Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

Ενβέρ Χότζα: Οι Σύγχρονοι Ρεβιζιονιστές στο Δρόμο του Εκφυλισμού σε Σοσιαλδημοκράτες και της Συγχώνευσής τους με την Σοσιαλδημοκρατία - Μέρος Β'



 




Οι Σύγχρονοι Ρεβιζιονιστές Μετακινήθηκαν στις Θέσεις της Σοσιαλδημοκρατίας


Όπως ακριβώς οι παλιοί οπορτουνιστές και ρεφορμιστές πρόδωσαν τον Μαρξισμό – Λενινισμό, την υπόθεση της εργατικής τάξης, της επανάστασης και του σοσιαλισμού, με τον ίδιο τρόπο οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές προδίδουν αυτά τα ιδανικά και ακολουθούν τον ίδιο δρόμο όπως και οι προκάτοχοί τους οι οποίοι είναι ταυτόχρονα οι πνευματικοί τους εμπνευστές. Αυτοί που άλλαξαν δεν είναι οι σοσιαλδημοκράτες αλλά οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές, που κατρακύλησαν στις προδοτικές θέσεις της σοσιαλδημοκρατίας.
Απορρίπτοντας τον Μαρξισμό – Λενινισμό, οι σοσιαλδημοκράτες ισχυρίζονται ότι «τα σημερινά προβλήματα δεν μπορούν να λυθούν με παλιές αντιλήψεις». Ακολουθώντας τα βήματά τους, και οι ρεβιζιονιστές, θεωρητικολογούν με τις καινούργιες συνθήκες και τα νέα φαινόμενα, και, κάτω από την μεταμφίεση του αγώνα ενάντια στο «δογματισμό» και υποστηρίζοντας «την δημιουργική ανάπτυξη του Μαρξισμού» ισχυρίζονται ότι πολλά ζητήματα σήμερα πρέπει να εξεταστούν με κριτική ματιά, ότι αυτό που ήταν σωστό πριν από 30 χρόνια δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι σωστό πια, ότι τα πυρηνικά όπλα και ο κίνδυνος πυρηνικού πολέμου κάνουν απαραίτητη την αναθεώρηση των απόψεών μας και των στάσεών μας σε πολλά ζητήματα στρατηγικής και τακτικής, ότι όποιος εφαρμόζει τις βασικές θέσεις του Μαρξ και του Λένιν στην δεκαετία του '60 του 20ου αιώνα είναι δογματικός και δεν λογαριάζει τις μεγάλες αλλαγές που έγιναν στον κόσμο, και όποιος συμβουλεύεται τα κλασσικά Μαρξιστικά -Λενινιστικά έργα για να αναλύσει και εξηγήσει το σημερινό ιστορικό προτσές, πάσχει απο την μανία των τσιτάτων, κοκ. Έτσι, και για τους ρεβιζιονιστές ο Μαρξισμός -Λενινισμός είναι ξεπερασμένος, δεν ταιριάζει στις νέες συνθήκες, πρέπει να «εμπλουτιστεί» με νέες ιδέες και νέα συμπεράσματα. Όπως ακριβώς όλοι οι παλιοί οπορτουνιστές και ρεφορμιστές, και οι ρεβιζιονιστές απογυμνώνουν το Μαρξισμό από το κριτικό και επαναστατικό του πνεύμα και προσπαθούν να τον μετατρέψουν από όπλο στα χέρια της εργατικής τάξης σε όπλο στα χέρια της αστικής τάξης για να τον χρησιμοποιούν ενάντια στην εργατική τάξη.
«Όχι η ταξική πάλη αλλά η αλληλεγγύη και οι αρμονικές σχέσεις όλων όσων έχουν την αίσθηση ευθύνης για την κοινωνία» – αυτή είναι η κινητήρια δύναμη της σημερινής κοινωνίας, ισχυρίζονται οι σοσιαλδημοκράτες. Και οι ρεβιζιονιστές επίσης έχουν σβήσει από τα κατάστιχά τους την ταξική πάλη και στην πραγματικότητα την αντικατέστησαν με την ταξική συνεργασία στο όνομα της «διατήρησης της ειρήνης» στον κόσμο, απαρνήθηκαν την ταξική πάλη στο όνομα της «σωτηρίας του κόσμου από τον κίνδυνο πυρηνικού πολέμου», και αντί για την ταξική πάλη κηρύσσουν την «ειρηνική συνύπαρξη» σαν τον μόνο τρόπο επίλυσης των ζωτικών προβλημάτων τα οποία ορθώνονται μπροστά στην ανθρωπινή κοινωνία. «Πάση θυσία ειρήνη, ειρήνη με όλους και πάνω απ' όλα», «χριστιανική αγάπη για όλους», «ο ανθρωπισμός, γενικόλογα, πάνω από τάξεις», αυτές είναι οι απόψεις που διαλαλούν οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές προς όλες τις κατευθύνσεις. Στο όνομα αυτού του ιδανικού οι ρεβιζιονιστές συνεργάζονται με τους εχθρούς της εργατικής τάξης, με τους ιμπεριαλιστές και τους αντιδραστικούς διαφόρων χωρών και με τους πράκτορές τους και λακέδες τους – τους δεξιούς ηγέτες, τους σοσιαλδημοκράτες ηγέτες και την κλίκα των Τιτοϊκών, ενώ, από την άλλη, παλεύουν με μανία ενάντια σε όλους εκείνους που υποστηρίζουν με αφοσίωση τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και τη Μαρξιστική-Λενινιστική τους ιδεολογία – ενάντια στα κομμουνιστικά κόμματα και σε όλους τους επαναστάτες κομμουνιστές.
