίες και που συνάγεται απ΄την υπερβολή με την οποία αυτές διατυπώθηκαν στο δικαστήριο. Και θα πρέπει να υπενθυμίσουμε για τους Ζινόβιεφ και Κάμενεφ ότι οι ομολογίες τους το 1935 ήταν, και τότε, αυθεντικές, αν και ελλιπείς, μολονότι είχαν διατυπωθεί με εξίσου υπερβολικό τρόπο. Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για μια διαφορά στην συμπεριφορά και στον τρόπο που βλέπει κανείς τα πράγματα και, οπωσδήποτε, έχω παρατηρήσει παρόμοια ταπεινωτικές ομολογίες σε συνηθισμένες δίκες μικρής σχετικά σημασίας στην ΕΣΣΔ. Μπορεί κάποιος να δει ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν οι απολογούμενοι για να κατηγορήσουν τους εαυτούς τους ήταν πιο έντονη και ταπεινωτική προς το τέλος της δίκης απ΄ ότι νωρίτερα κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας και τούτο, νομίζω, είναι φυσικό. Κατά την ακροαματική διαδικασία, όταν η δίκη δεν είχε προχωρήσει τόσο ώστε να μην τους αφήσει κάποια εύλογη ελπίδα να ξεφύγουν απ΄το θάνατο, η συμπεριφορά των κατηγορουμένων ήταν εμφανώς πρόσχαρη και περήφανη. Είχαν ακόμα την διάθεση και το κίνητρο λόγω των μεταξύ τους διενέξεων όσον αφορά το σχετικό βαθμό ενοχής του καθενός και όσον αφορά την ακρίβεια των καταθέσεών τους σε γεγονότα στα οποία εμπλέκονται δύο, τρείς ή και περισσότεροι απ’ αυτούς.  Κατά το τελευταίο, όμως, στάδιο της δίκης ύστερα από την ξεκάθαρη ομιλία του Βισίνσκι και ύστερα από τέσσερις μέρες ακροματικής διαδικασίας όταν αυτές οι διενέξεις είχαν λυθεί και δεν υπήρχε περιθώριο για αμφιβολία ή ελπίδα, η φυσική αντίδραση (στην απουσία κάθε λογικής δυνατότητας να αρχίσει μια σύγκρουση για οποιοδήποτε βασικό ή επουσιώδες ζήτημα) θα ήταν προς στην κατεύθυνση να ξαλαφρώσει το μυαλό όλων. Όποια και αν είναι η εντύπωση που σχηματίζεται στην αυθεντική αγγλική σκέψη από αυτήν την περίεργη ψυχική στάση, είναι δύσκολο να δει κανείς πως μπορεί, υπό το φώς όλων των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, να πείσει οποιονδήποτε παρατηρητή για το ψεύδος των ομολογιών, την αθωότητα των κατηγορουμένων ή την ύπαρξη οποιασδήποτε ατασθαλίας κατά την προανακριτική εξέταση των κατηγορουμένων.

Η απάντηση στην επόμενη κριτική που θα εξετάσουμε είναι πιο σύντομη. Η κριτική αυτή έχει, χάριν συντομίας, ως εξής: ότι όλη η υπόθεση είναι απλώς απίστευτη και ότι κανείς, και περισσότερο απ’ όλους παλιοί επαναστάτες, δεν θα μπορούσε να επιδείξει την συμπεριφορά που υποτίθεται είχαν αυτοί οι άνδρες. Τούτο το επιχείρημα θα είχε κάποια βαρύτητα αν οι κατηγορούμενοι είχαν αρνηθεί τις κατηγορίες και αν αποδεικνύονταν ότι τα στοιχεία εις βάρος τους ήταν ανεπαρκή. Ελπίζω, όμως, να μην θεωρηθεί ως χαριτολογία αν πω ότι τούτο μου θυμίζει κάποιον που, όταν αντίκρισε για πρώτη φορά το Μεγάλο Κανάλι της Βενετίας ένα όμορφο απόγευμα, είπε, χωρίς δισταγμό, ότι δεν πιστεύει στα μάτια του. Το περίεργο, επιπλέον, με αυτήν την κριτική είναι ότι προέρχεται κυρίως από ανθρώπους οι οποίοι για χρόνια υποστήριζαν πως και η κυβέρνηση της και οι οικονομικές συνθήκες της Σοβιετικής Ρωσίας είναι τόσο κακές και πως ο λαός της βρίσκεται σε τόσο έκρυθμη κατάσταση επαναστατικού αναβρασμού που μόνο η αδίστακτη χρήση βίας αποτρέπει ένα επαναστατικό ξέσπασμα ανά πάσα στιγμή. Αυτοί οι κριτικοί θα έπρεπε σίγουρα να δεχθούν την είδηση ότι υπάρχουν συνομωσίες για να δολοφονηθούν οι επικεφαλείς μιας τέτοιας κυβέρνησης ως το πιο φυσικό και αναπόφευκτο πράγμα στο κόσμο αντί να δείχνουν μια τυφλή δυσπιστία που προσβάλλει τις σοβιετικές δικαστικές αρχές και καταδεικνύει την πραγματική γνώμη των κριτικών για την σταθερότητα της σοβιετικής κυβέρνησης. Παρόλα αυτά καλό είναι να απαντηθεί η κριτική αυτή με επιχειρήματα στο βαθμό που είναι αρκετά στέρεα για να επιδέχεται τέτοια αντιμετώπιση. Κατά πρώτον, και η πιο σκεπτικιστική εξέταση των διαθέσιμων στοιχείων, τόσο μέσα όσο και έξω από τα πλαίσια της δίκης, θα πρέπει να πείσει τον οποιονδήποτε ότι τροτσκιστικά και ζηνοβιεφικά κέντρα και ομάδες, λιγότερου ή περισσότερου συνωμοτικού χαρακτήρα, δρουν εδώ και κάμποσο καιρό. Το ερώτημα είναι πόσο μακριά ήταν διατεθειμένα να φτάσουν όλα αυτά τα κέντρα προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους. Δυστυχώς, είναι αναμφίβολο ότι κάποια από αυτά τα κέντρα ήταν διατεθειμένα να φτάσουν μακριά και, όντως φτάσαν τόσο μακριά ώστε να δολοφονήσουν τον Κίροφ. Αν κάποιος λάβει επίσης υπόψιν τις ομολογίες και όλο τον όγκο των πραγματικά αποδεικτικών στοιχείων που μπορούν να εξαχθούν από τo κατηγορητήριο και από τις πληροφορίες που αναφέρθηκαν στο δικαστήριο, είναι αρκετό για να καταδειχθεί ότι η τρομοκρατική συνομωσία πραγματικά υπήρχε. Και δεν χρειάζεται να είναι κανείς φοιτητής της ψυχολογίας για να καταλάβει σε πόση απελπισία μπορεί να οδηγήσει τελικά φιλόδοξους άντρες η παρατεταμένη και έντονη επιθυμία για εξουσία. Αν δεν υπήρχαν ομολογίες ή αποδεικτικά στοιχεία θα ήταν, κατά πρώτη άποψη, απίθανο, αλλά όχι αδύνατο, πως αυτοί οι άνθρωποι έφτασαν σε τέτοιο σημείο, ενάντια στην Μαρξιστική θεωρία και τα κοινά ανθρώπινα μέτρα. Αλλά ομολογίες και τα αποδεικτικά στοιχεία δεν έλειψαν. Η πιο πειστική αποκήρυξη αυτής της κριτικής, ωστόσο, μου φαίνεται να βασίζεται στο εξής: όχι μόνο είναι σίγουρα απίθανο, αλλά εντελώς αδύνατο για κάθε ομάδα ευφυών ατόμων που βρίσκεται στην διακυβέρνηση μιας χώρας να αφήσει να ακουστούν όλοι οι φόβοι, οι αμφιβολίες, οι επικρίσεις, και οι αμέτρητες παρεξηγήσεις και παρερμηνείες, που συνοδεύουν μια υπόθεση όπως αυτή, για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από το ότι η συνωμοσία αποδείχθηκε σαφώς και σίγουρα από τα τελικά στοιχεία. Αξίζει να κάνουμε μια παύση και να σκεφτούμε για λίγο το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στο οποίο ανακαλύφθηκε αυτή η συνομωσία (ή σύμφωνα με τους ακραίους κριτικούς, το σκηνικό στο οποίο η σοβιετική κυβέρνηση χωρίς να λογαριάζει ηθική και ειλικρίνεια και ακόμα την ίδια της την φήμη έστησε μια απαίσια φάρσα όπου δεκαέξι άνθρωποι δέχθηκαν εθελοντικά να παίξουν ρόλους για να καταστρέψουν τους ίδιους τους εαυτούς τους).

