Δευτέρα, 21 Φεβρουαρίου 2011

Αλέκου Ρεπάντα: Του Μπελογιάννη

«Αγαπάμε τη Ελλάδα και το λαό της περισσότερο από τους κατήγορούς μας. Το δείξαμε όταν κινδύνευε η ελευθερία, η ανεξαρτησία και η ακεραιότητά της και ακριβώς αγωνιζόμαστε για να ξημερώσουν στη χώρα μας καλύτερες μέρες χωρίς πείνα και πόλεμο. Για το σκοπό αυτό αγωνιζόμαστε και όταν χρειαστεί θυσιάζουμε και τη ζωή μας. Πιστεύω ότι δικάζοντάς μας σήμερα, δικάζετε τον αγώνα για την ειρήνη, δικάζετε την Ελλάδα». ΝΙΚΟΣ ΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

 

Του Μπελογιάννη
Αλέκου Ρεπάντα

Ο Γράμμος εσυνέφιασεν τα μάτια του βουρκώσαν
του Γκόλιου οι ψηλές κορφές μοιρολογούν και κλαίνε
κι όσες βρυσούλες γάργαρες θολώνουν και στερεύουν
κι η νύχτα απόψε πήχτωσε κι η αυγή δε ροδοσκάει
μήτε του γήλιου οι χρυσές αχτίδες πια ζεσταίνουν
μήτε στου Αιγαίου τα νερά καράβια αρμενίζουν.

Κι ένα πουλί γλυκόλαλο ρωτάει έναν διαβάτη:
-Τι τάχα βάρος έπεσε στη γη την καρποδότρα
κι όλα θρηνούν κι όλα βογγούν με μαύρα μοιρολόγια;
Μήνα φωτιά την έκαψε, μήνα κι αστροπελέκι;
- Μηδέ φωτιά την έκαψε, μηδέ κι αστροπελέκι
ένα λεβέντη πιάσανε φασίστες και κοπέλια
με προδοσια μπαμπέσικη καρτέρι τού 'χαν στήσει.
Λεβέντης είν' στ' ανάστημα, της γης αντρειωμένος,
πόχει λαφιού περπατησιά και μάτια αετήσια
στη σάγητια 'ναι μάστορας λέοντα τόνε κράζουν.
Χίλιοι μπροστά τον πήγαιναν και δυο χιλιάδες πίσω
κι από ζερβά κι από δεξιά με πάλες και με σπάθες
γεμάτοι μίσος και χολή και παν να τον δικάσουν.
Τη δίκη του τοιμάσανε ξένοι και ντόπιοι λύκοι.
Για ν' αρνηθεί τ' αδέλφια του χρυσά φλωριά του τάζουν.
Κι όλοι τριγύρω κάθησαν και τον τηρούν και τρέμουν
σα φύλλα χινοπωρινά πουν' έτοιμα να πέσουν.
Κιτάπια φέρουνε πολλά τόνα κατόπι στ' άλλο.
Κι αφού τα καλοδιάβασαν και κατηγόρησάν τον
πως τάχα κακοφέρθηκε σε νόμους αφεντάδων
ένας απ' τους τρανήτερους σηκώθη και του κρένει:
- Πούθε μωρέ κατάγεσαι και ποιο 'ναι το ονόμα σου;
- Απ' το Μωριά κατάγομαι τον πολυδοξασμένο
πούναι γιατάκι των κλεφτών, κάθε κορφή και δόξα,
κάθε βρυσούλα φλάμπουρο και τ' όνομά μου Νίκος.
- Και ρίζα ποια σ' ανάθρεψε, και ποια 'ναι η συντροφιά σου;
- Η ρίζα μ' είν' ελληνική στον κόσμο ξάκουσμενη
καλόκαρπη 'ν από παλιά - το δίκιο συντροφιά μου.
- Και ποιο 'ναι βρε το γένος σου π' αφέντη δεν ακούει;
- Το γένος μ' είν' περίφανο των Κολοκοτρωναίων
που δεν προσκύνησαν ποτέ διάτα προσκυνημένων,
μήτε σπαθιά φοβήθηκαν βεζύρηδων κι αγάδων.
- Αρνιέσαι βρε το γένος σου μη σ' αφανίσει βόλι
να προσκυνήσεις άρχοντα, στη δούλεψή του νάμπεις;
- Το γένος μου το αγαπώ κι αν χρειαστεί πεθαίνω
να το δοξάσω ως είν' πρεπό, παρά να προσκυνήσω
κοτσαμπασίδικο φλουρί, ζαΐμικο χρυσάφι.
Κι αν τύχει βόλι και με βρει και τη ζωή μου κόψει
ένας εγώ κι αν χαθώ, χιλιάδες θα φυτρώσουν
το γένος να δοξάσουνε κι ότι είν' πρεπό να κάνουν!
Τα πουλημένα τα σκυλιά σαν άκουσαν το Νίκο
λυσσάξανε 'πο το κακό και τον αλυσοδένουν.
Κι αυτός τους βλέπει και γελά πως τρέμουν τη γενιά του
οι ντόπιοι κοτζαμπάσηδες κι οι ξένοι αφεντάδες.
Κι η πόρτα ευτύς γοργάνοιξε, μπουλούκμπασης προβάλλει
και κοντοστέκει δίπλα κει σ' έναν ξενομερίτη
κι αφού κρυφομιλήσανε φετφάν άλλο διαβάζει
και θάνατο σαν πρόσταξε χαμόγελα ο Νίκος
κρατώντας το γαρούφαλο το μοσκομυρισμένο
άλικο σαν το αίμα του, φλογάτ' ως η ψυχή του.
Τα αφέντικα θεριέψανε, αίμα ζητούν να πιούνε
προστάζουν τα μπουλούκια τους κι όλα τα τσαγκαλάκια
το θάνατο γυρεύουνε, οχροί, τ' αντρειωμένου.