 Οι σοσιαλδημοκράτες εδώ και πολύ καιρό εγκατέλειψαν την επανάσταση και διαλαλούν ότι ο σοσιαλισμός θα πραγματοποιηθεί μέσα στα πλαίσια της αστικής τάξης πραγμάτων, της δημοκρατίας και της αστικής νομιμότητας. Ακολουθώντας τα βήματά τους, και οι ρεβιζιονιστές εγκατέλειψαν τον δρόμο της επανάστασης, διαλαλώντας ότι ο σοσιαλισμός είναι ο δρόμος προς την πιο πλατιά δημοκρατία, ο δρόμος της υπακοής και εφαρμογής του αστικού συντάγματος, ο δρόμος του «δομικών αλλαγών». Όπως ακριβώς οι σοσιαλδημοκράτες, και οι ρεβιζιονιστές, έχουν την γνώμη ότι ο αγώνας για την δημοκρατία είναι ίδιος με τον αγώνα για το σοσιαλισμό, περιορίζουν τον αγώνα για το σοσιαλισμό στον αγώνα για την δημοκρατία. Ξεθάβοντας τις θεωρίες του Κάουτσκι και του Μπέρνσταϊν, εκφράζονται μόνο υπέρ του «ειρηνικού» και «κοινοβουλευτικού» δρόμου, τους οποίους υποστηρίζουν σαν αρχές παγκόσμιας στρατηγικής και συγκεντρώνουν όλες τις προσπάθειές τους στον αγώνα για ψήφους με σκοπό να κερδίσουν την πλειοψηφία των εδρών στα αστικά κοινοβούλια.
Οι σοσιαλδημοκράτες αντιλαμβάνονται το καπιταλιστικό κράτος σαν κράτος πάνω από τάξεις, σαν να εκφράζει και να υπερασπίζει τα συμφέροντα της κοινωνίας στο σύνολό της, είναι ενάντια στο τσάκισμα της παλιάς αστικής κρατικής μηχανής, είναι ενάντια στην Διχτατορία του Προλεταριάτου, που, σύμφωνα με αυτούς, είναι η άρνηση της δημοκρατίας, είναι ένα ολοκληρωτικό καθεστώς κλπ, κλπ. Και οι ρεβιζιονιστές διαδίδουν τις αυταπάτες ότι το καπιταλιστικό κράτος μπορεί να αλλάξει την ταξική του φύση, ότι μπορεί να γίνει κράτος που θα εκφράζει όχι μόνο τα συμφέροντα της αστικής τάξης αλλά και εκείνα του προλεταριάτου και των εργαζομένων μαζών, λένε ότι πρέπει να τροποποιηθεί η θέση του Λένιν για την αναγκαιότητα του τσακίσματος της αστικής κρατικής μηχανής, ότι η Διχτατορία του Προλεταριάτου είναι ξεπερασμένη, ή, το πολύ πολύ, κατάλληλη μόνο για τις υπανάπτυκτες χώρες, ότι μπορεί να πάρει όχι μόνο διάφορες μορφές αλλά και διαφορετικό περιεχόμενο. Και οι σοσιαλδημοκράτες, όπως και οι ρεβιζιονιστές, συκοφαντούν τη διχτατορία του προλεταριάτου και περιγράφουν ολόκληρη την περίοδο του καθεστώτος της σαν περίοδο μαζικής τρομοκρατίας και αυθαιρεσίας, σαν περίοδο στυγνής παραβίασης των νόμων, της σοσιαλιστικής δημοκρατίας κλπ, κλπ.