Πρόσφατα, και πιο συγκεκριμένα στο τρέχον έτος 1936, η Σοβιετική Ένωση εισήλθε σε μια νέα φάση όχι μόνο οικονομικής αλλά και πολιτικής ανάπτυξης. Από οικονομικής άποψης, το επίπεδο ζωής της – αν και, ακόμα, χαμηλότερο σε σύγκριση με αρκετές από τις πιο «τυχερές» χώρες αποτελεί, παρόλο αυτά, σχεδόν θαύμα σε σχέση με το τι ήταν δυο δεκαετίες πριν και είναι σχεδόν απίστευτο ακόμα και σε σχέση δύο χρόνια πριν.  Από πολιτικής άποψης, ένα γεγονός όπως η πλήρης και χωρίς περιορισμούς παροχή δικαιώματος ψήφου σε όλα τα μέλη των «απαλλοτριωμένων» τάξεων, το οποίο φιλικά διακείμενοι κριτικοί νόμιζαν και έλπιζαν ότι θα γίνει στα επόμενα οχτώ ή δέκα χρόνια, θα έχει σίγουρα επιτευχθεί πριν το τέλος του 1936. Η απευθείας εκλογή μέσω μυστικής ψηφοφορίας καθόλη την ιεραρχία των σοβιέτ και των άλλων οργάνων, που εκλέγονταν μέχρι τώρα με το έμμεσο σύστημα, είναι κάτι που επίσης θα γίνει σίγουρα αυτό το χρόνο.  Επιπλέον, τόσο στη σφαίρα της  διοίκησης όσο και της δικαιοσύνης, έχουν γίνει ή πρόκειται να γίνουν παραχωρήσεις οι οποίες στο σύνολό τους ισοδυναμούν με μια πολύ μεγάλη παραχώρηση εκτελεστικής εξουσίας. Λίγες είναι οι κυβερνήσεις που έχουν παραχωρήσει εθελούσια, μικρό ή μεγάλο μέρος της εκτελεστικής τους εξουσίας και, σχεδόν, κάθε κυβέρνηση στο κόσμο σήμερα προσπαθεί να επεκτείνει τις εκτελεστικές της αρμοδιότητες. Η ελευθερία του λόγου και των συναθροίσεων, η ελευθερία από την αυθαίρετη σύλληψη και το απαραβίαστο της αλληλογραφίας είναι δικαιώματα τα οποία, τουλάχιστον τυπικά, παραχωρήθηκαν από νωρίς. Στην παρούσα παγκόσμια πολιτική κατάσταση, όλα αυτά αποτελούν μια ατρόμητη δήλωση ότι η Σοβιετική Ένωση είναι πολιτικά και οικονομικά τόσο σταθερή που δεν χρειάζεται πια καμία έκτακτη εκτελεστική εξουσία για να υπερασπίσει τον εαυτό της με τις μακρόχρονες και επίμονες αιρέσεις των τροτσκιστικών και ζηνοβιεφικών κέντρων να έχουν φτάσει, κατά τα φαινόμενα, στο τέλος τους και με τους περισσότερους ηγέτες τους, ακόμα και αυτούς που είχαν εμπλακεί σε σοβαρά αντεπαναστατικά αδικήματα να έχουν μετανοήσει πλήρως και δημόσια, να έχουν συγχωρεθεί και να έχουν επανενταχθεί στο Κομμουνιστικό κόμμα. Ένας πραγματικά καλοκαιρινός ουρανός στον οποίο κανείς δεν θα ήθελε να δει μια καταιγίδα, στον οποίο κανείς, πάνω απ΄ολα δεν θα ήθελε να προκαλέσει μια καταιγίδα. Ξαφνικά, τραγικά η καταιγίδα ξεσπάει. Οι δηλώσεις μεταμέλειας αποδείχθηκαν ότι ήταν ψευδείς, και οι διαφωνούντες αποδείχθηκε ότι εκμεταλλεύθηκαν την κομματική επανένταξή τους όχι απλά για να συνεχίσουν την προπαγάνδα υπέρ των απόψεών τους (αναγκάζοντας, όμως, έτσι, την κυβέρνηση να αναρωτηθεί αν η επιεικής μεταχείριση εχθρικών στοιχείων δεν ήταν τελικά λάθος και αν θα έπρεπε να επανεξετάσει, προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας, τις δραστηριότητες όλων των γνωστών, ή κατ’ υποψία, τροτσκιστικών και ζηνοβιεφικών που κατέχουν υπεύθυνες θέσεις σε διάφορα σημεία της χώρας), αλλά και για συνωμοτήσουν ενεργά για να δολοφονήσουν κάποιους από τους κύριους ηγέτες της χώρας με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει τη μέγιστη δυνατή σύγχυση, τρόμο και αιματοχυσία με αποκλειστικό σκοπό να αρπάξουν οι ίδιοι την εξουσία. Σίγουρα, οι χειρότεροι παρανοϊκοί και μορφιομανείς της Κεντρικής Ευρώπης θα φαίνονταν να είναι πιο ήρεμοι και διαυγείς πολίτες σε σύγκριση με τους ηγέτες μιας μεγάλης χώρας που θα ανακοίνωναν σε μια τέτοια στιγμή την ανακάλυψη μια τέτοιας συνομωσίας και θα προχωρούσαν στη διεξαγωγή δημόσιας δίκης των συνωμοτών με οποιαδήποτε άλλη αιτία εκτός από το ότι τα γεγονότα είναι αδιάψευστα και η συνομωσία αποδεδειγμένη.

συνεχίζεται

Διαβάστε Περισσότερα »

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

D.N.Pritt: Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936) ΜΕΡΟΣ Β’

Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936)

Denis Nowell Pritt (22.9.1887-23.5.1972)

Διαπρεπής άγγλος νομικός και βουλευτής 1935-1950

Μέρος Α’

NPG x75665; Denis Nowell Prittσυνέχεια από «ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ» αρ.φυλ. 388 Ιούλη 2013

Ας αρχίσουμε απ’ το να ξεκαθαρίσουμε για το τι συνιστά ομολογία. Δεν θα πρέπει να παραπλανηθεί κανείς απ’ τον όρο «ομολογία» ή απ’ τη σύνδεσή του με την εξαναγκασμένη, και χωρίς βάση, ομολογία ενοχής ούτε να κρίνει κάποια ομολογία χωρίς να αναλύσει με ακρίβεια την φύση και το αποτέλεσμα των λέξεων που χρησιμοποιούνται σ’ αυτή. Σκέτες ομολογίες ενοχής μπορεί να ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό σε πειστικότητα, όχι μόνο σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες δίνονται, αλλά και ανάλογα με την στάση του εκάστοτε παρατηρητή. Αλλά όταν ο κατηγορούμενος δίνει μια μακροσκελή και λεπτομερή περιγραφή των κινήσεων και των συνομιλιών του η οποία βρίσκεται σε συμφωνία με τις περιγραφές άλλων που κατηγορούνται για παρεμφερείς κινήσεις και που έχουν πάρει μέρος σε μερικές ή όλες από τις ίδιες συνομιλίες, δύο πράγματα πρέπει σχεδόν αναγκαστικά να συμβαίνουν: Το πρώτο είναι ότι η ομολογία γίνεται πολύ πιο πειστική ως προς το άτομο που την πραγματοποιεί και το δεύτερο είναι ότι κάθε τέτοια ομολογία σε ανοιχτή δίκη μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αν χρειαστεί, ως αποδεικτικό στοιχείο που εμπλέκει και τα άλλα άτομα των οποίων οι κινήσεις και οι συνομιλίες περιγράφονται συγκεκριμένα από το ομολογούν άτομο τόσο με την ιδιότητα του μάρτυρα όλων αυτών των κινήσεων και συνομιλιών όσο και με την ιδιότητα ενός ανθρώπου που παραδέχεται την ενοχή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει, μετά από προσεχτική μελέτη, ότι οι μαρτυρίες διαφόρων κατηγορουμένων επιβεβαιώνονται σε σημαντικό βαθμό. Για παράδειγμα, η εισαγγελική αρχή ισχυρίστηκε ότι δυο απ’ τους κατηγορούμενους είχαν μια συνομιλία στην οποία χρησιμοποιήθηκε μια παρά πολύ ενοχοποιητική φράση. Και οι δυο εν λόγω κατηγορούμενοι – που δεν ήταν καθόλου φιλικοί ο ένας προς τον άλλο – παραδέχτηκαν ότι μια τέτοια συνομιλία είχε γίνει και συμπεριλάμβανε τις συγκεκριμένες ενοχοποιητικές λέξεις αλλά ο καθένας υποστήριξε ότι ήταν ο άλλος που τις χρησιμοποίησε. Δεν απαιτεί μεγάλη εμπειρία στην ζύγιση των αποδεικτικών στοιχείων για να συνειδητοποιήσει κανείς ότι μια τέτοια περίσταση όπως αυτή προσφέρει σημαντικές αποδείξεις της ενοχής, και σημαντική ενίσχυση της παραδοχής ενοχής, του ενός ή και των δύο εν λόγω κατηγορουμένων.