Και στο Γουδί τον στήσανε πριν ήλιος να φωτίσει
τρισκόταδο μια Κυριακή -του Μάρτ' ήταν τριάντα
Μ' όλα σύνεργα μαζί κι όλα φαρμάκι στάζαν.
Και στη γλυκιά την ξαστεριά τ' αστέρια π' αραιώναν
πριν να του κόψουν την πνοή, εφώναξε ο λεβέντης:
«Πατρίδα ακριβομάνα μου και σεις αδέρφια σκλάβοι
πετάξτε τούτο το βραχνά, τη λάμια, τη φοβέρα
που μας πατάνε ζωντανούς κι αίμα δικό μας πίνουν
και λυτρωμό στον τόπο μας αδέρφια να γευτούμε.
Παγκόσμια να 'ν' η Χρυσαυγή κι ευτυχισμένη η πλάση
και δίκαια ν' αχτιβολεί στην οικουμένη ο γήλιος».
Τ' άκουσε η γη και τρόμαξε και άρχισε να σιέται
κι ο ουρανός βροντάστραψε κι αστροπελέκια ρίχνει
κι ο κάτω κόσμος χαλασμός, το γίγαντα φοβάται.
Κι από ψηλά ένα σύννεφο μαύρο, ανεμοδαρμένο,
πέφτει στη γη σαν αστραπή, βογγώντας μανιασμένο
και παίρνει την φωνή ψηλά, μαζί του τηνε σέρνει
κι απλώνει την ο άνεμος σ' όλη την οικουμένη.
Τ' άκουσε ο σκλάβος ο λαός και σφίγγει τη γροθιά του
και το κορμί του στήλωσε, το μίσος του θεριεύει
και δίνει όρκο φοβερό και γδικιωμό του τάζει.
Μάρτης 1953

Το ποίημα μας το έστειλε ο σ. Γιώργος Φωτόπουλος, πρώην πολιτικός πρόσφυγας στη Ρουμανία.

2 σχόλια:

Aliki Stef είπε...

Yperoxo! oses fores to diavasa apo mikro koritsi alles toses thaymasa thn grafh k thn poihsh toy theioy moy Alekoy Repanta.O Nikos Mpelogiannhs panta tha zei stis kardies mas!!

Ανώνυμος είπε...

Αν έχεις άλλο υλικό από το θείο σου θα ενδιαφερόμασταν να το δούμε/δημοσιεύσουμε.

Από Ανασύνταξη