Και στην πρακτική πολιτική τους δράση, οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές ακολουθούν τα βήματα των προδοτών ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας. Είναι γεγονός, ότι ενώθηκαν με τους εχθρούς του σοσιαλισμού και των λαών – με τους ιμπεριαλιστές και ιδιαίτερα τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές, και τους αντιδραστικούς στις διάφορες χώρες. Για να πετύχουν στενότερους δεσμούς με τον ιμπεριαλισμό, για την πραγματοποίηση της Σοβιετο-Αμερικάνικης συνεργασίας, η οποία είναι για τον Ν. Χρουστσόφ και την ομάδα του η μεγαλύτερη φιλοδοξία και ιδανικό τους, οι ρεβιζιονιστές δεν διστάζουν ακόμα και να προδώσουν τους αληθινούς φίλους τους και τους συμμάχους του Σοβιετικού λαού, τα ζωτικά συμφέροντα των σοσιαλιστικών χωρών, της εργατικής τάξης, των καταπιεσμένων και εκμεταλλευομένων από τους ιμπεριαλιστές λαών και εθνών. Αυτό το αποδεικνύουν τέτοιες ενέργειες των ρεβιζιονιστών με επικεφαλής την ομάδα του Χρουστσόφ όπως η τυχοδιωκτική και συνθηκολόγα στάση τους στην κρίση στην Καραϊβική, όπως η πίεση που άσκησαν στη σοσιαλιστική Κούβα για να συνθηκολογήσει με τους Αμερικάνους ιμπεριαλιστές, θυσιάζοντας την αξιοπρέπειά της και την εθνική της κυριαρχία, όπως η ένωσή τους με την Ινδούς αντιδραστικούς ενάντια στην Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, όπως η ένωσή τους με την Τιτοϊκή κλίκα και με τον Βενιζέλο ενάντια στην Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας, όπως η κακόφημη Συμφωνία της Μόσχας για μερική απαγόρευση των πυρηνικών δοκιμών, που είναι μεγάλη προδοσία των συμφερόντων της Σοβιετικής Ένωσης, των σοσιαλιστικών χωρών και της ειρήνης σε όφελος των Αμερικάνων ιμπεριαλιστών, όπως επίσης και σε ένα μεγάλο αριθμό άλλων γεγονότων.
Ο αντικομμουνισμός διαπερνά όλη την ιδεολογία και δράση των σύγχρονων σοσιαλδημοκρατών, συκοφαντούν τις σοσιαλιστικές χώρες και τα κομμουνιστικά κόμματα, διασπούν το εργατικό κίνημα, αντιπαραθέτουν στον επιστημονικό σοσιαλισμό τον «δημοκρατικό σοσιαλισμό» που δεν είναι τίποτα άλλο παρά μεταρρυθμισμένος καπιταλισμός, κάνουν ότι περνά από το χέρι τους για την διατήρηση του καπιταλιστικού καθεστώτος όπου υπάρχει και την αποκατάστασή του όπου έχει ανατραπεί. Οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές ενεργούν αντισοσιαλιστικά και αντικομμουνιστικά σε πλατιά κλίμακα, η ομάδα το Ν. Χρουστσόφ και οι υποστηρικτές της διέσπασαν το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και προχωρούν ολοταχώς στον εκφυλισμό των σοσιαλιστικών χωρών σε «υπάκουες αστικές δημοκρατίες» και των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων από κόμματα της σοσιαλιστικής επανάστασης σε «κόμματα κοινωνικών μεταρρυθμίσεων». Ο Ν. Χρουστσόφ και η ομάδα του αρνούνται τον προλεταριακό ταξικό χαρακτήρα του σοσιαλιστικού κράτους και του κομμουνιστικού κόμματος, διαλύουν την δικτατορία του προλεταριάτου και το κομμουνιστικό κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης με πρόσχημα την μετατροπή τους σε κράτος και κόμμα «όλου του λαού». Οι ρεβιζιονιστές οργανώνουν και ξαναοργανώνουν την σοσιαλιστική οικονομία με σκοπό την αλλαγή των μορφών διεύθυνσης της σύμφωνα με το Τιτοϊκό μοντέλο της Γιουγκοσλαβίας, παραβιάζοντας τις Μαρξιστικές αρχές διεύθυνσης της σοσιαλιστικής οικονομίας, υποτιμούν την πολυετή πείρα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες και καλούν όλους να πάρουν μαθήματα από την πείρα των καπιταλιστικών χωρών, προχωρώντας τόσο ώστε να απλώνουν τα χεριά τους στους ιμπεριαλιστές για βοήθεια, πιστώσεις και επενδύσεις κεφαλαίων «για την οικοδόμηση τους σοσιαλισμού και κομμουνισμού» όπως έκανε τελευταία ο ίδιος ο Χρουστσόφ. Καλυμμένοι πίσω από τον πάλη ενάντια «στην προσωπολατρία και τις συνέπειές της», εκδίωξαν τα υγιή Μαρξιστικα-Λενινιστικά στελέχη και αποκατέστησαν τους προδότες και τους εχθρούς του σοσιαλισμού, ζωντανούς ή πεθαμένους. Άνοιξαν διάπλατα τις πόρτες των σοσιαλιστικών χωρών στην ελεύθερη διείσδυση της αστικής ιδεολογίας, όλων των ειδών των εχθρικών τάσεων και εκδηλώσεων στην τέχνη, στα γράμματα και σε ολόκληρη τη ζωή της χώρας, στο όνομα της «ελευθερίας της συνείδησης» και του «αφηρημένου υπερταξικού ουμανισμού». Αυτός ο «φιλελεύθερος» και «ουμανιστικός» σοσιαλισμός των σύγχρονων ρεβιζιονιστών μοιάζει όλο και περισσότερο τον αποκαλούμενο «δημοκρατικό σοσιαλισμό» που διαλαλούν οι ηγέτες των σύγχρονων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων.