Έτσι, αυτό το πιο σημαντικό μέρος της μελέτης των επικρίσεων – και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να απολογηθώ επειδή αναφέρθηκα σ’ αυτές με κάποια λεπτομέρεια – έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που δείχνει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν αρκετά ισχυρά, ότι οι κατηγορούμενοι όταν ήρθαν αντιμέτωποι με αυτά, έχοντας την ευκαιρία να το εξετάσουν και ν’ αλλάξουν γνώμη, επέλεξαν να δηλώσουν ένοχοι. Ήταν έμπειροι, ευφυείς, και μορφωμένοι άνδρες, και είπαν ότι ήταν ένοχοι. Αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το τέλος της υπόθεσης. Αλλά για πολλούς απ’ τους κριτικούς είναι μάλλον η αρχή. Οι ομολογίες, ισχυρίζονται, μπορεί να έχουν αποσπαστεί με την βία, με απειλές ή με υποσχέσεις και, όπως φαίνεται, καλούμαστε να κάνουμε μια τέτοια υπόθεση. Το να υποθέτει κανείς αυτό που προσπαθεί να αποδείξει είναι απ’ τα πιο παλιά ρητορικά κόλπα και, σίγουρα, απαλλάσσει κάποιον από πολύ κόπο. Γνωρίζουμε, φυσικά, ότι η απόσπαση ομολογιών με τέτοιες μεθόδους αποτελεί κοινή πρακτική σε πολλές χώρες. Μερικοί από εμάς ήταν υποχρεωμένοι να μελετήσουν προσεχτικά εκείνες τις διατάξεις σχετικά με τις ποινικές διαδικασίες στην Βρεττανική Ινδία που αποσκοπούσαν να καταργήσουν τέτοιες μεθόδους καθώς και την επιτυχία ή την αποτυχία αυτών των διατάξεων. Ποιό στοιχείο, όμως, υπάρχει που να δείχνει ότι κάτι παρόμοιο συνέβη και στη συγκεκριμένη υπόθεση; Δεν πρόκειται ν’ αναφερθώ στους επαίνους προς την σοβιετική ποινική διαδικασία από ανθρώπους που, έχοντας προσωπική εμπειρία από ανακρίσεις που διενεργήθηκαν από τις αστυνομία ή τις δικαστικές αρχές της Σοβιετικής Ένωσης και όντας ελεύθεροι να μιλήσουν χωρίς να διαστρεβλώσουν τα γεγονότα, βεβαίωσαν ότι καμία μέθοδος «τρίτου βαθμού» δεν εφαρμόστηκε στην περίπτωσή τους. Ούτε ζητάω να δοθεί κάποιο ιδιαίτερο βάρος στον έπαινο που ο ίδιος προσωπικά αισθάνομαι την ανάγκη να αποδώσω στην μεγάλη αίσθηση δημοσίου καθήκοντος και στο υψηλό φρόνημα που εισέπραξα κατά την διάρκεια κατ’ ιδίαν συζητήσεων με διάφορους αξιωματούχους που επέβλεπαν τέτοιου είδους ανακρίσεις κατηγορουμένων. Νομίζω αρκεί, στην προκειμένη περίπτωση, να περιοριστεί κανείς στην εξέταση των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης. Μου φαίνεται ξεκάθαρο, για μια σειρά λόγων, πως οτιδήποτε που έχει τον χαρακτήρα αναγκαστικής ομολογίας είναι εγγενώς αδύνατο. Όσον αφορά τους περισσότερους απ’ τους κατηγορουμένους, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι πρόκειται για επίμονους και πάρα πολύ πεπειραμένους επαναστάτες για ανθρώπους που ξέραν καλύτερα από τον καθένα, λόγω προσωπικής εμπειρίας, τα περισσότερα είδη φυλακών και ανακρίσεων και που, πάνω απ’ όλα, ήταν πλήρως εξοικειωμένοι με την νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης των αρχών που ασχολήθηκαν μ’ αυτήν την υπόθεση. Αν ήταν στην πρακτική του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων, το οποίο κληρονόμησε το προσωπικό και τις λειτουργίες της G.P.U., ν’ αποσπά ομολογίες με απατηλές υποσχέσεις επιεικούς μεταχείρισης (τις οποίες δεν γνωρίζω ούτε πιστεύω στην ύπαρξη), κανένας σίγουρα δεν θα ήταν περισσότερο ικανός, στις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, να εκτιμήσει την πλήρη αχρηστία αυτών των υποσχέσεων από τους πεπειραμένους επαναστάτες τους οποίους είδα στο εδώλιο. Αν, πάλι, ήταν στην πρακτική του Επιτροπάτου να αποσπά ομολογίες με τη βία (που δεν νομίζω να πιστεύει αρμόδιος παρατηρητής), κανένας, πάλι, δεν θα ήταν περισσότερο ικανός να αντέξει μια τέτοια συμπεριφορά και στη συνέχεια να την εκθέσει ενώπιον όλου του κόσμου με την σίγουρη ελπίδα να δυσφημήσει τους εχθρούς του και να κερδίσουν συμπάθεια για τον εαυτό του. Εάν χρησιμοποιούνταν οποιαδήποτε απάτη, απλή ή περίπλοκη, προκειμένου να παγιδευτεί οποιοσδήποτε από αυτούς τους ανθρώπους σε ομολογία, σίγουρα αυτοί είχαν τις περισσότερες ικανότητες από οποιονδήποτε άλλον στη κόσμο για να εντοπίσουν και ν’ αποφύγουν την πλεκτάνη.