Έτσι, όλα τα γεγονότα δείχνουν καθαρά ότι οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές βαδίζουν στα προδοτικά χνάρια των σοσιαλδημοκρατών. Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στους σοσιαλιστές ηγέτες που έκφρασαν ανοιχτά την επιδοκιμασία τους, την χαρά τους και τις ελπίδες τους για την προδοτική πορεία που ακολουθείται από την ομάδα του Ν. Χρουστσόφ και των υποστηρικτών της. Να μερικές δηλώσεις τους:
Σε ομιλία του στην τελευταία σύνοδο του Γενικού Συμβουλίου του ΟΗΕ ο P.H. Spaak είπε: «Ο Ν. Χρουστσόφ προσπαθεί να εφαρμόσει την ειρηνική συνύπαρξη και η Δύση δεν πρέπει να του προβάλει εμπόδια σε αυτό το πείραμά του. Θα ήταν τρομερό και ασυγχώρητο λάθος να τον αποθαρρύνουμε. Στις σημερινές περιστάσεις η μελλοντική διαχωριστική γραμμή δε θα είναι πια μεταξύ κομμουνιστών και μη κομμουνιστών, μεταξύ αποικιών και αποικιοκρατών, μεταξύ ιδεολογιών και γενεών. Είμαστε μάρτυρες της πάλης ανάμεσα σε εκείνους που περιμένουν την κατάλληλη στιγμή και τους απάνθρωπους δογματικούς, από την μια, και εκείνους που πιστεύουν στην πρόοδο και δεν σταμάτησαν ποτέ να ελπίζουν, από την άλλη. Ας μην αφήσουμε να μας ξεφύγει αυτή η μεγάλη ευκαιρία».
Σε συνέντευξή του στις 24 Φλεβάρη 1964, ο πρόεδρος του Αγγλικού Εργατικού Κόμματος, H. Wilson, τόνισε ότι ήταν ο πρώτος Δυτικός πολιτικός που επισκέφτηκε την Ρωσία μετά το θάνατο του Στάλιν και, επιστρέφοντας από εκεί, ανέφερε στον W. Churchill, που ήταν τότε Πρωθυπουργός, ότι «μια μεγάλη αλλαγή συμβαίνει στις Σοβιετικές πολιτικές» και ότι «είναι μεγάλης σημασίας όσων αφορά τις σχέσεις ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση». Δικαιολογείται πλήρως να είναι περήφανος για την διορατική του πρόβλεψη που σήμερα έγινε πραγματικότητα.
Πριν να πάει στη Μόσχα με την αντιπροσωπεία των σοσιαλιστών για συνομιλίες με τον Χρουστσόφ, ο Gerard Jacques, διευθυντής της εφημερίδας του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, δήλωσε: «Εγκαταλείψαμε εδώ και καιρό την πολεμική με την Σοβιετική Ένωση και παραδεχόμαστε ότι αυτή η χώρα βρίσκεται σε πλήρη φάση εξέλιξης... Τα προβλήματα που εγείρονται είναι εκείνα της δημοκρατίας και των δημοκρατικών εγγυήσεων του ενός κόμματος, του ρόλου του σοσιαλιστικού κόμματος στην σοσιαλιστική κοινωνία, της φύσης του σοσιαλιστικού καθεστώτος και της δομής του. Η στάση που τηρήθηκε από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης στις διαφωνίες ανάμεσα σε Μόσχα και Πεκίνο ρίχνει άπλετο φως στη στάση αυτού του κόμματος ως προς τον δογματισμό και τον πολιτικό σεχταρισμό».
Μετά την επιστροφή του στο Παρίσι από τις συνομιλίες με τον Ν. Χρουστσόφ, ο Γενικός Γραμματέας του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, Guy Mollet, δήλωσε ότι πείστηκε ότι «μια θετική εξέλιξη συμβαίνει στη Σοβιετική Ένωση», που, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, συνοψίζεται στα εξής ζητήματα: «Αποδοχή πολλών δρόμων οικοδόμησης σοσιαλισμού», «τέλος της δικτατορίας του προλεταριάτου», «εσωτερική εξέλιξη» κλπ. Ενώ σε μια συνέντευξη στην εφημερίδα “Ουνιτά” (22 Φεβρ. 1964), ο Guy Mollet, δήλωσε: «Είμαι πεπεισμένος ότι ο κομμουνιστικός κόσμος μπήκε στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων».
Αυτές οι δηλώσεις των ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας είναι σε συμφωνία με τις δηλώσεις που έκαναν οι ηγέτες του ιμπεριαλισμού και των εκπροσώπων του τύπου που εξέφρασαν επίσης την υποστήριξή τους στη ρεβιζιονιστική γραμμή του Ν. Χρουστσόφ και ότι τον θεωρούν «τον καλύτερο φίλο της Δύσης στη Μόσχα». Λένε ότι «ο Σοβιετικός Πρωθυπουργός Νικίτα Χρουστσόφ ενεργεί σαν Αμερικάνος πολιτικός» και επιβεβαιώνουν ότι οι αξιωματούχοι του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ είναι της γνώμης ότι «οι ΗΠΑ πρέπει να διευκολύνουν το έργο του Ν. Χρουστσόφ σε κάποιο βαθμό».

Προς Πλήρη Συγχώνευση των Σύγχρονων Ρεβιζιονιστών με τους Σοσιαλδημοκράτες

Η μετακίνηση των σύγχρονων ρεβιζιονιστών στην ιδεολογική θέση των σοσιαλδημοκρατών σε σημαντικά ζητήματα αποτελεί τη βάση της συγχώνευσης των ρεβιζιονιστών με τους σοσιαλδημοκράτες. Παίρνοντας αυτό το δρόμο και προτείνοντάς τον στα κομμουνιστικά και εργατικά κόμματα διαφόρων χωρών, οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές με επικεφαλής την ομάδα του Ν. Χρουστσόφ, έχουν σκοπό να μετατρέψουν τα κομμουνιστικά κόμματα σε ρεφορμιστικά κόμματα σοσιαλδημοκρατικού τύπου, να εμποτίσουν την εργατική τάξη με την αστική ιδεολογία και τις ρεφορμιστικές αυταπάτες, να εξασθενίσουν το επαναστατικό μαχητικό πνεύμα του εργατικού κινήματος και να το απομακρύνουν από το μόνο σωστό δρόμο ενάντια στο καπιταλιστικό καθεστώς της καταπίεσης και εκμετάλλευσης.
Οι ρεβιζιονιστές, φυσικά, δεν διαλαλούν ανοιχτά τους εχθρικούς τους σκοπούς. Συνοδεύουν κάθε βήμα τους για την υπονόμευση της υπόθεσης της επανάστασης και του κομμουνισμού, με δημαγωγικά συνθήματα και τα καλύπτουν με όλων των ειδών τα προσχήματα. Και τις αντι-μαρξιστικές τους ενέργειες για την συγχώνευσή τους με την σοσιαλδημοκρατία, προσπαθούν να τις δικαιολογήσουν με το πρόσχημα ότι και τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι δήθεν εργατικά κόμματα και ότι η ενότητα της εργατικής τάξης είναι απαραίτητη στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό.
Ας εξετάσουμε σύντομα αυτό το ζήτημα.


Εργατικά Κόμματα ή «Αστικά Κόμματα της Εργατικής Τάξης»;

Είναι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα πραγματικά και αληθινά εργατικά κόμματα; Για να κρίνουμε αν ένα κόμμα είναι κόμμα της εργατικής τάξης ή όχι δεν φτάνει να διαβάσουμε το όνομα που δίνει το ίδιο στον εαυτό του. Και το Χιτλερικό κόμμα επίσης, αυτοαποκαλούνταν «εθνικοσοσιαλιστικό» ! Το μοναδικό σωστό κριτήριο είναι η υπεράσπιση και υποστήριξη των συμφερόντων της εργατικής τάξης, είναι ο αγώνας για την υπόθεσή της. Και για γίνει ξεκάθαρο αυτό το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί προς όφελος τίνος είναι οι ιδεολογικές, οι πολιτικές και όλες οι πρακτικές ενέργειες και δραστηριότητες αυτού ή του άλλου κόμματος. «Μην πιστεύετε στα λόγια», μας διδάσκει ο Λένιν, «αλλά καλύτερα να εξετάζετε προς όφελος τίνος είναι» (Έργα, τομ. 19, σελ. 33, Ρώσικη έκδοση). Και αν εξετάσουμε αυτό το ζήτημα υπό αυτό το πρίσμα, υπό το ταξικό πρίσμα, το μόνο σωστό, το Μαρξιστικό-Λενινιστικό κριτήριο, τότε γίνεται ξεκάθαρο σε κάθε πραγματικό κομμουνιστή ότι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν είναι εργατικά, άλλα είναι, όπως τα αποκάλεσε ο Λένιν, «αστικά κόμματα της εργατικής τάξης». Δείξαμε παραπάνω μέσω πολυάριθμων γεγονότων, ότι από τις ιδεολογικές και πολιτικές και όλες γενικά τις δραστηριότητές της, η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία δεν είναι τίποτα άλλο παρά, όπως λέει ο Λένιν, «πολιτικό απόσπασμα της αστικής τάξης», «που επιδιώκει την αύξηση της επιρροής της», «πραγματικός πράκτορας της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα».