Ήταν, επιπλέον, προφανές στον καθένα που παρακολούθησε τη δίκη ότι οι ομολογίες, όπως έγιναν προφορικά μέσα στο δικαστήριο, δεν θα μπορούσαν να ήταν αποτέλεσμα μαγειρέματος ή πρόβας. Το στήσιμο μιας τέτοια φάρσας δεν θα ξεπερνούσε, αναμφίβολα, τις πνευματικές δυνάμεις συνηθισμένων ανθρώπων αν είχαμε την περίπτωση ενός μικρού συνόλου καλά καθορισμένων περιστατικών που θα μπορούσαν να απομνημονευτούν και να παπαγαλιστούν από ένα ή δύο άτομα χωρίς καμία βάση αλήθειας. Αλλά στην παρούσα υπόθεση, εμπλέκονταν δεκαέξι άτομα και συμπεριλαμβάνονταν δεκάδες διάλογοι και περιστατικά που έλαβαν χώρα στην διάρκεια πολλών ετών και σε τοποθεσίες που εκτείνονταν σε χιλιάδες μίλια, με τη συμμετοχή πότε του ενός, των δύο, των τριών ή περισσοτέρων απ’ τους κατηγορούμενους. Ακόμα και στους σχετικά αργούς ρυθμούς μιας αγγλικής δίκης, αμφιβάλλω αν πάνω από ένας ή δύο απ’ τους κατηγορούμενους θα μπορούσαν να αφομοιώσουν επιτυχώς τον ρόλο τους σε μια τέτοια φάρσα χωρίς να φανερωθεί το όλο εγχείρημα για δεκαέξι απλά δεν υπήρχε καμία ελπίδα. Η διαδικασία, όμως, σ’ ένα σοβιετικό δικαστήριο προχωρά με μεγάλη ταχύτητα, εν μέρει διότι απουσιάζουν οι τυπικότητες, εν μέρει διότι οι δικαστές δεν χρειάζεται να κρατούν λεπτομερείς σημειώσεις και εν μέρει διότι δεν υπάρχουν ένορκοι. Η διαδικασία στην παρούσα δίκη δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Και στη μέση της εξέτασης ενός απ’ τους κατηγορούμενους, όταν αυτός είπε κάτι το οποίο ενέπλεκε κάποιον άλλο ή αρνιόταν κάτι το οποίο κάποιος άλλος είχε καταθέσει πριν, τότε αυτός ο άλλος σηκώνονταν όρθιος – είτε μόνος του, αυθόρμητα, είτε μετά από κλήση του εισαγγελέα – και τότε το ζήτημα θα γίνονταν αντικείμενο αντιπαράθεσης με διασταυρούμενα πυρά ερωτήσεων-απαντήσεων, ισχυρισμών και κόντρα ισχυρισμών. Μήνες πρόβας απ’ τους καλύτερους ηθοποιούς δεν θα μπορούσε να καταστήσει ικανούς τους συμμετέχοντες σε ένα τέτοιο διαγωνισμό ν’ αντέξουν παραπάνω από δέκα λεπτά χωρίς ν’ αποκαλύψουν τον ψεύτικο χαρακτήρα του. Ούτε κανένας σκηνοθέτης θα διακινδύνευε την διάλυση της φάρσας επιτρέποντας να παιχτεί πιο γρήγορα. Η υιοθέτηση αυτής της διαδικασίας (συνηθισμένης, φυσικά, στη Σοβιετική Ένωση) χωρίς κανένας απ’ τους πιο επίδοξους κριτικούς να εντοπίσει κάποια παρασπονδία, αποτελεί την πιο πειστική απόδειξη της αυθεντικότητας της δίκης. Παρατήρησα, σε μια επιφανή εφημερίδα, τη δήλωση ότι οι κατηγορούμενοι φαίνονταν να επαναλαμβάνουν ένα καλά αφομοιωμένο μάθημα σαν να ήταν υπνωτισμένοι αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πως ο οποιοσδήποτε ανταποκριτής, οσοδήποτε μακριά και αν βρισκόταν απ’ την αίθουσα του δικαστηρίου, θα μπορούσε να σχηματίσει μια τέτοια εντύπωση. Εκτιμώ περισσότερο τον ανταποκριτή μιας Συντηρητικής Κυριακάτικης εφημερίδας στη Μόσχα ο οποίος ανέφερε: «Είναι μάταιο να νομίζει κανείς ότι η δίκη ήταν στημένη και οι κατηγορίες χαλκευμένες. Οι κατηγορίες της κυβέρνησης εναντίον των κατηγορουμένων είναι αυθεντικές».

Ακόμα ένα ουσιαστικό σημείο το οποίο συνηγορεί υπέρ της αυθεντικότητας των ομολογιών είναι η παντελής απουσία εκείνου του χαρακτηριστικού της δικαστικής διαδικασίας στις περισσότερες χώρες (συμπεριλαμβανομένου και της Αγγλίας) όπου είναι συνηθισμένο να προβάλλεται ο ισχυρισμός περί αντικανονικά αποσπώμενων ομολογιών: την προσπάθεια, δηλαδή, του κατηγορουμένου να αναιρέσει το σύνολο ή μέρος της ομολογίας του σε κάποιο στάδιο της δίκης. Θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι όση εξυπνάδα ή θάρρος και αν χρειάζονταν για μια τέτοια αναίρεση, οι κατηγορούμενοι σ’ αυτή την υπόθεση τα είχαν και τα δύο. Και είχαν επίσης, σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ όλους, την εμπειρία ή τη κοινή λογική που απαιτούνταν για να γίνει κατανοητό στους ίδιους ότι για όσο καιρό οι ομολογίες τους παρέμεναν αδιαμφισβήτητες οι πιθανότητες να γλιτώσουν το θάνατο ήταν για τους περισσότερους απ’ αυτούς απειροελάχιστες. Και αξίζει το κόπο να συνειδητοποιήσουμε πόσες ευκαιρίες είχαν για μια τέτοια αναίρεση. Θα μπορούσαν να το κάνουν αμέσως αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο. Αν ήταν στην επιλογή τους ν’ αφήσουν αυτή την ευκαιρία να περάσει, θα μπορούσαν να το κάνουν όταν καθένας απ’ αυτούς εξετάστηκε ξεχωριστά στη διάρκεια των τριών πρώτων ημερών της δίκης. Στη διάρκεια αυτών των εξετάσεων, ο κάθε κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να σηκωθεί όρθιος και να απευθυνθεί στο δικαστήριο, ενώ κάποιος άλλος κατηγορούμενος ήταν στην πραγματικότητα υπό εξέταση, σχεδόν όποτε και για όσο ήθελε προκειμένου να διευκρινίσει, να αντικρούσει, να επαυξήσει ή να τροποποιήσει. Επίσης, στο τέλος αυτών των εξετάσεων – και πριν την τελική αγόρευση του εισαγγελέα – καθένας απ’ τους δεκαέξι κατηγορουμένους κλήθηκε, σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, για την απολογία του. Απ’ τη στιγμή, βέβαια, που δεν απολογούνταν, με τη στενή έννοια για κάτι, και δεδομένου ότι η σοβιετική διαδικασία, κατά γενικό κανόνα, δίνει πάντα στους κατηγορουμένους το δικαίωμα να έχουν τον τελευταίο λόγο, ήταν αρκετά φυσικό και λογικό να προτιμήσουν να μην πουν τίποτα σ’ αυτό το στάδιο όταν ο εισαγγελέας θα είχε κάθε ευκαιρία ν’ απαντήσει σε οτιδήποτε δήλωναν αλλά να κρατήσουν αυτά που ήθελαν να πουν για το τέλος. Και τότε, λοιπόν, όταν ο εισαγγελέας είχε ολοκληρώσει την τελική αγόρευσή του – που ήταν σθεναρή σε περιεχόμενο μολονότι ήρεμη και συγκρατημένη σε μορφή – καθένας απ’ τους δεκαέξι είχε το δικαίωμα του τελευταίου λόγου, το δικαίωμα ν’ απευθυνθεί στο δικαστήριο ελεύθερα και για όσο χρόνο ήθελε. Φυσικά, άσκησαν αυτό το δικαίωμα. Μερικοί μίλησαν σύντομα, άλλοι περισσότερο. Μερικοί απευθυνθήκαν στο δικαστήριο, όπως είχαν καθήκον να κάνουν, ενώ άλλοι, με αρκετή ειλικρίνεια, γύρισαν την πλάτη προς την έδρα και απευθυνθήκαν προς το κοινό που βρίσκονταν στην αίθουσα του δικαστηρίου χωρίς να εγκληθούν στην τάξη επειδή έκαναν κάτι τέτοιο. Οι διακοπές αυτών των ομιλιών απ’ τον εισαγγελέα ή το δικαστήριο δεν ανάλωσαν ούτε το ένα δέκατο του χρόνου. Εάν, με όλες τις παραπάνω διαδοχικές ευκαιρίες, αυτοί οι πολυμήχανοι, έμπειροι και γενναίοι άντρες (ανεξάρτητα απ’ τα εγκλήματά τους) ούτε που υπονόησαν να αποσύρουν κάποιο μέρος της ομολογίας τους (εκτός απ’ τον Χόλτζμαν ο οποίος, όπως ο Σμιρνόφ, δήλωσε εξαρχής ότι αρνείται άμεση συνέργεια σε τρομοκρατικές ενέργειες μολονότι το είχε παραδεχτεί κατά την διάρκεια της ανάκρισης) ή ότι κάτι ακατάλληλο είχε συμβεί κατά την προσαγωγή τους. Και ας θυμηθούμε ότι αν είχε επιστρατευτεί το παλιομοδίτικο κόλπο με το οποίο προκαλείς τον Α να ομολογήσει λέγοντάς του ο Β ήδη ομολόγησε και το οποίο δεν είχε εντοπιστεί έγκαιρα, θα είχε εντοπιστεί αναπόφευκτα στην ακροαματική διαδικασία. Και αν, πάνω απ’ όλα, αυτή η στάση της μη απόσυρσης των ομολογιών συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της δίκης οπότε ο εισαγγελέας ζήτησε με έμφαση την θανατική ποινή για όλους τους κατηγορουμένους και η φύση της υπόθεσης έκανε αδύνατη τη διατήρηση κάποιων ελπίδων για επιείκεια – εκτός ίσως για έναν ή δύο απ’ αυτούς – τότε το αβίαστο συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ομολόγησαν επειδή ήταν ένοχοι και χωρίς τη χρήση απειλών, υποσχέσεων ή ανακριτικών μεθόδου τρίτου βαθμού. Πως δικαιολογείται τότε ο ισχυρισμός ενόσο γνωστού επικριτή ότι οι ομολογίες ήταν «άχρηστες για τις περιστάσεις». Μα οι ίδιες οι περιστάσεις, πάνω απ’ όλα, δείχνουν ότι πρέπει να είναι αυθεντικές. Γιατί δεν θα πρέπει να υποθέσουμε, για ανθρώπους σαν κι’ αυτούς, ότι ο λόγος που δεν είπαν τίποτα εναντίον της κυβέρνησης και εναντίον των ανακριτών, ούτε τίποτα υπέρ των ίδιων (εννοεί: των κατηγορουμένων), είναι ότι δεν υπήρχε τίποτα να ειπωθεί; Και για να έχουμε καλό ερώτημα, πού υπάρχει κάποια βάση για τον κατηγορηματικό ισχυρισμό, ο οποίος προέρχεται από μια πολύ διακεκριμένη πλευρά, ότι «οι ομολογίες αποσπάστηκαν με μέσα που δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί»; Καταλαβαίνω ότι είναι δυνατόν να λαμβάνεται ως δεδομένο, και χωρίς απόδειξη, ότι οι «ομολογίες αποσπάστηκαν», γιατί η εμπειρία μου έχει δείξει πόσο περίεργα μπορεί να επιχειρηματολογούν ακόμα και έξυπνοι άνθρωποι. Αλλά προς τί αυτό το παράπονο για το ότι «δεν έχουν αποκαλυφθεί»; Οι κατηγορούμενοι, φυσικά, θα μπορούσαν να έχουν αποκαλύψει πώς έγινε και ομολόγησαν. Και πραγματικά, στην ουσία, αποκάλυψαν ότι ομολόγησαν γιατί ήταν ένοχοι και δε μπορούσαν να αποφύγουν την καταδίκη. Αλλά, προφανώς, ο παραπάνω επικριτής έχει την απαίτηση να δημοσιευτούν μέσα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ανάκριση. Αποτελεί, όμως, μέρος των καθηκόντων των δικαστικών αρχών να δημοσιεύουν εκθέσεις που να περιγράφουν επακριβώς πώς διενεργήθηκαν οι προκαταρκτικές ανακρίσεις για τις οποίες εκείνοι που έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και την καλύτερη πληροφόρηση, δηλαδή οι κατηγορούμενοι, δεν έχουν κανένα παράπονο; Μπορεί να μας αναφέρει κάποια χώρα στην οποία τούτο έχει γίνει ή έστω απαιτηθεί; Είναι πολύ έμπειρος και ευφυής για να κάνει παρατηρήσεις που δεν έχουν κανένα νόημα αλλά δυσκολεύομαι πολύ να καταλάβω ποιό είναι το νόημα αυτής της παρατήρησης.