Και από την σκοπιά του κοινωνικού τους προσωπείου, επίσης, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα υπέστησαν και συνεχίζουν να υφίστανται ορατές αλλαγές. Οι εργάτες στις γραμμές τους λιγοστεύουν όλο και πιο πολύ και αυξάνει ο αριθμός των στελεχών μικροαστική καταγωγή και των εργαζόμενων γραφειοκρατών. Οι ίδιοι οι σύγχρονοι ρεφορμιστές έριξαν το σύνθημα «της αποπρολεταριοποίησης» των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Και αυτό έχει εκφραστεί στα νέα προγράμματα πολλών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Έτσι, για παράδειγμα, το πρόγραμμα του Ελβετικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος αναφέρει: «Στην αρχή ο σοσιαλισμός ήταν υπόθεση της εργατικής τάξης την οποία εκμεταλλεύονταν από τον καπιταλισμό ... Τώρα όλη η ανθρωπότητα ενδιαφέρεται για τον σοσιαλισμό. Αφορά τον καθένα που θεωρεί ότι είναι συνυπεύθυνος για την κοινωνική ευημερία».

Αυτά αφορούν τη βάση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. Όσον αφορά τα ηγετικά στελέχη, όσο ψηλότερα ανεβαίνεις στην ιεραρχία τόσοι λιγότεροι εργάτες υπάρχουν. Πράγματι πολλοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες έγιναν, πριν από καιρό, πραγματικοί καπιταλιστές: πολλοί συμμετέχουν στα διοικητικά συμβούλια των πιο μεγάλων τραπεζών και είναι κάτοχοι μετοχών, βγάζοντας κάθε χρόνο εκατομμύρια επί εκατομμυρίων σε μερίσματα. Έτσι, για παράδειγμα, σύμφωνα με τις εκθέσεις των τελευταίων χρόνων, 410 βασικοί λειτουργοί του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος κατείχαν 929 θέσεις με μεγάλους μισθούς στις κυριότερες τράπεζες και εταιρίες της Δυτικής Γερμανίας, 62 προσωπικότητες της σοσιαλδημοκρατίας ήταν διευθυντές σε επιχειρήσεις όπως Mannesman, Klekner, Krupp, Flick και άλλες. Η ίδια κατάσταση επικρατεί σε άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Δύσης όπως της Γαλλίας, Αγγλίας, Βελγίου, των Σκανδιναβικών χωρών κλπ.
Τέτοιου είδους «εργατική τάξη» αντιπροσωπεύεται στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές, που οι ίδιοι δεν είναι τίποτα άλλο παρά προδότες της εργατικής τάξης, έχουν κάθε λόγο να βάζουν την ταμπέλα «εργατικό κόμμα» όχι μόνο στους εαυτούς τους, όχι μόνο στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, αλλά και σε κάθε Αγγλικό συντηρητικό κόμμα εάν κάτι τέτοιο επιβάλλεται από το αντιμαρξιστικό και αντεπαναστατικό τους σχέδιο δράσης.
Είναι κατά συνέπεια αρκετά προφανές ότι το επιχείρημα των σύγχρονων ρεβιζιονιστών που ισχυρίζεται ότι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα είναι κόμματα της εργατικής τάξης, είναι εντελώς λάθος. Άρα, το σύνθημά τους για «την ανάγκη ενότητας της εργατικής τάξης» είναι δημαγωγικό, πρόσχημα για να δικαιολογήσουν την δικιά τους ενότητα με τα «αστικά κόμματα της εργατικής τάξης».
Το εργατικό κίνημα σε όλες σχεδόν τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες είναι διασπασμένο. Ποιος φταίει για αυτή τη διάσπαση; Ποιος εμποδίζει να γίνει πραγματικότητα η ενότητα και δράση του εργατικού κινήματος; Η Δήλωση της Μόσχας του 1960 τονίζει ότι αυτή η διάσπαση, σε εθνική και διεθνή κλίμακα, προέρχεται και προωθείται από «τις κυρίαρχες τάξεις, τους δεξιούς ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας και τους αντιδραστικούς ηγέτες των συνδικάτων». Κάτω από αυτές τις συνθήκες, για να πραγματοποιηθεί η ενότητα δράσης του εργατικού κινήματος, οι επαναστάτες Μαρξιστές-Λενινιστές καθοδηγούνται από τις παρακάτω εκτιμήσεις:
1)                     ενότητα δράσης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με αγώνα ενάντια στους διασπαστές, κατά συνέπεια διεξαγωγή αδυσώπητης και επίμονης πάλης αρχών ενάντια στους διασπαστές – τους προδότες ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας.
2)                     όλες οι προσπάθειες πρέπει να επικεντρώνονται στην δημιουργία ενότητας δράσης με τη βάση των εργαζομένων μαζών των σοσιαλιστικών κομμάτων, ότι το σύνθημα των Μαρξιστών-Λενινιστών για ενότητα δράσης μπορεί και πρέπει να είναι: στήριξη στις μάζες, συμμαχία με τους αριστερούς, ασυμβίβαστη πάλη ενάντια στους προδότες δεξιούς ηγέτες που προκαλούν την διάσπαση με σκοπό να εκτεθούν και να απομονωθούν.
3)                     Αλλά επιδιώκοντας ενότητα δράσης με τους σοσιαλιστές, τα κομμουνιστικά κόμματα δεν πρέπει να την βλέπουν σαν συνεργασία ανάμεσα σε πολιτικά κόμματα της εργατικής τάξης αλλά σαν συνεργασία ενός προλεταριακού και ενός μη προλεταριακού κόμματος για την υλοποίηση κάποιων συγκεκριμένων στόχων. Σε σχέση με αυτό είναι σημαντικό να έχουν πάντα υπόψη τους και να εφαρμόζουν αυστηρά τα διδάγματα του Λένιν, που πολλές φόρες τόνισε με έμφαση ότι είναι σημαντικό, όταν συμμαχούμε ή φτάνουμε σε συμφωνία με άλλα κινήματα για αυτό ή το άλλο ζήτημα ή στόχο, το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης διατηρεί την πολιτική του ανεξαρτησία κάθε στιγμή και σε οποιεσδήποτε συνθήκες, έτσι ώστε να μη χάσει από τα μάτια του τα βασικά συμφέροντα της εργατικής τάξης στον αγώνα της για να πετύχει τον τελικό της στόχο – την νίκη του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού.
Κάθε απομάκρυνση από τις Μαρξιστικές -Λενινιστικές αρχές έχει σαν συνέπεια την απομάκρυνση της εργατικής τάξης από την επαναστατική γραμμή δράσης της και το γλίστρημα της στο βούρκο του οπορτουνισμού. Αυτή είναι η στάση των Μαρξιστών -Λενινιστών για την ενότητα του εργατικού κινήματος.
Αλλά ποια είναι η στάση των σύγχρονων ρεβιζιονιστών σε αυτό το ζήτημα; Όχι μόνο σταμάτησαν τη πάλη ενάντια στους διασπαστές του εργατικού κινήματος – τους ηγέτες της δεξιάς πτέρυγας της σοσιαλδημοκρατίας αλλά, ακόμα χειρότερα, υποστηρίζουν την ενότητα «με κάθε θυσία» και «υπό συνθήκες» με αυτούς τους προδότες διασπαστές. Οι ρεβιζιονιστές ακόμα ξεσηκώνονται και ενάντια σε όλους εκείνους που παλεύουν ενάντια στους δεξιούς ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας και σε όλους εκείνους που ξεσκεπάζουν την προδοσία τους, χαρακτηρίζοντας την πάλη ως «σεχταριστή», «δογματική», «επιπόλαια» και «επικίνδυνη επίθεση» κλπ.
Αλλά ο καθένας γνωρίζει ότι οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες όπως ο Spaak, ο Guy Mollet και άλλοι, με τους οποίους ο Ν. Χρουστσόφ και οι υποστηρικτές του έχουν «εγκάρδιες συνομιλίες» και προσπαθούν να πετύχουν ενότητα «με κάθε θυσία» είναι υπηρέτες και πράκτορες της αστικής τάξης, που ήταν και συνεχίζουν να είναι επικεφαλής αστικών κυβερνήσεων σε πολλές καπιταλιστικές χώρες. Έτσι, η ενότητα με αυτούς τους προδότες δεν είναι σε καμιά περίπτωση ενότητα του εργατικού κινήματος, αλλά προσπάθεια ενότητας ανάμεσα στην εργατική τάξη και την αστική τάξη, για την υποταγή της εργατικής τάξης στην αστική, ενότητα και συνεργασία με τις αντιδραστικές αστικές κυβερνήσεις που παριστάνουν τις “σοσιαλιστικές”.