Αλλά δεν αναφέρθηκαν όλοι οι λόγοι απόρριψης αυτών των κριτικών. Απομένει μια απάντηση που απαιτεί κάποια προσοχή για να διατυπωθεί και να κατανοηθεί αλλά, τούτης δοθείσας, είναι τόσο πειστική όσο οποιαδήποτε άλλη. Αυτή η απάντηση βρίσκεται στην μελέτη του λίγο-πολύ πρόσφατου παρελθόντος τεσσάρων εκ των κατηγορουμένων: του Ζινόβιεφ, του Κάμενεφ, του Γιεβντοκίμοφ και του Μπακάγιεφ. Τα γεγονότα αυτού του παρελθόντος δείχνουν πως αυτοί οι τέσσερις άνδρες κατείχαν, και σε πολύ σημαντικές περιστάσεις εφάρμοσαν, την σοφή τακτική – όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με στοιχεία που ξεκάθαρα τους εμπλέκουν – να ομολογήσουν ανοικτά μόνο ότι δεν μπορούσαν να αποφύγουν και τίποτα παραπάνω, ανεξάρτητα απ’ το πόσα περισσότερα μπορεί να είχαν διαπράξει στην πραγματικότητα.

Στη παρούσα υπόθεση, φυσικά, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τα στοιχεία, ομολόγησαν όλοι ότι εμπλέκονται στην δολοφονία το Κίροφ στο Λένινγκραντ τον Δεκέμβριο του 1934 αλλά είναι σημαντικό να παρακολουθήσουμε, βήμα προς βήμα, το ιστορικό της αποκάλυψης της ενοχής τους και την ομολογία της. Η πρώτη δίκη για τον θάνατο του Κίροφ διεξάχθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1934 με βάση τις κατηγορίες εναντίον του φυσικού και δεκατριών άλλων ατόμων που εμπλέκονταν άμεσα. Αυτές οι κατηγορίες δεν αφορούσαν κανένα από τους τέσσερις προαναφερόμενους (Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Γιεβντοκίμοφ και του Μπακάγιεφ) διότι δεν προέκυψαν ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος τους – μολονότι έγιναν έρευνες σχετικά με τις δραστηριότητές τους. Ας κάνουν μια παύση και ας αναλογιστούν τη βαρύτητα αυτών των γεγονότων οι πιο ένθερμοι απ’ τους επικριτές της παρούσας δίκης. Αν οι απόψεις οι οποίες εκφράζουν για τη σοβιετική δικαστική διαδικασία με τόση ευκολία, αλλά χωρίς καμία προφανή βάση, ήταν ορθές, αν ο Στάλιν και οι συνεργάτες του ήταν το είδος ανθρώπων που θα οργάνωναν μια συνομωσία προκειμένου να εξασφαλίσουν τη δικαστική δολοφονία των παλιών αντιπάλων τους και αν οι ομολογίες μπορούσαν να αποσπαστούν τόσο εύκολα όσο υποστηρίζουν, τότε μια μικρή «λεπτομέρεια», όπως η έλλειψη στοιχείων, σίγουρα δεν θα αποθάρρυναν τις διωκτικές αρχές σ’ εκείνο το στάδιο. Υποψιάζονταν τους τέσσερις άνδρες. Η ομολογία, η καταδίκη και η τιμωρία τους, εκείνη τη χρονική στιγμή, θα είχε την μεγαλύτερη δυνατή αξία από άποψη γοήτρου και προπαγάνδας. Και η στιγμή ήταν, ψυχολογικά, η πιο κατάλληλη για ασυνείδητα άτομα να μεθοδεύσουν την εξάλειψη της αντιπολίτευσης. Τέτοια άτομα, όπως ισχυρίζονται οι επικριτές ότι ήταν και ο Στάλιν, δεν θα δίσταζαν ούτε για μια στιγμή. Θα είχαν αποσπάσει μια ομολογία, που ήταν κάτι αρκετά απλό να γίνει. Χρειάζονταν μόνο μια υπόσχεση για επιείκεια ή κάποιο άλλο απλό κόλπο όπως να τους πουν ότι κάποιος μεταξύ τους είχε ομολογήσει. Μια δόση του περίφημου φαρμάκου – που επινοήθηκε από έναν απ’ τους πιο αδίστακτους συκοφάντες στον καιρό της δίκης της Metro-Vickers - που ανάγκαζε τους ανθρώπους να πουν την αλήθεια, ψέματα ή οτιδήποτε άλλο. Λίγος υπνωτισμός ή λίγα βασανιστήρια ή μια απλή χάλκευση στοιχείων. Τίποτε δεν φαινόταν να ήταν δυνατό να τους εμποδίσει να κάνουν οτιδήποτε απ’ όλα αυτά παρά μόνο η επιθυμία να διεξάγουν μια δίκαιη και κανονική δίκη. Παρόλα αυτά, οι σοβιετικές αρχές, ακριβώς σαν να ήταν πολιτισμένοι άνθρωποι, μην έχοντας κανένα στοιχείων εναντίον των τεσσάρων ανδρών, δεν τους απήγγειλαν καμία κατηγορία. Και αφού δεν υπήρχαν στοιχεία με τα οποία να έρθουν αντιμέτωποι, οι τέσσερις δεν ομολόγησαν φυσικά. Ο Ζινόφιεβ, μάλιστα έστειλε στην Πράβδα μια κάπως υμνητική νεκρολογία για τον άνθρωπο στο φόνο του οποίου αργότερα ομολόγησε συνενοχή χωρίς να δημοσιευτεί. Λίγο, όμως, μετά τη δίκη των δεκατεσσάρων ατόμων, οι ανακριτικές αρχές ανακάλυψαν επιπλέον στοιχεία και στις 13 Ιανουαρίου του 1935 οι τέσσερις άνδρες, μαζί με άλλους, κατηγορήθηκαν για το έγκλημα της συμμετοχής στο «Κέντρο της Μόσχας», μια τρομοκρατική οργάνωση που βρίσκονταν σ’ επαφή με το «Κέντρο του Λένινγκραντ» το οποίο ήταν υπεύθυνο για την δολοφονία του Κίροφ. Δεν υπήρχε ακόμα τίποτα για να δείξει ότι κάποιος από αυτούς είχε είτε συναινέσει είτε δώσει οδηγίες για τη δολοφονία. Και, αντιμέτωποι με τα τότε διαθέσιμα στοιχεία, οι τέσσερις άνδρες σκόπιμα, και χωρίς αμφιβολία πολύ σοφά, ομολόγησαν ότι θα μπορούσε να αποδειχθεί και πολύ λιγότερο, βέβαια, από ό, τι στη συνέχεια ανακαλύφθηκε. Και δεν καταδικάστηκαν καν σε θάνατο, όπως θα μπορούσε να είχε γίνει, αλλά σε φυλάκιση. Όσον αφορά τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, δεν θα ήταν άδικο να αποδώσουμε αυτή την επιείκεια στο σεβασμό στις υπηρεσίες τους προς την επανάσταση αλλά θα πρέπει τότε να θυμίσουμε ότι τούτη όπως και άλλες περιπτώσεις επιείκειας προς αυτούς τους δύο άνδρες και τους συνεργάτες τους δεν συμβιβάζονται με τον ισχυρισμό ότι αναζητούνταν δικαιολογίες για να τους εξολοθρεύσουν. Πότε, ίσως, δεν είχαν λιγότερη πολιτική βαρύτητα ως σοβαρή αντιπολίτευση – ανεξάρτητα απ’ την επικινδυνότητα τους ως υποκινητές ατομικών δολοφονιών – απ’ ότι είχαν το 1936. Δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητήσει κανείς ούτε την αυθεντικότητα των ομολογιών τους τον Ιανουάριο του 1935 ούτε την ορθότητα των ανακρίσεων που οδήγησαν σ’ αυτές. Και αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί τέτοιες αμφιβολίες πρέπει να εκφράζονται για τις ομολογίες του 1936 ή για τις μεθόδους απόκτησής τους. Οι ομολογίες τους, λοιπόν, φαίνεται ν’ αποτελούν μέρος μια συνετής τακτικής που ακολουθήθηκε συστηματικά από ψύχραιμους και καθαρά σκεπτόμενους ανθρώπους: αφήνουν, δηλαδή, τους ανακριτές να τους δείξουν ,τι μπορεί να στοιχειοθετηθεί και αυτοί θα ομολογήσουν αυτό ακριβώς και τίποτα περισσότερο.

συνεχίζεται

Διαβάστε Περισσότερα »

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

D.N.Pritt: Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936)

Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936)
Denis Nowell Prit (22.9.1887-23.5.1972)
Διαπρεπής άγγλος νομικός και βουλευτής 1935-1950
Η δίκη των Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ, Γιεβντοκίμοφ, Μπακάγιεφ και δώδεκα άλλων ατόμων για συμμετοχή σε τρομοκρατική συνωμοσία εναντίον της κυβέρνησης της Σοβιετικής Ένωσης που πραγματοποιήθηκε προς το τέλος Αυγούστου του 1936 στη Μόσχα και που κατέληξε στην καταδίκη σε θάνατο και στην εκτέλεση όλων των κατηγορούμενων, έχει προκαλέσει κύματα κριτικής στη Μεγάλη Βρεττανία. Κάποια από αυτή την κριτική ήταν ανοιχτά ανήθικη και εν πολοίς βασίστηκε στην ανυπόστατη παραδοχή ότι οι Σοβιετικές αρχές ήταν ένοχες για κάθε είδους κατάχρηση αλλά, στο μεγαλύτερό της μέρος ήταν καλόπιστη. Είναι επίσης ξεκάθαρο ότι μερικές εκτιμήσεις είχαν να κάνουν, εν μέρει ή εξ’ ολοκλήρου, είτε με ανακρίβειες ή παρανοήσεις πάνω στις αναφορές που έφτασαν στη χώρα μας. Πραγματικά, όσο περισσότερο μελετώ τα διαθέσιμα υλικά, έχοντας το προνόμιο της νομικής μου κατάρτισης και της παρουσίας μου στην ακροαματική διαδικασία, και τα συγκρίνω με τις πολύ περιληπτικές αναφορές που ήταν το μόνο που είχαν υπόψη τους οι περισσότεροι επικριτές όταν έγραψαν τις πρώτες τους κριτικές, τόσο πιο πολύ επιείκεια αισθάνομαι απέναντι ακόμα και σ’ αυτούς που τα συμπεράσματά τους ήταν, κατά τη γνώμη μου, τα περισσότερο αβάσιμα. Φυσικά, η κριτική δεν προέρχεται καθόλου μόνο από εκείνους τους παρατηρητές για τους οποίους είναι σωστό να πούμε πως οτιδήποτε ανέφεραν ή προφήτεψαν για τη Σοβιετική Ένωση διαψεύστηκε. Στους κριτικούς περιλαμβάνονται τόσο εφημερίδες όσο και άτομα που φημίζοταν για την αντικειμενικότητά τους. Θα πρέπει, βέβαια, να γίνει ξεκάθαρο απ’ την αρχή ότι οι κριτικοί που αρνούνται να πιστέψουν πώς θα μπορούσε να ήταν δυνατόν ο Ζηνόβιεφ ή ο Κάμενεφ να συνωμοτήσουν για να δολοφονήσουν τον Κίροφ, τον Στάλιν, τον Βοροσίλοφ και άλλους, ακόμα και όταν οι ίδιοι το παραδέχτηκαν, βρίσκονται μπροστά σε μια μεγάλη λογική δυσκολία. Διότι, αν απορρίψουν ολόκληρο το σκεπτικό της Εισαγγελίας ως μια «σκευωρία», προκύπτει αναπόφευκτα το συμπέρασμα ότι ο Στάλιν και σημαντικός αριθμός άλλων αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων των δικαστών και του Εισαγγελέα, ήταν οι ίδιοι ένοχοι μιας βρώμικης συνωμοσίας με στόχο την δικαστική δολοφονία των Ζηνόβιεφ, Κάμενεφ και αρκετών άλλων. Εννοείται πως οι λιγότερο ειλικρινείς κριτικοί θα χαρούν να υιοθετήσουν αυτή την θεωρία. Σε κάθε περίπτωση θα προτιμήσουν να αμαυρώσουν τους ηγέτες μιας σοσιαλιστικής χώρας παρά τους ανθρώπους που ομολογούν ότι επιχείρησαν να δολοφονήσουν αυτούς τους ηγέτες. Αλλά για κάποιους από εμάς με μνήμη, αυτή η ξαφνική στοργή και ο θαυμασμός για τον Ζηνόβιεφ και την «Παλιά Φρουρά» είναι λίγο κωμική.
Περνώντας τώρα στις κριτικές, είναι σημαντικό να απαντηθούν πλήρως και αντικειμενικά ανεξάρτητα απ’ την προέλευσή τους. Δεν ζούμε μόνο σε μια εποχή στην οποία η μια χώρα μετά την άλλη κινδυνεύει από οικονομική κατάρρευση ή τη φασιστική βαρβαρότητα ή και απ’ τα δύο. Αλλά απ’ την άποψη του στενού και άμεσου πολιτικού συμφέροντος, είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ειρήνη και την πρόοδο να μην υπάρχει καμία παρεξήγηση, και ιδιαίτερα καμία τεχνητή παρεξήγηση, μεταξύ της ΕΣΣΔ και των Δυτικών δημοκρατιών. Καθώς είχα το προνόμιο να μελετήσω τις σοβιετικές νομικές διαδικασίες αρκετά λεπτομερώς τα τελευταία χρόνια και να παρακολουθήσω την προαναφερόμενη δίκη, θα ήθελα ν’ απαντήσω με όση το δυνατόν μεγαλύτερη συντομία και σαφήνεια τις κύριες κριτικές που έχουν διατυπωθεί στη Μεγάλη Βρετανία.
Ίσως η πιο γενική και σημαντική κριτική που έχει εκφραστεί είναι πως δεν μπορεί να υπάρχουν άνθρωποι που ομολόγησαν ανοιχτά και πλήρως εγκλήματα τέτοιας βαρύτητας. Μαζί μ’ αυτή την κριτική έρχεται και η υπόθεση ότι οι ομολογίες θα πρέπει να αποσπάστηκαν με τη βοήθεια μεθόδων «τρίτου βαθμού» ή άλλων απαράδεκτων τρόπων. Θα συζητήσω αυτά τα δύο σημεία, λίγο-πολύ, μαζί ξεκινώντας απ’ το πιο γενικό.
Οι κριτικοί φαίνεται να αποδέχονται, σχεδόν ως απόδειξη, ότι πρέπει να υπάρχει κάτι το μή αυθεντικό σχετικά με την διαδικασία της δίκης, το γεγονός, δηλαδή, ότι οι κατηγορούμενοι (με λίγες εξαιρέσεις που θα συζητήσω πιο κάτω) δήλωσαν ένοχοι και παραδέχτηκαν τα εγκλήματά τους πλήρως και με ειλικρίνεια. Μολονότι είναι δύσκολο για κάποιον να κατανοήσει τη λογική αυτού του ισχυρισμού, θα ήταν λάθος να αγνοήσουμε το γεγονός ότι η φαινομενική ταπεινότητα και προθυμία των ομολογιών προκαλεί εντύπωση σε κάποιον που είναι πιο εξοικειωμένος με την αγγλική δικονομία. Τούτο, νομίζω, εξηγείται επαρκώς αν ληφθούν υπόψη οι πολύ μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο εθνών στο ύφος και στους τρόπους συμπεριφοράς. Αν ζητούσαμε από έναν μορφωμένο Γάλλο, έναν μορφωμένο Άγγλο και έναν μορφωμένο Γερμανό να περιγράψει με τον δικό του τρόπο οποιαδήποτε απλή έννοια ή οποιοδήποτε σύνολο γεγονότων – με όση συντομία ή λεπτομέρεια κρίνει ο ίδιος ότι χρειάζεται – οι τρείς απαντήσεις θα ήταν πολύ διαφορετικές σε έκταση, μορφή, ύφος, ακόμα και σε περιεχόμενο. Η πιο σημαντική άποψη την οποία θέλω να αναλύσω πολύ καλά, άσχετα αν παραδέχομαι ότι έχει λογική ισχύ, είναι ότι στις συγκεκριμένες συνθήκες οι ομολογίες ενοχής καθ’ εαυτές δείχνουν ότι κάτι δεν πάει καλά ή ότι κάτι είναι κατασκευασμένο στην όλη ΔΙΩΞΗ. Τώρα, θα πρέπει βέβαια να παραδεχθούμε ότι σ’ όλες τις χώρες, ακόμα και σ’ εκείνες στις οποίες υπάρχει μεγάλη επάρκεια από πλήρως ικανούς και πολύ έξυπνους δικηγόρους υπεράσπισης, οι υπόδικοι μερικές φορές δηλώνουν ένοχοι όταν διαπιστώσουν ότι τα στοιχεία εναντίον τους είναι συντριπτικά. Οι φίλοι μου στην ΕΣΣΔ μου λένε ότι τούτο είναι περισσότερο συνηθισμένο στην χώρα τους παρά σε άλλες και δεν σχολιάζουν με καθόλου κολακευτικά λόγια τα δικαστικά συστήματα τα οποία επιτρέπουν στους κατηγορουμένους να καταναλώνουν πολύτιμο χρόνο και ενέργεια σ’ ελιγμούς και τακτικές υπεράσπισης ενώ είναι προφανώς ένοχοι. Και θα πρέπει να πώ, προς επιβεβαίωση αυτού του ισχυρισμού, ότι σε συζητήσεις μου με κρατούμενους σε σοβιετικές φυλακές που περίμεναν δίκη με σοβαρές κατηγορίες εντυπωσιάστηκα συχνά με την ετοιμότητα με την οποία μου δήλωσαν, παρουσία δεσμοφυλάκων, ότι είναι ένοχοι και ότι δεν μπορούν να έχουν παράπονο αν τιμωρηθούν. Και, φυσικά, ακούμε συχνά, ακόμα και στην Αγγλία, για κατηγορούμενους που τους συγχαίρουν επειδή δήλωσαν ένοχοι και που έχουν περισσότερο επιεική μεταχείριση διότι δεν ανάλωσαν χρόνο προβάλλοντας μια ανούσια υπεράσπιση. Η σοβιετική δικονομία, όπως και η αγγλική, δίνει στον κατηγορούμενο πολλές ευκαιρίες να δεί ποιά είναι τα δυνατά σημεία της εισαγγελικής κατηγορίας αν και τα δύο δικονομικά συστήματα διαφέρουν κάπως όσον αφορά την προανακριτική διαδικασία. Στην Αγγλία και στις χώρες στις οποίες το δικαστικό σύστημα προέρχεται απ’ το αγγλικό, το αποδεικτικό υλικό μιας οποιασδήποτε σημασίας υπόθεσης προβάρεται, κατά κάποιον τρόπο, σε προκαταρκτική ανοιχτή ακρόαση ενώπιον πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πριν τη παραπομπή της υπόθεσης σε κανονική δίκη. Σε πολλές, όμως, χώρες, συμπεριλαμβανομένου και της ΕΣΣΔ και, νομίζω, σε κάθε άλλη Ευρωπαϊκή χώρα με ...πρακτική , δεν υπάρχει ανοιχτή ακροαματική διαδικασία πριν την κανονική δίκη αλλά το αποδεικτικό υλικό ετοιμάζεται στη διάρκεια προκαταρκτικής ανάκρισης η οποία γενικά περιλαμβάνει μια ενδελεχή εξέταση του κατηγορουμένου. Απ’ την πορεία αυτής της ανάκρισης, και ιδιαίτερα απ’ τη μελέτη των φακέλων με τα πρακτικά και του κατηγορητηρίου που έχει το δικαίωμα να δεί μετά το τέλος της προκαταρκτικής ανάκρισης, ο κατηγορούμενος ή ο δικηγόρος του έχει την πλήρη δυνατότητα να αξιολογήσει την ισχύ των εισαγγελικών επιχειρημάτων. Και τα δύο δικονομικά συστήματα έχουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους και απ’ την σκοπιά της προοπτικής του κατηγορουμένου για αθώωση και απ’ την σκοπιά της διαχείρισης της δικαιοσύνης για το δημόσιο συμφέρον. Οι γνώμες διίστανται όσον αφορά τις αρετές του κάθε συστήματος και μια λεπτομερής έκθεση αυτού του ζητήματος θα διαρκούσε πολύ, ωστόσο ένας υπεύθυνος κριτικός θα αποφύγει να υποθέσει ότι θα πρέπει να υπάρχουν σοβαρά ελαττώματα σε κάθε δικαστική διαδικασία που δεν ακολουθεί το αγγλικό δικονομικό σύστημα το οποίο έχει μάθει, εξ’ απαλών ονύχων, να σέβεται με την ίδια τυφλή αφοσίωση που ο πατέρας του ή παππούς του είχαν στην αποδοτικότητα του βρετανικού ναυτικού. Φυσικά, απ’ τα παραπάνω δεν συμπεραίνω ότι οι επικριτές της παρούσας δίκης διαμαρτύρονται, κατ’ αρχάς, ότι δεν είναι ορθή η επιλογή των σοβιετικών δικαστηρίων να υιοθετήσουν κατά βάση το δικονομικό σύστημα των άλλων χωρών της ηπειρωτικής Ευρώπης αντί του αγγλικού – ενδεχομένως πολλοί απ’ αυτούς να μην γνωρίζουν τίποτα για αυτά τα δύο συστήματα ή για τις διαφορές μεταξύ τους – αλλά για τους σκοπούς της συζήτησής μας, είναι αρκετό να πούμε ότι και τα δύο συστήματα προσφέρουν στον κατηγορούμενο όλες τις ευκαιρίες να διαπιστώσει το βάσιμο της κατηγορίας εναντίον του και ν’ αποφασίσει εάν θα δηλώσει ένοχος ή όχι.
Αν, τότε, θεωρήσουμε φυσιολογικό, είτε στην ΕΣΣΔ είτε οπουδήποτε αλλού, για κατηγορουμένους, που ξέρουν οι ίδιοι ότι είναι ένοχοι, να εξετάσουν το ενδεχόμενο να παραδεχτούν την ενοχή τους – και σε κάποιες περιπτώσεις να το κάνουν αν δούν ότι ο εισαγγελέας μπορεί να το αποδείξει καθαρά σ’ αντίθετη περίπτωση – και προχωρήσουμε, υπό το φώς αυτού του γεγονότος, στην εξέταση της παρούσας υπόθεσης, θα καταλήξουμε σ’ αρκετά ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Το πρώτο είναι ότι αν μελετήσει κανείς το υλικό που αναδείχθηκε απ’ το ίδιο το κατηγορητήριο, τις ερωτήσεις που υπέβαλε ο Βισίνσκι (ο δημόσιος κατήγορος) στους κατηγορουμένους και τις απαντήσεις τους, τις παρατεταμένες και χωρίς διακοπή ομιλίες που έδωσαν οι περισσότεροι απ’ αυτούς κατά την εξέτασή τους απ’ τον Βισίνσκι και τις ακόμα περισσότερο τις έντονες διαφωνίες του ενός κατηγορούμενου με τον άλλο όταν κάποιο σημείο της υπόθεσης πραγματεύοταν εξαντλητικά κατά την διάρκεια της αυτής της εξέτασης (η οποία διάρκεσε τρείς απ’ τις πέντε μέρες της ακροαματικής διαδικασίας), τότε θα σχηματίσει την άποψη (σκοπίμως χρησιμοποιώ αυτόν τον ευφημισμό για λόγους που θ’ αναφέρω αμέσως) ότι τα διαθέσιμα στοιχεία εις βάρος καθενός απ’ τους κατηγορουμένους – και σ’ αυτά τα στοιχεία συμπεριλαμβάνονται, σύμφωνα με την πρακτική κάθε Ευρωπαϊκής νομικής αρχής, και οι καταθέσεις των άλλων κατηγορουμένων – ήταν στοιχεία πραγματικής ισχύος και ουσίας. Όταν χρησιμοποιώ την μετριοπαθή έκφραση «κάποιος θα σχηματίσει την άποψη» το κάνω γιατί, όταν επιχειρούμε να κριτικάρουμε ή να καταλάβουμε την υπόθεση γενικά ή την πραγματική ισχύ των στοιχείων του κατηγορητηρίου ειδικά, είναι ζωτικής σημασίας να έχουμε υπόψη μας ότι αφού όλοι οι κατηγορούμενοι δήλωσαν ένοχοι σ’ όλες τις κατηγορίες (με επιφυλάξεις μόνο απ’ την μεριά του Σμιρνόφ και Χόλτζμαν) δεν υπήρχε καμιά ανάγκη ούτε για την εισαγγελία ν’ αποκαλύψει σ’ ανοιχτή δίκη όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, ώστε να στηρίξει όλη την υπόθεση, ούτε για το δικαστήριο να εξετάσει και να ζυγίσει τα στοιχεία για ν’ αποφασίσει για την ενοχή τους. Ό, τι έγινε και επιχειρήθηκε ήταν να εκτεθούν σ’ ανοιχτή δίκη τα γεγονότα και τα στοιχεία μέχρι εκείνο το σημείο που θα επέτρεπε στους δικαστές ν’ αποφασίσουν τον ακριβή βαθμό νομικής ενοχής των δύο ανδρών και προκειμένου ν’ αποφασίσουν για την ηθική ενοχή και των δεκαέξι κατηγορούμενων ώστε να καταλήξουν εύλογα στην ποινή. Όταν ένας κριτικός, απ’ τον οποίο έχουμε το δικαίωμα ν’ αναμένουμε και σαφήνεια στις κρίσεις του και δικαιοσύνη στην κριτική του, λέει στους αναγνώστες του ότι η δίκη δεν ήταν καθόλου πειστική και ότι τα στοιχεία αποτελούνταν μόνο από ομολογίες, καταλαβαίνουμε πόσο εύκολο είναι για τους λιγότερο πληροφορημένους κριτικούς, αλλά και για τους χιλιάδες αναγνώστες οι οποίοι δικαιολογημένα στρέφονται προς τους κριτικούς για κάποια καθοδήγηση ώστε να τα βγάλουν τα συμπεράσματά τους, να σχηματίσουν την γνώμη ότι δεν υπήρχε καμία απόδειξη για την κατηγορία. Η αλήθεια είναι ότι σχεδόν καθόλη τη διάρκεια της δίκης δεν χρειαζόταν να παρουσιαστούν όλες οι διαθέσιμες αποδείξεις. Κάποιος θα μπορούσε κάλλιστα να φανταστεί ότι η σοβιετική κυβέρνηση, όσον αφορά το ζήτημα ν’ απαντήσει πειστικά στην κριτική απ’ το εξωτερικό, θα προτιμούσε όλοι ή οι περισσότεροι κατηγορούμενοι να μην δηλώσουν ένοχοι και ν’ αρνηθούν την κατηγορία. Σ’ αυτήν την περίπτωση θα αναδεικνύονταν και θα γινόταν αντιληπτή η πλήρη ισχύς της κατηγορίας. Η ακροαματική διαδικασία θα διαρκούσε, βέβαια, περισσότερο και οι κριτικές θα ήταν, ίσως, συντομότερες. Σχετικά με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, δεν είναι εύκολο να δώσουμε σύντομα μια ιδέα για τα ζητήματα που αποδεικνύουν την ενοχή των κατηγορουμένων, και βέβαια, δεν είναι δυνατόν ακόμα και να γνωρίζουμε (εκτός απ’ το τρόπο που εκτέθηκαν στο κατηγορητήριο) τι επιπλέον λεπτομέρειες υπήρχαν καταγεγραμμένες και δεν παρουσιάστηκαν καθόλου. Αλλά θα ήταν χρήσιμο ν’ αναφέρουμε ένα-δύο παραδείγματα για το είδος των αποδεικτικών στοιχείων που εμφανίστηκαν.
συνεχίζεται







Διαβάστε Περισσότερα »