Παλαιότερα, όταν δεν είχαν αποκαλύψει τόσο ανοιχτά τα προδοτικά τους χαρακτηριστικά, οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές ισχυρίζονταν ότι αντιτίθενται στους δεξιούς ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας, ότι δεν ήταν δυνατή καμιά ενότητα με αυτούς κοκ, και δεν είπαν ξανά ούτε μια ή δυο λέξεις εναντίον τους. Ο Ν. Χρουστσόφ, για παράδειγμα, είπε στο 21ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης ότι η υπόθεση της ενότητας της εργατικής τάξης εμποδίζεται από «τους αντιδραστικούς ιμπεριαλιστές και τους λακέδες τους μέσα στο εργατικό κίνημα όπως είναι οι αντικομμουνιστές ηγέτες της Σοσιαλδημοκρατίας – ο Guy Mollet και ο Spaak. Γνωρίζουμε αυτούς τους αντικομμουνιστές ηγέτες μόνο από το όνομά τους και δεν υπολογίζουμε σε αυτούς όταν μιλάμε για ενότητα στη δράση της εργατικής τάξης». Ενώ τώρα είναι ο ίδιος ο Χρουστσόφ που έχει «εγκάρδιες συνομιλίες» και επιδιώκει την συνεργασία με τέτοιους αντικομμουνιστές ηγέτες όπως οι Guy Mollet, Spaak, H. Wilson και το συνάφι τους για να πετύχει την «ενότητα της εργατικής τάξης»! Ένα από τα δυο πρέπει να συνέβηκε: ή ο Guy Mollet, ο Spaak και Σια έπαψαν να είναι αντικομμουνιστές ή ο Ν. Χρουστσόφ έπαψε να είναι κομμουνιστής και ενώνεται έχοντας κοινούς στόχους με τους αντικομμουνιστές, τους υπηρέτες των ιμπεριαλιστών αντιδραστικών! Μέχρι τώρα δεν υπάρχουν στοιχειά που να αποδεικνύουν το πρώτο, ενώ υπάρχουν πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν το δεύτερο.
 Άσχετα από τα δημαγωγικά συνθήματα που χρησιμοποιούν για να εξαπατήσουν τις μάζες, οι σύγχρονοι ρεβιζιονιστές όχι μόνο είναι υπέρ της «ενότητας με κάθε θυσία» με τους σοσιαλδημοκράτες, συμπεριλαμβανομένων και των προδοτών ηγετών, αλλά πάνε ακόμα πιο πέρα: εκφράζουν την επιθυμία τους για συνεργασία μαζί τους «σε οποιαδήποτε βάση». Έτσι, σε άρθρο που εμφανίστηκε στην επιθεώρηση «Κομμουνιστής», νο. 3/1962, του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, διαβάζουμε: «Η ενότητα δράσης με τους ρεφορμιστές, ακόμα και με τους ορκισμένους, στο ένα ή στο άλλο ζήτημα είναι πάντα εφικτή, σε όφελος της εργατικής τάξης, των εργατών». Ενώ οι ηγέτες του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, στη βάση απόφασης της Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής στις 27-28 Σεπτεμβρίου 1961, για την συνεργασία με τα σοσιαλιστικά και άλλα κόμματα δήλωσαν: «Από τη μεριά μας, είμαστε έτοιμοι να συνεργαστούμε σε οποιαδήποτε βάση». (Βλ. «Κομμουνιστής», Νο.3, 1962, σελ. 95).
Έτσι, κερδοσκοπώντας με το σύνθημα «ενότητα», οι ρεβιζιονιστές θυσιάζουν τις αρχές, εξαλείφουν την διάκριση ανάμεσα στους κομμουνιστές και στους σοσιαλδημοκράτες, τσαλαπατούν και θυσιάζουν τα στοιχειώδη συμφέροντα της εργατικής τάξης. Αυτή είναι μια πλασμαστική ενότητα, ενότητα προς όφελος της αστικής τάξης και των πρακτόρων της στο εργατικό κίνημα, που έχει ως στόχο την υποταγή ολοκλήρου του εργατικού κινήματος στην επιρροή της αστικής τάξης και των ρεφορμιστών, την εξάλειψη του επαναστατικού πνεύματος και του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης. Αποτελεί έσχατη προδοσία της υπόθεσης της εργατικής τάξης και του σοσιαλισμού.
Όλα αυτά οδηγούν σε ένα σημαντικό συμπέρασμα: η πλήρης ενότητα σε γερά θεμέλια του εργατικού κινήματος μπορεί και θα πραγματοποιηθεί διαμέσου αδιάλλακτης πάλης όχι μόνο με τους δεξιούς ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας αλλά και με τους σύγχρονους ρεβιζιονιστές, ενάντια στην δηλητηριώδη και αντεπαναστατική επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας και τον προδοτών δεξιών ηγετών της στο εργατικό κίνημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: