Κυριακή, 3 Απριλίου 2016

Ενβέρ Χότζα: Η προλεταριακή δημοκρατία είναι η πραγματική δημοκρατία

Λόγος του Εμβερ Χότζα στη σύσκεψη του Γενικού Συμβουλίου του Δημοκρατικού Μετώπου Αλβανίας
* Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα ελληνικά από Εκδότικό "8 Νοέμβρη", Τίρανα 1978.
 
20 Σεπτέμβρη 1978


Σύντροφοι και συντρόφισσες,
Όπως γνωρίζετε, το Προεδρείο της Λαϊκής Βουλής, έκδωσε το διάταγμα σχετικά με τις εκλογές των βουλευτών της Λαϊκής Βουλής, για την ένατη νομοθετική περίοδο, οι οποίες θα διεξαχθούν στις 12 Νοέμβρη αυτού του έτους. Σε τούτη τη σύσκεψη του Γενικού Συμβουλίου του Δημοκρατικού Μετώπου θα εξετάσουμε τα καθήκοντα που μπαίνουν στην οργάνωση μας για την οργάνωση της εκλογικής καμπάνιας και την επιτυχή της έκβαση.
Οι εκλογές για τη Λαϊκή Βουλή είναι μεγάλο πολιτικό γεγονός που ενδιαφέρει άμεσα όλους τους πολίτες της Δημοκρατίας μας, γιατί θα εκλέξουν τους βουλευτές για το ανώτατο κρατικό όργανο, το οποίο αντιπροσωπεύει και εκφράζει τη θέληση και την κυριαρχία του λαού.
Στη χώρα μας οι εκλογές για τη Λαϊκή Βουλή ήταν πάντα ισχυρή εκδήλωση της ενότητας του λαού, της συσπείρωσης του γύρω από το Κόμμα, της αποφασιστικότητας για την υπεράσπιση της Πατρίδας και την προώθηση της υπόθεσης του σοσιαλισμού στην Αλβανία. Αυτά τα υπέροχα χαρακτηριστικά θα διατρανωθούν με ακόμα μεγαλύτερη δύναμη και στις νέες εκλογές.
Το Δημοκρατικό Μέτωπο, κάτω από την καθοδήγηση του Κόμματος, έχει καθήκον να μετατρέψει αυτή την καμπάνια σε ολόπλευρη πολιτική, οικονομική και πολιτιστική δραστηριότητα των πλατιών εργαζόμενων μαζών. Η εκλογική καμπάνια να γίνει ένα μεγάλο κίνητρο για να ανεβεί ο ενθουσιασμός και η ορμή στη δουλειά της εργατικής τάξης, της συνεταιριστικής αγροτιάς και της λαϊκής διανόησης, να πραγματοποιήσουμε τα καθήκοντα σε όλους τους τομείς, προπαντός να κλείσουμε με επιτυχία το κρατικό σχέδιο τούτης της χρονιάς και να προετοιμαστούμε όσο πιο καλά για την ερχόμενη χρονιά.
Ο αλβανικός λαός κατεβαίνει στις νέες εκλογές ενωμένος όσο ποτέ γύρω από τη μαρξιστική - λενινιστική γραμμή του Κόμματος, με ακλόνητη πεποίθηση στην ορθότητα της, και αποφασισμένος να την εφαρμόσει ως το τέλος. Το λαό μας τον χαρακτηρίζει υγιές πατριωτικό πνεύμα, απέραντη αγάπη για τη σοσιαλιστική πατρίδα, ακλόνητη αποφασιστικότητα για την περιφρούρηση της λευτεριάς, της ανεξαρτησίας και της κυριαρχίας του.
Η ομόφωνη επιδοκιμασία και η υποστήριξη απ' όλο τον αλβανικό λαό της στάσης του Κόμματος και της Κυβέρνησης μας προς τις αντεπαναστατικές και αντιαλβανικές ενέργειες της κινέζικης ρεβιζιονιστικής ηγεσίας δείχνουν για μια ακόμη φορά τους στενούς δεσμούς του με το Κόμμα, την αποφασιστικότητα του να αντιμετωπίσει κάθε δυσκολία, να σπάσει κάθε ιμπεριαλιστικό - ρεβιζιονιστικό αποκλεισμό και περίγυρο.
Οι εκλογές του Νοέμβρη βρίσκουν τη χώρα μας με ισχυρή, σταθερή, δυναμική οικονομία που αναπτύσσεται αρμονικά και αδιάκοπα. Αυτό είναι αποτέλεσμα της σωστής γραμμής που ακολουθεί το Κόμμα για την ολόπλευρη ανάπτυξη και πρόοδο της χώρας.
Η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας και η σοσιαλιστική μας κοινωνία διαφέρουν εντελώς από τα καπιταλιστικό -ρεβιζιονιστικά κράτη και κοινωνίες των διάφορων χωρών του κόσμου. Πού έγκειται αυτή η διαφορά; Σε πρώτη γραμμή στην οικονομική βάση, στη διάρθρωση της κοινωνίας και στο εποικοδόμημα που καθρεφτίζει αυτή τη βάση. Στις καπιταλιστικές και ρεβιζιονιστικές κοινωνίες η βάση και το εποικοδόμημα έχουν ανταγωνιστική εσωτερική δομή, ενώ στη σοσιαλιστική μας κοινωνία είναι απαλλαγμένα από τους ταξικούς ανταγωνισμούς και σαν τέτοια τελειοποιούνται συνεχώς.
Στην κατανόηση της βάσης και του εποικοδομήματος που χαρακτηρίζουν κάθε οικονομικό - κοινωνικό σχηματισμό, καθοδηγούμαστε από τις θεωρητικές αρχές που κληρονομήσαμε από τους Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν και Στάλιν. Το Κόμμα μας αφομοίωσε και εφάρμοσε σωστά θεωρητικά και πραχτικά αυτές τις αρχές, γι αυτό η χώρα μας, από χώρα άλλοτε φτωχή οικονομικά και καθυστερημένη από πολιτιστική και εκπαιδευτική άποψη, μετατράπηκε σε ελεύθερη, ανεξάρτητη και κυρίαρχη χώρα, με αναπτυγμένη σοσιαλιστική οικονομία, με προοδευμένη κουλτούρα, παιδεία και επιστήμη, με ισχυρή άμυνα και με σωστή εξωτερική πολιτική αρχών.
Η σύνδεση και η αλληλεπίδραση της βάσης και του εποικοδομήματος, όπου ο κύριος ρόλος ανήκει στην οικονομική βάση, καθώς και η συνεχής επαναστατικοποίηση του σοσιαλιστικού εποικοδομήματος μας, δημιούργησαν την πεποίθηση στους ανθρώπους μας σχετικά με το σωστό δρόμο προόδου της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Στο δρόμο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού ηγήθηκε η εργατική τάξη, η μαρξιστική - λενινιστική πρωτοπορία της, γι' αυτό σ' αυτό το δρόμο σημειώθηκαν μεγάλες επιτυχίες.
Στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας η εργατική τάξη, η συνεταιριστική αγροτιά και οι άλλοι εργαζόμενοι ασκούν την εξουσία διαμέσου των αντιπροσωπευτικών οργάνων, καθώς και απευθείας. Εδώ οι μάζες συμμετέχουν ενεργά στη διακυβέρνηση της χώρας, στη διεύθυνση της οικονομίας, στη συζήτηση των νόμων και των οικονομικών σχεδίων, στον έλεγχο της δράσης των οργάνων της εξουσίας κ.λπ. Οι μάζες έχουν το δικαίωμα να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους για όλα τα προβλήματα κοινωνικού ή ατομικού ενδιαφέροντος. Αυτά τα δικαιώματα τους τα κατοχύρωσε το Κόμμα συνταγματικά, γι' αυτό μόνο στη σοσιαλιστική Αλβανία μπορεί να γίνεται λόγος για πραγματική δημοκρατία μ' όλη τη σημασία της λέξης, διακηρυγμένη όχι μόνο στα λόγια, αλλά πραγματικά εξασφαλισμένη. Αυτά τα δικαιώματα τυπικά τα διακηρύσσουν και τα αστικά και ρεβιζιονιστικά συντάγματα, αλλά στην πραγματικότητα δεν εξασφαλίζουν τις προϋποθέσεις για την έμπραχτη άσκηση των δικαιωμάτων που διακηρύσσονται. Χτυπώντας την απάτη της αστικής τάξης σχετικά με τη λεγόμενη ισότητα δικαιωμάτων στο καπιταλιστικό κράτος, ο Στάλιν έγραφε ότι
«Μιλούν για ισότητα των πολιτών, αλλά ξεχνούν ότι δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική ισότητα ανάμεσα στον πάτρωνα και τον εργάτη, ανάμεσα στον τσιφλικά και τον αγρότη, εφόσον οι πρώτοι έχουν πλούτη κάι πολιτικό βάρος στην κοινωνία, ενώ οι δεύτεροι δεν έχουν ούτε το ένα ούτε το άλλο- εφόσον οι πρώτοι είναι εκμεταλλευτές και οι δεύτεροι εκμεταλλευόμενοι».[ Ι. Β. Στάλιν. Άπαντα, τ. 14ος, αλβ. έκδοση, σελ. 61.]

Στη χώρα μας οικοδομείται με επιτυχία ο σοσιαλισμός προς το συμφέρον των πλατιών μαζών του λαού στον τομέα της οικονομίας, του πολιτισμού, της παιδείας, της επιστήμης, της άμυνας κ.λπ. Η Αλβανία βαδίζει πάντα προς την προοδευμένη σοσιαλιστική κοινωνία και διαφυλάσσει άθιχτη την κυριαρχία του λαού. Στο Σύνταγμά μας αναφέρεται: «Όλη η κρατική εξουσία στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας πηγάζει από τον εργαζόμενο λαό και ανήκει σ’ αυτόν».
Το Κόμμα εργάστηκε και εργάζεται για να είναι η χώρα μας ελεύθερη σε κάθε κατεύθυνση απέναντι στους ξένους, να είναι απόλυτα ανεξάρτητη απ' έξω και να μην κινδυνεύει ποτέ από εκείνες τις τάξεις που η επανάσταση μας τους αφαίρεσε την οικονομική, πολιτική και ηθική δύναμη.
Το μαρξιστικό - λενινιστικό Κόμμα μας εμπνέεται και καθοδηγείται από τη μαρξιστική - λενινιστική ιδεολογία και έχει μοναδικό σκοπό την άνοδο της ευημερίας του λαού, την πραγματοποίηση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού κάτω από την δικτατορία του προλεταριάτου. Ένα σοσιαλιστικό οικονομικό - κοινωνικό σύστημα δεν μπορεί να επιζήσει χωρίς την πραγματική προλεταριακή δημοκρατία, χωρίς τη στενή και ειλικρινή συνεργασία ανάμεσα στα διάφορα στρώματα των εργαζόμενων μαζών, που τα κάνει συνειδητά το Κόμμα. Η κοινωνία μας διακρίνεται γιατί διακυβερνάται από τους νόμους της δικτατορίας του προλεταριάτου και της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, αυτή είναι συνειδητή ότι τα δικαιώματα και τα καθήκοντα των πολιτών καθιερώθηκαν πάνω στη βάση της εναρμόνισης των συμφερόντων της κοινωνίας και του ατόμου, δίνοντας προτεραιότητα στο γενικό συμφέρον. Η προτεραιότητα του γενικού συμφέροντος πρέπει να καθοδηγεί τη σκέψη και τους πόθους του καθενός. Για να μπορεί να προβαδίζει το γενικό συμφέρον και να πραγματοποιηθούν τα καλά που φέρει το σοσιαλιστικό μας σύστημα, απαιτείται απόλυτα η πλατιά συμμετοχή των εργαζόμενων μαζών στη διεύθυνση του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου και της οικονομίας.
Μπορούμε να πούμε με περηφάνια ότι η χώρα μας είναι πραγματικά σοσιαλιστική. Δεν υπάρχει στον κόσμο άλλη χώρα σαν η δική μας, όπου οι πολίτες να είναι ισότιμοι μπροστά στο νόμο, όπου η διαφορά στις αποδοχές ανάμεσα στον εργάτη και τον υπάλληλο να είναι τόσο μικρή. Η αναλογία στις αποδοχές του εργάτη και του ανώτατου λειτουργού είναι ένα προς δύο. Οι ξένοι θέτουν το ερώτημα: Πώς είναι δυνατό ο ανώτατος λειτουργός να έχει τόσο μικρή διαφορά στις αποδοχές σε σύγκριση με τους εργάτες; Η απάντηση σ' αυτό το ερώτημα δεν είναι δύσκολη. Σε μας συμβαίνει αυτό, γιατί το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, με τους δίκαιους νόμους του, καθιέρωσε τις μαρξιστικές - λενινιστικές αρχές σχετικά με τις αποδοχές. Μιλώντας γι αυτό το πρόβλημα ο Λένιν έγραφε ότι η στροφή από την αστική δημοκρατία στην προλεταριακή δημοκρατία είναι
«... η κατάργηση... όλων των οικονομικών προνομίων που είχαν οι ανώτεροι λειτουργοί, η ελάττωση του μισθού όλων των ανώτερων υπαλλήλων στο επίπεδο "αποδοχών του εργάτη"»[ Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, τομ. 25ος, αλβ. έκδοση, σελ. 496.].

Ένα από τα μέτρα που πήρε η Κομμούνα του Παρισιού και που ο Μαρξ το υπογράμμισε, ήταν ακριβώς η ελάττωση των μισθών των αξιωματούχων. Εμείς δεν επιτρέπουμε καταχρήσεις στην εφαρμογή της αρχής της αμοιβής ανάλογα με την εργασία, γι αυτό εδώ δεν δημιουργήθηκε και δε θα δημιουργηθεί κάποιο στρώμα εργαζομένων που να θέσει τον εαυτό του πάνω από τους άλλους και να παίρνει αποφάσεις σύμφωνα με τις επιθυμίες και τα συμφέροντα του.
Στη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας όχι μόνο φράχτηκε με νόμο ο δρόμος στις ρεβιζιονιστικές τάσεις, αλλά και γίνεται μεγάλη διαπαιδαγωγητική δουλειά για το ανέβασμα της συνείδησης των ανθρώπων ώστε κάθε εργαζόμενος να αμείβεται ανάλογα με την ποσότητα και την ποιότητα της εργασίας που κάνει. Εκτός από μερικούς εκφυλισμένους ανθρώπους, η συντριπτική πλειοψηφία των μελών της κοινωνίας μας θεωρεί μεγάλο καθήκον το ξεκαθάρισμα της συνείδησης από τις καπιταλιστικές επιβιώσεις. Στη χώρα μας επιτεύχθηκε το δυνάμωμα της αγάπης και της εκτίμησης του ανθρώπου για τον άνθρωπο. Ο σύντροφος καταβάλλει επίμονες προσπάθειες να βοηθήσει το σύντροφο για να διορθώσει τα λάθη που κάνει και να καταδικάσει την πράξη του όταν παραβιάζει τους νόμους που ρυθμίζουν τις νομικές σχέσεις και τους σοσιαλιστικούς κανόνες της κοινωνίας μας.
Αυτή η επαναστατική κατάσταση επιτεύχθηκε γιατί στη χώρα μας εφαρμόζονται με συνέπεια η ελευθερία του λόγου, η βαθιά και πλατιά συζήτηση των μαζών πάνω στα διάφορα προβλήματα, η πραγματική προλεταριακή δημοκρατία. Έτσι εξηγείται η κατάσταση μας.
Ας λένε ό,τι θέλουν εκείνοι που νομίζουν ότι στην Αλβανία δεν υπάρχει ελευθερία για τους πολίτες, δεν υπάρχει δημοκρατία, δεν υπάρχουν πολλά κόμματα και ατέρμονες συζητήσεις στη Βουλή. Εμείς έχουμε τις πιο κατάλληλες και τις πιο δημοκρατικές μορφές
πλήρους ελευθερίας για τις εργαζόμενες μάζες, διαφορετικά δεν μπορούσε να ανθίσει η χώρα, όπως ανθίζει, δεν μπορούσε να επιτευχθεί η μονολιθική ενότητα του λαού με το Κόμμα. Ακριβώς εδώ, στην ενότητα Κόμματος - λαού, βρίσκεται το κλειδί των κατακτήσεων μας, γι' αυτό οι καπιταλιστές και ρεβιζιονιστές εχθροί θέλουν να σκουριάσει αυτό το χρυσό κλειδί, συκοφαντώντας με τον πιο κυνικό τρόπο.
Αν ακούσει κάποιος ξένος, αστός ή ρεβιζιονιστής, τις συζητήσεις των αντιπροσώπων του λαού στη Λαϊκή μας Βουλή, μπορεί να πει: Εδώ δεν έχει ζωηρές συζητήσεις όπως στα δικά μας κοινοβούλια, αυτό δεν είναι κανονικό. Είναι αλήθεια ότι στη Λαϊκή Βουλή δε γίνονται συζητήσεις για τις συζητήσεις, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι λείπει η συζήτηση. Το πολιτικό ή οικονομικό πρόβλημα που υποβλήθηκε για εξέταση στη Λαϊκή Βουλή, έγινε πρώτα αντικείμενο φλογερών και εποικοδομητικών συζητήσεων και υποδείξεων στους ίδιους τους κόλπους των εργαζόμενων μαζών και των οργανώσεων τους, που οι βουλευτές τις παρακολουθούν για να ακούσουν τη φωνή των μαζών και συμμετέχουν δραστήρια στη συζήτηση. Τίποτε δεν επιτεύχθηκε εύκολα, ήσυχα όπως θα 'θελε ο ένας ή ο άλλος, ή με υπαγόρευση απ' τα πάνω, αλλά το καθετί κοιτάχτηκε με το μάτι του γενικού συμφέροντος. Εφόσον τα προβλήματα εξετάστηκαν και κοσκινίστηκαν πριν υποβληθούν για έγκριση στο ανώτατο όργανο της κρατικής εξουσίας, γιατί να γίνονται συζητήσεις για τις συζητήσεις, φωνασκίες και ξελαρυγγίσματα στη Βουλή «για να εκδηλωθεί η δημοκρατία» όπως στα αστικά κοινοβούλια;
Στα όργανα μας της κρατικής εξουσίας, στη Λαϊκή Βουλή ή στα λαϊκά συμβούλια όλων των βαθμίδων, δεν είναι αλήθεια ότι δε γίνονται συζητήσεις. Όχι μόνο στα όργανα της εξουσίας, αλλά και στις συγκεντρώσεις των εργαζομένων, όταν εξετάζεται ένα σχέδιο ή νόμος, γίνονται πολλές συζητήσεις που χαρακτηρίζονται από μεγάλη και ζωηρή λαϊκή συζήτηση, που εξετάζει τα αναμενόμενα και τα απρόοπτα για την εξεύρεση της πιο λογικής λύσης. Οι συζητήσεις αυτές δεν απαντώνται σε καμιά χώρα του καπιταλιστικό - ρεβιζιονιστικού κόσμου. Συνεπώς, και σ' αυτή την κατεύθυνση φαίνεται η μεγάλη υπεροχή της νέας σοσιαλιστικής κοινωνίας, για την ανάπτυξη, την ισχυροποίηση και την υπεράσπιση της οποίας πρέπει να δουλεύουμε πάντα όπως μας διδάσκει η μαρξιστική - λενινιστική ιδεολογία. Είναι αυτή η κοινωνία και αυτή η ιδεολογία που δημιουργούν τις δυνατότητες για να αναπτυχθούν οι αρετές των ανθρώπων, που δημιουργούν τις πιο κατάλληλες συνθήκες για να αναπτυχθεί η οικονομία προς το γενικό συμφέρον και όχι προς το συμφέρον μιας τάξης εκμεταλλευτών. Η σοσιαλιστική κοινωνία και ο μαρξισμός - λενινισμός μάς δείχνουν το δρόμο πώς να βρίσκουμε συνεχώς τις μεθόδους της πιο τέλειας διαχείρισης των υλικών και ηθικών αξιών του λαού και πώς να θέτουμε αυτές τις αξίες στην υπηρεσία της πατρίδας.
Σε όλους τους μη σοσιαλιστικούς οικονομικό - κοινωνικούς σχηματισμούς, σ' όλα τα καπιταλιστικά και ρεβιζιονιστικά κράτη, η κοινωνία δεν καθοδηγείται από την εργατική τάξη και, συνεπώς, ούτε από το επαναστατικό της κόμμα που τρέφεται από τη θεωρία του Μαρξ και του Λένιν. Εκεί υπάρχουν διάφορες ανταγωνιστικές τάξεις, που καθοδηγούνται από τα κόμματα τους, τα οποία δεν εκπροσωπούν τα πραγματικά συμφέροντα των μαζών, αλλά της εργατικής αριστοκρατίας της μεγαλοαστικής τάξης. Αυτά τα κόμματα προσποιούνται ότι στην πολιτική δραστηριότητα τους συγκρούονται αναμεταξύ τους και διεξάγουν τάχα «δημοκρατική» κοινοβουλευτική πάλη, αλλά στα αστικά κοινοβούλια
«... μόνο φλυαρούν, έχοντας σαν ιδιαίτερο σκοπό την εξαπάτηση του "απλού λαού"» [Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, τ. 25ος, αλβ. έκδοση, σελ. 501]
Τα κράτη στα οποία κυριαρχούν τα πολιτικά κόμματα της αστικής τάξης, όσο κι αν καλύπτονται με τα λεγόμενα «δημοκρατικά» ονόματα, στην πραγματικότητα δεν έχουν στη δράση τους ούτε ίχνος δημοκρατίας και πραγματικής ατομικής ή κοινωνικής ελευθερίας.
Η «δημοκρατία» σε μερικές από τις μη σοσιαλιστικές χώρες εκφράζεται τυπικά στη συγκρότηση πολλών κομμάτων, τα οποία, στη διάρκεια της καμπάνιας των βουλευτικών εκλογών, ασκώντας ισχυρή επίδραση στις εργαζόμενες μάζες, εξαπατώντας τες, καθώς και χειριζόμενα τη διαδικασία των εκλογών και τα αποτελέσματα τους, κατορθώνουν να έχουν το καθένα από μια ομάδα βουλευτών στο κοινοβούλιο. Οι βουλευτές αυτών των κομμάτων δεν είναι παρά πεπειραμένοι και επιτήδειοι πολιτικοί για την υπεράσπιση του ισχύοντος καθεστώτος, για την ενίσχυση της καπιταλιστικής κρατικής θέσης των τραστ και των μονοπωλίων. Στο κοινοβούλιο αυτά εμφανίζονται σαν να έδωσαν στη χώρα και στο λαό «ελευθερία» και «δημοκρατία». Όσο κι αν οι αστοί βουλευτές αερολογούν περί «ανθρώπινων δικαιωμάτων», σε τελευταία ανάλυση εκεί κυριαρχεί ο καπιταλισμός, κυριαρχεί η μεγαλοαστική τάξη, η οποία από καιρό σε καιρό μοιράζεται την εξουσία με τη μεσαία αστική τάξη και κρατάει κάτω από την κυριαρχία της το προλεταριάτο, τη φτωχή αγροτιά καθώς και τους άλλους εργαζομένους, όπως είναι οι φτωχοί βιοτέχνες και διανοούμενοι, που η ανεργία και η πείνα τους κατάντησαν σε αδύνατο επαναστατικό κοινωνικό στρώμα. Αυτοί οι εξαθλιωμένοι εκλογείς αποφασίζουν, όπως λέει ο Μαρξ,
«... κάθε τρία ή έξι χρόνια... ποιο από τα μέλη της άρχουσας τάξης θα εκπροσωπεί και θα τσαλαπατά το λαό στη βουλή...»[ Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά Έργα, τ. Ι, αλβ. έκδοση, σελ. 546, Τίρανα, 1975.]

Τα πολιτικά κόμματα, στην εξουσία ή στην αντιπολίτευση, έχουν οργανώσει τα συνδικάτα τους, που τα διευθύνουν με δήθεν δημοκρατικές μορφές για να κάνουν διαμαρτυρίες ή διεκδικήσεις. Όλες οι διαμαρτυρίες και οι διεκδικήσεις που υποκινούνται από αυτά τα κόμματα δεν έχουν πολιτικό χαρακτήρα, δεν προσανατολίζονται προς την ανατροπή του καπιταλιστικού καθεστώτος που εκμεταλλεύεται ανελέητα τους εργαζόμενους, αλλά επιδιώκουν μερικές οικονομικές μεταρρυθμίσεις τόσο ασήμαντες που δε χαλούν πολύ τη δουλειά της αστικής τάξης (γι αυτό, πότε - πότε αποδέχεται αυτά τα αιτήματα) και δε φέρουν κανένα αισθητό όφελος στο προλεταριάτο και στα άλλα καταπιεζόμενα και εκμεταλλευόμενα στρώματα. Αυτά όμως τα «αιτήματα» έχουν σημασία για τους υπερασπιστές του αστικού καθεστώτος, γιατί μ' αυτά επιδιώκουν να δημιουργήσουν την απατηλή εντύπωση στην κοινή γνώμη, ότι στον καπιταλισμό η εργατική τάξη και οι άλλοι εργαζόμενοι λένε «ελεύθερα» το λόγο τους. Για να πειστεί κανείς πόσο παραπλανητικές είναι αυτές οι ενέργειες, αρκεί να υπενθυμίσουμε ότι, όταν τα αιτήματα των μαζών ξεπερνούν τους προσανατολισμούς των πολιτικών κομμάτων και επιμένουν στην πραγματική εξασφάλιση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων που τους ανήκουν, τότε επεμβαίνουν οι δυνάμεις της υπεράσπισης του καπιταλιστικού καθεστώτος και τις πνίγουν στο αίμα. Η παγκόσμια ιστορία γνωρίζει πολλά, αναρίθμητα τέτοια γεγονότα.
Την απατηλή θέση ότι στο κοινωνικό τους σύστημα υπάρχει «δημοκρατία» οι καπιταλιστές προσπαθούν να την αποδείξουν με το σαθρό επιχείρημα ότι εκεί τα πολιτικά κόμματα έχουν τον Τύπο τους, όπου μπορούν να εκφράζουν τις διάφορες απόψεις για τα προβλήματα της χώρας, για την εξουσία και για τους ανθρώπους της. Ξεσκεπάζοντας την «ελευθερία Τύπου» για την οποία ισχυρίζεται η αστική τάξη, ο Λένιν έγραφε:
«Οι καπιταλιστές... ονομάζουν «ελεύθερο Τύπο» μια τέτοια κατάσταση, όταν καταργείται η λογοκρισία και όλα τα κόμματα εκδίδουν ελεύθερα κάθε λογής εφημερίδες.
Στην πραγματικότητα αυτό δεν είναι ελευθερία Τύπου αλλά ελευθερία για τους πλούσιους, για την αστική τάξη να εξαπατούν τους καταπιεζόμενους και τους εκμεταλλευόμενους» [Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, τ. 25ος, αλβ. έκδοση, σελ. 444]

Τι είναι όμως στην πραγματικότητα η αστική δημοκρατία; Είναι μορφή κυριαρχίας της αστικής τάξης, ενώ τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διακηρύσσονται, «για όλους», εκεί έχουν απόλυτα τυπικό και απατηλό χαρακτήρα, γιατί, στις συνθήκες ύπαρξης της ατομικής ιδιοκτησίας, λείπουν τα κοινωνικό - οικονομικά μέσα που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή τους. Μ' αυτή την αστική δημοκρατία μπορείς να κριτικάρεις στην εφημερίδα, σε διάφορες συγκεντρώσεις ή στη βουλή τον έναν ή τον άλλο, μπορείς να επικρίνεις ένα κόμμα ή μια κυβέρνηση που έρχεται στην εξουσία, μπορείς να κάνεις όσο θέλεις κουβεντολόι, αλλά δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτε, είσαι αναγκασμένος να μένεις μόνο στα λόγια, επειδή η καπιταλιστική οικονομική και πολιτική εξουσία, με τους μηχανισμούς της, είναι προετοιμασμένη να επιτεθεί σα θηρίο σε οποιονδήποτε που σηκώνει κεφάλι ενάντια στην κυρίαρχη τάξη, ενάντια στη χρηματιστική ολιγαρχία. Υπενθυμίζοντας την αγριότητα με την οποία η γαλλική αστική τάξη χτύπησε τους εργάτες ύστερα από την εξέγερση του Ιούνη του 1848, ο Φ. Ένγκελς γράφει:
«Η αστική τάξη έδειξε για πρώτη φορά με πόση λυσσαλέα αγριότητα εκδικείται ενάντια στο προλεταριάτο, όταν αυτό τολμάει να ξεσηκωθεί εναντίον της σαν τάξη καθεαυτή, με τα συμφέροντα και τα αιτήματα της»[ Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά Έργα, τ. Ι, αλβ. έκδοση, σελ. 496, Τίρανα,1975.]

Μπορεί μήπως να αποκαλέσουμε «δημοκρατία» τη μορφή της εξουσίας της αστικής τάξης που στηρίζεται στην αρχή της υποταγής της πλειοψηφίας στη μειοψηφία; Με κανένα τρόπο. Αυτή είναι δημοκρατία μόνο κατ' όνομα, που δε φέρει κανένα όφελος στις μάζες του λαού. Αυτή η «δημοκρατία» δεν εξασφαλίζει στο λαό καμιά πραγματική ελευθερία, δεν κάνει τη χώρα ανεξάρτητη απέναντι στα άλλα πιο ισχυρά κράτη στην πολιτική, στην οικονομία, ή στο στρατιωτικό τομέα. Και αυτό συμβαίνει, γιατί αυτή η λεγόμενη δημοκρατία είναι μπλεγμένη με άλλες πιο ισχυρές καπιταλιστικές «δημοκρατίες», που επιβάλλουν τη θέληση τους. Το κεφάλαιο, είτε εθνικό είτε διεθνές είναι, επιβάλλει στις πλατιές εργαζόμενες μάζες τη θέληση, τις επιθυμίες και τις απόψεις του. Όταν στις καπιταλιστικές ή τις ρεβιζιονιστικές χώρες παρουσιάζεται κάτι σαν «θέληση των εργαζόμενων μαζών», πρέπει να εννοηθεί ότι στην πραγματικότητα πίσω απ' αυτό κρύβεται η θέληση της εργατικής αριστοκρατίας.
Οι νόμοι που ψηφίζονται στα αστικά και στα ρεβιζιονιστικά κοινοβούλια εκφράζουν τη θέληση της κυρίαρχης τάξης και προστατεύουν τα συμφέροντα της. Από αυτούς τους νόμους επωφελούνται τα κόμματα του κεφαλαίου, που αποτελούν την πλειοψηφία στη βουλή. Δε μένουν όμως χωρίς να επωφεληθούν και τα κόμματα εκείνα που είναι τάχα σε αντιπολίτευση και που συχνά αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα της εργατικής αριστοκρατίας και των κουλάκων. Αυτά τα «αντιπολιτευόμενα» κόμματα, που είναι τάχα σ' αντίθεση με τα κόμματα που κέρδισαν την πλειοψηφία των εδρών στη βουλή και που υποστηρίζουν το μεγάλο κεφάλαιο, κάνουν θόρυβο, «κριτικάρουν» κ.λπ., αλλά ο θόρυβος τους δεν εξαλείφει την ανεργία, τη μετανάστευση και τον πληθωρισμό. Όσο κι αν φλυαρεί και φωνασκεί η αντιπολίτευση στη βουλή, οι τιμές ανεβαίνουν, η ζωή διαφθείρεται και εκφυλίζεται, τα εγκλήματα, που διαπράττονται μέρα νύχτα στους δρόμους, οι δολοφονίες, οι κλοπές και οι απαγωγές, γίνονται όλο και πιο πολύ ανησυχητικά. Αυτό το χάος και ακαταστασία, αυτή την ελευθερία των κακοποιών να διαπράττουν εγκλήματα, οι καπιταλιστές και οι ρεβιζιονιστές την ονομάζουν «πραγματική δημοκρατία»!
Σ' αυτό το σύμπλεγμα ανηθικότητας περιστρέφεται η περιβόητη αστικοδημοκρατική εξουσία των καπιταλιστικών χωρών, όπου κυριαρχούν πολλά αστικά κόμματα ή ένα αντιμαρξιστικό κόμμα όπως στη Σοβιετική Ένωση, στην τιτοϊκή Γιουγκοσλαβία και σε μερικές χώρες της πρώην λαϊκής δημοκρατίας, που μετατράπηκαν σε καπιταλιστικές χώρες.
Ο λεγόμενος πλουραλισμός, ως τον καιρό της διάδοσης του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, τιτοϊκού και χρουστσιοφικού, περιοριζόταν στο να συμμετέχουν στην καπιταλιστική καταπιεστική εξουσία τα ψευτοδημοκρατικά κόμματα, όπως είναι τα ριζοσπαστικά, τα σοσιαλιστικά, τα σοσιαλδημοκρατικά και πολλά άλλα κόμματα με τέτοια ονόματα. Όταν η Σοβιετική Ένωση του Λένιν και του Στάλιν καταστράφηκε από το χρουστσιοφικό ρεβιζιονισμό, όταν ο τιτοϊσμός έθεσε τις βάσεις του καπιταλιστικού καθεστώτος στη Γιουγκοσλαβία, τα άλλα κομμουνιστικά κόμματα, εκτός από το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας, εκφυλίστηκαν και μετατράπηκαν σε ρεβιζιονιστικά κόμματα, σε ρεφορμιστικά κόμματα, σε κόμματα που επιδίωκαν τη στενή συνεργασία με τα κόμματα του κεφαλαίου, για τη διακυβέρνηση της αστικό - καπιταλιστικής κοινωνίας. Αυτό το σκοπό τον εκδήλωσαν τώρα ανοιχτά τα ρεβιζιονιστικά κόμματα της Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Βελγίου κ.λπ.
Δε χρειάζεται καμιά εξήγηση για να αποδειχτεί ότι η συμμετοχή στην εξουσία πολλών αστικών, καπιταλιστικών, ρεβιζιονιστικών και φασιστικών κομμάτων στις καπιταλιστικές και ιμπεριαλιστικές χώρες, όπως στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής κ.λπ., δεν άλλαξε καθόλου την κοινωνία τους από αντιδραστική σε προοδευτική. Αντίθετα, στον ιμπεριαλισμό γίνεται στροφή από τη δημοκρατία προς την αντίδραση. Δεν είναι προοδευμένη κι ούτε δημοκρατική κοινωνία εκείνη που υποστηρίζει το εκμεταλλευτικό καθεστώς και στηρίζεται σ' αυτό. Και η ύπαρξη μόνον ενός κόμματος στην εξουσία, όταν αυτό το κόμμα δεν ακολουθεί μαρξιστική - λενινιστική γραμμή, δηλαδή δεν είναι κόμμα του προλεταριάτου, δεν μπορεί να οδηγήσει ποτέ στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αντίθετα, ένα τέτοιο κόμμα, όπως και να ονομαστεί «μαρξιστικό» ή «μαρξιστικό - λενινιστικό», στην πραγματικότητα είναι κόμμα της αστικής τάξης ή φασιστικό, που έχει καθήκον να χρηματοδοτεί την ατομική ή την καπιταλιστική κρατική ιδιοκτησία για να τρέφει μια νέα τάξη δυναστών.
Ένα τέτοιο κόμμα χρειάζεται να διατηρεί μερικές τάχα μαρξιστικές μορφές. Και στην εξουσία, που αυτό καθοδηγεί, προσπαθεί να δώσει σοσιαλιστικές μορφές και ονομασίες, αλλά η ουσία και οι σκοποί τέτοιου κόμματος και τέτοιου κράτους είναι αντισοσιαλιστικά, γιατί επιδιώκει να πραγματοποιήσει τον οπισθοδρομικό μετασχηματισμό της χώρας και την παλινόρθωση του καπιταλισμού. Σ' αυτή την περίπτωση, η νέα αστική τάξη ιδιοποιείται βαθμιαία την εξουσία σε βάρος του προλεταριάτου και των φυσικών συμμάχων του. Αυτή η διαδικασία επιβεβαιώθηκε στη Γιουγκοσλαβία, στη Σοβιετική Ένωση και σε πολλές άλλες χώρες της πρώην λαϊκής δημοκρατίας, όπου δεν υπάρχει κομματικός πλουραλισμός. Σ' αυτές τις χώρες παλινορθώθηκε σε διάφορες μορφές ο καπιταλισμός, αναβιώνει και δυναμώνει η τάξη των νέων εκμεταλλευτών. Αν η χώρα που παθαίνει αυτή την πισωδρόμηση είναι μεγάλη σε έκταση, σε πληθυσμό και οικονομικό δυναμικό, το κράτος της μετατρέπεται σε σοσιαλιμπεριαλιστικό, αντίθετα, αν η χώρα είναι μικρή, τότε μετατρέπεται σε δορυφόρο του παγκόσμιου καπιταλισμού, σε κράτος που κυριαρχείται από τα ξένα κεφάλαια και τη νεοαποικιοκρατία, τα οποία εκμεταλλεύονται τον πλούτο της χώρας και τον ιδρώτα του λαού. Επομένως, όλα τα λεγόμενα δημοκρατικά κράτη, είτε με πλουραλιστικό σύστημα είτε με σύστημα κυριαρχίας μόνον ενός κόμματος, που δεν είναι μαρξιστικό - λενινιστικό, δε θέλουν να αντικαταστήσουν την παλιά εκμεταλλευτική καπιταλιστική κοινωνία με τη νέα σοσιαλιστική κοινωνία. Σ' αυτή την παλιά κοινωνία, όπου υπάρχουν η ατομική ιδιοκτησία και η καπιταλιστική κυριαρχία, δεν μπορεί να υπάρχει πραγματική ελευθερία, δημοκρατία, ανεξαρτησία και κυριαρχία του λαού.
«Μόνον η δικτατορία του προλεταριάτου -μας διδάσκει ο Λένιν- είναι σε θέση να απελευθερώσει την ανθρωπότητα από το ζυγό του κεφαλαίου, από την ψευτιά, την πλαστότητα, την υποκρισία της αστικής δημοκρατίας, αυτής της δημοκρατίας για τους πλούσιους, μόνον αυτή είναι σε θέση να εγκαθιδρύσει την δημοκρατία για τους φτωχούς, δηλαδή να κάνει ώστε τα καλά της δημοκρατίας να τα χαίρονται πραγματικά οι εργάτες και οι φτωχοί αγρότες...»[ Β. Ι. Λένιν. Άπαντα, τ. 28ος, αλβ. έκδοση, σελ. 424 - 425.]

Η καπιταλιστική εκμετάλλευση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς εντατική πολιτική προπαγάνδα που στοχεύει να κάνει κουρκούτι το μυαλό των ανθρώπων, και χωρίς μια σειρά σιδερένιους νόμους που να περιορίζουν στο έπακρο τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ο μεγάλος προπαγανδιστικός μηχανισμός στη διάθεση της αστικής τάξης αναπτύσσει κάθε ώρα και στιγμή προπαγάνδα ενάντια στο προλεταριάτο και τη δικτατορία του, ενάντια στους λαούς που ρίχτηκαν σε πάλη για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. Όλο το οικονομικό και πολιτικό δυναμικό στις καπιταλιστικορεβιζιονιστικές κοινωνίες βρίσκεται στα χέρια μιας χούφτας μεγιστάνων, βαθύπλουτων, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει ένα ευρύ και ισχυρό δίκτυο κρατικών μηχανισμών για να διατηρήσουν με τη βία την εξουσία τους.

Αυτό το σκοπό εξυπηρετούν ο στρατός, η αστυνομία, οι χαφιέδες, τα δικαστήρια και άλλα όργανα της ταξικής κυριαρχίας, που τιμωρούν αυστηρά κάθε εναντίωση, ατομική ή συλλογική, από μέρους του προλεταριάτου και των άλλων εργαζομένων και που καταπνίγουν τις λαϊκές εξεγέρσεις.
Οι αστοί και οι ρεβιζιονιστές υπερασπιστές του καπιταλιστικού κράτους παρουσιάζουν την εθνικοποίηση μερικών οικονομικών τομέων, των μεταφορών κ.τλ., σαν ένδειξη της «αλλαγής » του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτή η διαδικασία «μετασχηματισμού», σύμφωνα μ' αυτούς, μπορεί να προχωρήσει και πιο πέρα, αν το προλεταριάτο γίνει «λογικό» και «μετρημένο» στα αιτήματα του, σε περίπτωση που υπακούσει στα προδοτικά πολιτικά κόμματα και στα συνδικάτα που αυτά διευθύνουν. Αυτοί οι «θεωρητικοί» είναι ρεφορμιστές, γιατί απαιτούν τη μετατροπή του καπιταλιστικού κράτους σε σοσιαλιστικό μέσω μεταρρυθμίσεων. Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν γίνει από το κεφάλαιο σε διάφορες καπιταλιστικές, ρεβιζιονιστικές, ιμπεριαλιστικές χώρες, αλλά αυτές δεν έφεραν τη νίκη της επανάστασης και των επαναστατών, αντίθετα, έχουν δημιουργήσει εκείνη την κατάσταση που έσωσε το κεφάλαιο από την ανατροπή, προφύλαξε την εκμεταλλεύτρια τάξη από τους νεκροθάφτες της.
Ο σύγχρονος ρεβιζιονισμός έχει στην ημερήσια διάταξη το ρεφορμισμό, που αποτελεί την ουσία των απόψεων, των θεωριών και των πράξεων του. Ο ρεφορμισμός είναι ενάντια στη μαρξιστική -λενινιστική ιδεολογία και ενάντια στην ανατροπή του καπιταλισμού με τη βίαιη επανάσταση. Ο κινητήρας της προλεταριακής επανάστασης είναι η αμείλικτη πάλη των τάξεων, της τάξης του προλεταριάτου και των συμμάχων της, της φτωχής αγροτιάς και των άλλων καταπιεζόμενων στρωμάτων, ενάντια στην αστική τάξη, στο κρατικό μονοπωλιακό κεφάλαιο, στο χρηματιστικό κεφάλαιο, ενώ ο ρεφορμισμός αρνείται την ταξική πάλη, τη σοσιαλιστική επανάσταση και τη δικτατορία του προλεταριάτου.
Επομένως, ο ρεφορμισμός είναι ο νεκροθάφτης της επανάστασης, είναι ενάντια στο μαρξισμό - λενινισμό, γι αυτό τον ενστερνίστηκαν τα ρεβιζιονιστικά κόμματα των διαφόρων χωρών, από τη Σοβιετική Ένωση, τη Γιουγκοσλαβία, την Κίνα, τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες και μέχρι τα άλλα ρεβιζιονιστικά κόμματα των χωρών και των ηπείρων του κόσμου. Έχοντας σαν σκοπό την εξάλειψη της επανάστασης και την παραποίηση των βασικών θέσεων του μαρξισμού - λενινισμού, μερικά κόμματα, που αυτονομάστηκαν «ευρωκομ-μουνιστικά», απέρριψαν κατάφωρα τη μαρξιστική - λενινιστική
θεωρία. Αυτά τα κόμματα, με επικεφαλής το «Κομμουνιστικό» Κόμμα της Ισπανίας, εγκατέλειψαν το λενινισμό. Το «Κομμουνιστικό» Κόμμα της Ισπανίας έφτασε ως το σημείο να αφαιρέσει και το όνομα «λενινιστικό» για να δώσει στην αστική τάξη να καταλάβει ότι ξεπεράστηκε πια η περίοδος που επιδιωκόταν η ανατροπή του καπιταλισμού και η βίαιη κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο, ότι τα ρεβιζιονιστικά κόμματα βρίσκονται στην περίοδο της μετατροπής τους σε κόμματα της αστικής τάξης και είναι έτοιμα να δώσουν κάθε άλλη απόδειξη για να αποκτήσουν την εμπιστοσύνη.
Και το ζήτημα της προόδου στην τεχνολογία και στην επιστήμη δεν μπορεί να μπερδεύεται με τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, με την απελευθέρωση του προλεταριάτου και όλων των εργαζόμενων από το παλιό εκμεταλλευτικό σύστημα και με τη μετάβαση στο νέο σοσιαλιστικό σύστημα. Η προηγμένη τεχνολογία και επιστήμη είναι καρπός του νου των ανθρώπων, των εργατών και των διανοουμένων, όμως στα εκμεταλλευτικά κοινωνικά καθεστώτα η τεχνική και η επιστήμη τίθενται στην υπηρεσία των κυρίαρχων τάξεων για να ενισχύσουν τις οικονομικές, πολιτικές και ιδεολογικές θέσεις τους μέσα και έξω από τη χώρα. Η ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνικής και η αύξηση του αριθμού των ειδικών δεν μπορούν να εξαλείψουν τις πληγές του καπιταλισμού, όπως ισχυρίζονται οι αστοί και οι ρεβιζιονιστές ιδεολόγοι. Η πείρα δείχνει ότι, όσο κι αν αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις και προοδεύουν η τεχνική και η επιστήμη, η βίαιη σοσιαλιστική επανάσταση για τη μετάβαση από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό μένει αναντικατάστατη.
Η μαρξιστική - λενινιστική θεωρία έκαμε απόλυτα ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να γίνει η μετάβαση στη σοσιαλιστική κοινωνία μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού καθεστώτος, αλλά ανατρέποντας συθέμελα αυτό το σύστημα και τους θεσμούς του, εγκαθιδρύοντας την εξουσία του προλεταριάτου, που καθοδηγείται από την πρωτοπορία του, το κομμουνιστικό μαρξιστικό - λενινιστικό κόμμα.
Η πολιτική του Κόμματος και του κράτους μας υποστηρίζει τους καταπιεζόμενους που ξεσηκώνονται σε επανάσταση και καταπολεμάει τους καταπιεστές, που είναι καταδικασμένοι να εξαλειφθούν σαν τάξη. Το Κόμμα μας το λέει ανοιχτά ότι η εξάλειψη των εκμεταλλευτών δεν μπορεί να επιτευχθεί διαφορετικά παρά με αγώνα, με βίαιη επανάσταση και όχι με μεταρρυθμίσεις της βάσης ή του εποικοδομήματος. Για να επιτευχθεί η πλήρης και πραγματική απελευθέρωση της εργατικής τάξης και όλων των εργαζόμενων του κόσμου, πρέπει να ανατραπεί από τα θεμέλια η παλιά εξουσία και στη θέση της να εγκαθιδρυθεί η νέα εξουσία του προλεταριάτου.
Εμείς είμαστε ενάντια στην αποκέντρωση της σοσιαλιστικής οικονομίας και σε ανειρήνευτη πάλη με την καπιταλιστική ρεβιζιονιστική θεωρία της «αυτοδιαχείρισης», «της αυτοδιοίκησης των επιχειρήσεων», που ήθελαν να την μπάσουν εδώ στα κρυφά ο τιτοϊσμός και οι φίλοι του, διαμέσου των προδοτών Μπεκίρ Μπαλούκου, Αμπντύλ Κελέζι, Κώτσιο Θεοδόσι κ.λπ. Η σοσιαλιστική οικονομία της χώρας μας αναπτύσσεται σε επιστημονικές βάσεις, με γενικό ενιαίο σχέδιο, για να ικανοποιούνται οι υλικές και οι πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας. Στο Σύνταγμά μας αναφέρεται: «Το κράτος οργανώνει, διευθύνει και αναπτύσσει όλη την οικονομική και κοινωνική ζωή με ενιαίο και γενικό σχέδιο...».
Το κράτος μας έχει δικαίωμα και καθήκον να επιβλέπει την εκτέλεση αυτού του σχεδίου σε όλους τους κρίκους και τους δείκτες. Η επίβλεψη πραγματοποιείται μέσω του εργατικού και αγροτικού ελέγχου, μέσω του κρατικού ελέγχου και μέσω του ελέγχου του Κόμματος και των μαζικών οργανώσεων, που είναι μορφές του προλεταριακού ελέγχου.
Αυτός ο αποτελεσματικός έλεγχος στηρίζεται φυσικά στην απόλυτη ελευθερία κριτικής και στην ανώτερη συνείδηση αυτοκριτικής, που συμβάλλουν στην πρόοδο της δουλειάς, στη σωστή κατανόηση των καθηκόντων και την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση των ανθρώπων. Ο έλεγχος εκτέλεσης των καθηκόντων του σχεδίου είναι ένα σύνθετο πρόβλημα του κράτους της δικτατορίας του προλεταριάτου, της πολιτικής του Κόμματος, της μαρξιστικής - λενινιστικής ιδεολογίας μας, που συνυφαίνεται στο μεγάλο έργο που καθοδηγεί το Κόμμα. Η καπιταλιστική και η ρεβιζιονιστική αστική τάξη μάς επιτίθεται γιατί στηριζόμαστε γερά στη δικτατορία του προλεταριάτου. Κατηγορούν εμάς τους κομμουνιστές, ότι τάχα στην κοινωνία μας δεν υπολογίζεται η προσωπικότητα του ανθρώπου! Η κατηγορία αυτή είναι μια χονδροειδής συκοφαντία που έχει σαν σκοπό να αποκρύψει την άγρια καταπίεση του προλεταριάτου και του εργαζόμενου λαού από μέρους του κεφαλαίου. Η βάση της καταπίεσης της προσωπικότητας του ανθρώπου και των εργαζόμενων μαζών είναι η ύπαρξη των ανταγωνιστικών τάξεων. Αντίθετα, εάν υπάρχει ένα κοινωνικό σύστημα που απαλλάσσει πραγματικά τον άνθρωπο από το άγχος, από τις στενοχώριες, από τα ελεεινά αισθήματα, από τα παλιά ιδεαλιστικά υπολείμματα, αυτό είναι μόνο το σοσιαλιστικό κοινωνικό σύστημα, το οποίο εξάλειψε τις εκμεταλλεύτριες τάξεις, την ατομική ιδιοκτησία και θέτει τέρμα στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Η διάλυση της εξουσίας των εκμεταλλευτριών τάξεων, που κυριαρχούν βάρβαρα πάνω στους εργαζόμενους και η εγκαθίδρυση της εξουσίας της εργατικής τάξης, απελευθερώνουν και φέρουν τον άνθρωπο σε περιωπή, τον κάνουν να δουλεύει με ορμή, να διευθύνει με καθαρή συνείδηση, να κριτικάρει όταν χρειάζεται και να επαινεί όταν χρειάζεται. Ο σοσιαλισμός θέτει τον άνθρωπο σε τέτοιες θέσεις που να βλέπει και να αισθάνεται ότι δεν είναι απομονωμένος από τον κόσμο, αλλά είναι μέλος μιας νέας κοινωνίας, που σκοπό έχει την πρόοδο του ατόμου στα πλαίσια της ανάπτυξης της κοινωνίας. Σ' αυτή την κοινωνία ο άνθρωπος αναδείχνεται στη θέση που του ανήκει, με βάση τις ικανότητες και την εργασία που εκτελεί, είναι ελεύθερος να δουλεύει και να απολαμβάνει τους καρπούς της δουλειάς του. Την ελευθερία του ατόμου στην κοινωνία μας δεν μπορούν να την καταλάβουν ούτε ο αστός, ούτε ο καπιταλιστής, ούτε ο ρεβιζιονιστής, γιατί αυτοί μετρούν την προσωπικότητα με τα δικά τους μέτρα και σταθμά τυποποίησης και μεταχείρισης των ανθρώπων.
Οι εκμεταλλεύτριες τάξεις, αποδεχόμενες την ανεξαρτησία του ατόμου από την κοινωνία, αποσκοπούν στη δημιουργία προνομίων για τους ανθρώπους της τάξης τους, να τους έδιναν γνώσεις, ελευθερία και αρμοδιότητες, για να διαφεντεύουν και να διευθύνουν τους άλλους. Το καθεστώς μας έχει κόψει τις ρίζες του αστικού ατομικισμού και έχει δημιουργήσει απεριόριστες δυνατότητες στο άτομο και στην κοινωνία να αναπτύσσουν τις ικανότητες και να απολαβαίνουν όλα τα συνταγματικά δικαιώματα και ελευθερίες.
Οι καπιταλισμός και η προπαγάνδα του, φυσικά, είναι και θα είναι σε πόλεμο με τη σοσιαλιστική μας πραγματικότητα, με τη δικτατορία μας του προλεταριάτου, γιατί δεν μπορεί να συμβιβαστούν με τη δική μας ηθική, που δεν επιτρέπει την οικονομική, πολιτική και ηθική εκμετάλλευση του ανθρώπου και την καταπάτηση των ελευθεριών του. Τη σοσιαλιστική μας πραγματικότητα όμως δεν μπορεί να τη συσκοτίσει καμιά ιδεαλιστική προπαγάνδα ή «θεωρία», καπιταλιστική ή ρεβιζιονιστική.
Ο καπιταλιστικός κόσμος έχει περιέλθει σε μεγάλη κρίση. Οι συνήγοροι του αστικού καθεστώτος, οι οικονομολόγοι και οι κοινωνιολόγοι της αστικής τάξης, αναγκασμένοι από την πραγματικότητα, βλέπουν ότι οι θέσεις του Μαρξ και του Λένιν σχετικά με τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό δεν απαρχαιώθηκαν, ότι στη σημερινή καπιταλιστική κοινωνία παρατηρείται η διαδικασία της αποσύνθεσης του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού, όπως το πρόβλεψαν εκείνοι, αλλά για να βγουν από την κρίση, οι υπερασπιστές αυτοί του παλιού συστήματος εγείρουν έντονα την «πάλη κατά τη τρομοκρατίας», την αναχαίτιση των εξεγέρσεων και της επανάστασης των εργαζόμενων μαζών ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα ή ενάντια στις «ταραχές», όπως τις αποκαλούν. Διαφορετικά, λένε απελπισμένα αυτοί οι κοινωνιολόγοι και οικονομολόγοι της αστικής τάξης, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να βγει από την κρίση και να «σταθεροποιήσει» το σύστημα του.
Ο καπιταλιστικές και οι ρεβιζιονιστικές χώρες, όπου ισχυρίζονται ότι ο άνθρωπος απολαμβάνει τάχα τις δημοκρατικές ελευθερίες και κάθε άλλο «αγαθό», κοχλάζουν από τις διαμαρτυρίες των μαζών. Αν εκεί υπάρχει πραγματικά ελευθερία και οι μάζες απολαμβάνουν όλα τα υλικά αγαθά, όπως λένε, τότε γιατί κατεβαίνουν συνεχώς στους δρόμους εκατομμύρια άνθρωποι και συγκρούονται με την αστυνομία της αστικής τάξης; Είναι φανερό ότι οι μάζες διαμαρτύρονται επειδή δεν κάνουν καλή ζωή, επειδή υποφέρουν από οικονομική και πολιτική άποψη και από πολλά άλλα κακά, γι' αυτό παλεύουν να ανατρέψουν το κράτος που είναι ενάντια στην πραγματική δημοκρατία.
Το αστικό κράτος στην περίοδο της κυριαρχίας του κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού θέλει να δώσει την εντύπωση πως εκεί το νόμο τον κάνει η βουλή, όπου αντιπροσωπεύονται τα διάφορα κόμματα, τα οποία εκλέχτηκαν τάχα με γενική ψηφοφορία. Είναι πασίγνωστο όμως ότι το εκλογικό σύστημα και οι πάμπολλοι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί με νόμο, κάνουν να έχουν στη βουλή πάντα την πλειοψηφία εκείνα τα πολιτικά κόμματα που είναι τα πιο γερά στηρίγματα του κεφαλαίου. Το κοινοβουλευτικό παιχνίδι σ' αυτές τις χώρες είναι μασκαράτα, είναι μέσο που χρησιμεύει στην εξουσία της αστικής τάξης να δίνει την απατηλή εντύπωση ότι εκεί υπάρχει «δημοκρατία» και να παρουσιάζει την ψεύτικη δημοκρατία για πραγματική. Στα ανώτατα όργανα της καπιταλιστικής και ρεβιζιονιστικής κρατικής εξουσίας και διοίκησης παίρνουν μέρος οι «απεσταλμένοι» εκείνης της μη επικυρωμένης με νόμο εξουσίας, που τυπικά βρίσκεται έξω από την κυβέρνηση, αλλά που, στην πραγματικότητα, είναι στην αρχή. Αυτή είναι οι εξουσία των μεγάλων καπιταλιστών οι οποίοι, χρησιμοποιώντας τη δύναμη του χρήματος έστειλαν στην κυβέρνηση ή στη βουλή τους δικούς τους κατάλληλους factotums[ παντοπράκτες υπηρέτες, καταφερτζήδες για το καθετί.] για να υπερασπίσουν τα συμφέροντα τους από τους «ταραχοποιούς», τους εξεγερμένους που θέλουν να αποκτήσουν τα δικαιώματα τους που τα έχουν αρπάξει οι καπιταλιστές. Όλο αυτό το σύμπλεγμα οι υπερασπιστές του καπιταλισμού και του ρεβιζιονισμού το ονόμασαν «πραγματική δημοκρατία».
Ο Λένιν λέει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι επαναστάτες μπορεί να εκμεταλλευτούν το βήμα της αστικής βουλής σαν μια από τις μορφές νόμιμης δράσης τους για να ξεσκεπάσουν το καπιταλιστικό σύστημα. Ταυτόχρονα όμως τόνιζε ότι η δράση αυτή δεν πρέπει να δημιουργήσει, στους κομμουνιστές και στις μάζες, την ψευδαίσθηση ότι η εξουσία μπορεί να κατακτηθεί με κοινοβουλευτικό δρόμο.
Στην αστικό καπιταλιστική και τη ρεβιζιονιστική κοινωνία ο «κοινοβουλευτικός κρετινισμός» είναι η μορφή «δημοκρατίας» που η αστική τάξη χρησιμοποιεί για να αποκρύψει την καταπιεστική φύση της κρατικής της εξουσίας, την οποία κατέχει μέσω της πλειοψηφίας των εδρών που εξασφαλίζει στις εκλογές. Εκτός όμως από την κρατική εξουσία η αστική τάξη κατέχει και την ισχυρή εξωκρατική εξουσία, δηλαδή τα μονοπώλια, τα τραστ, τις κοινές εταιρίες και τις επενδύσεις τους μέσα και έξω από τη χώρα. Αυτή η εξουσία της μεγάλης ατομικής ιδιοκτησίας αποτελεί την οικονομική δύναμη που ιδιοποιείται τον ιδρώτα των εργαζομένων μέσα και έξω από τη χώρα και είναι σε θέση να ισχυροποιεί το εποικοδόμημα που ταιριάζει περισσότερο στην άγρια καπιταλιστική κυριαρχία. Το αστικό εποικοδόμημα επιδιώκει την πραγματοποίηση μιας υποδουλωτικής πολιτικής ενάντια στους λαούς, μιας στρατιωτικής, ιδεολογικής και πολιτικής δύναμης ενάντια στο προλεταριάτο, ενάντια στη φτωχή αγροτιά και την εργαζόμενη διανόηση- επιδιώκει επίσης να εκφυλίσει και να καταστρέψει τους κανόνες της προλεταριακής ηθικής για να διαδώσει την ποταπή αστική ηθική με την πραγματική έννοια της λέξης.
Η αστική βουλή ανοίγει τις θύρες της για τους «αιρετούς», η δικτατορία όμως της αστικής τάξης κάνει τη δουλειά της, στη βουλή γίνονται ατέρμονες συζητήσεις και απανωτές ψηφοφορίες και τα πράγματα πάνε καταπώς τα θέλουν εκείνοι που κάνουν το νόμο, οι βαθύπλουτοι, οι ιδιοκτήτες των τραστ, των μονοπωλίων και των τραπεζών, η εξουσία των οποίων, το δεύτερο καπιταλιστικό κράτος, χειρίζεται τη βουλή και την κυβέρνηση, ανεξάρτητα που αυτός ο χειρισμός δεν προβλέπεται στο ισχύον σύνταγμα. Ξεκινώντας από αυτούς τους λόγους, ο Λένιν έγραφε:
«... σε κάθε κοινοβουλευτική χώρα... την πραγματική «κρατική» εργασία την κάνουν και την εκτελούν στα παρασκήνια τα υπουργεία, τα γραφεία, τα επιτελεία» [Β. Ι. Λένιν. Διαλεχτά Έργα, τ. II, αλβαν. έκδοση, σελ. 174, Τίρανα, 1958.]

Στην Αλβανία τα εθνικοαπελευθερωτικά συμβούλια, που ιδρύθηκαν κάτω από την καθοδήγηση του Κόμματος τον καιρό του Αντιφασιστικού Εθνικοαπελευθερωτικού Αγώνα και που δυνάμωσαν μετά την Απελευθέρωση και κατά την περίοδο της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, είναι όργανα της δικτατορίας του προλεταριάτου εκλεγμένα από το λαό και που αντιπροσωπεύουν τη θέληση και τις επιθυμίες του εργαζόμενου λαού. Τα αντιπροσωπευτικά όργανα του λαού στην κρατική εξουσία είναι η Λαϊκή Βουλή και τα λαϊκά συμβούλια. Με βάση το Σύνταγμα της Λαϊκής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Αλβανίας, «τα αντιπροσωπευτικά όργανα διευθύνουν και ελέγχουν τη δράση όλων των άλλων κρατικών οργάνων, τα οποία ευθύνονται μπροστά σ' αυτά και λογοδοτούν».
Η δημοκρατία σε μας δεν είναι παιχνίδι για την εξαπάτηση των μαζών, αλλά εφαρμόζεται στην πράξη. Εδώ δεν υπάρχουν δύο εξουσίες, η μια αναγνωρισμένη με νόμο και η άλλη ντε φάκτο, αλλά υπάρχει μια ενιαία κρατική εξουσία, που πηγάζει από το λαό και ανήκει σ αυτόν. Το κράτος μας είναι κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, που δημιούργησε τους δικούς του επαναστατικούς νόμους και μηχανισμούς, τη νέα μέθοδο και στυλ δουλειάς και που εκφράζει και υπερασπίζει τα συμφέροντα των εργαζομένων.
Στη χώρα μας δεν είναι η βία που κάνει τους ανθρώπους να εφαρμόζουν τους νόμους που θέσπισε το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου, αλλά είναι η βαθειά πεποίθηση ότι η εφαρμογή των νόμων είναι σε όφελος τους και σε όφελος της κοινωνίας. Ο λαός μας εφαρμόζει τους νόμους συνειδητά, γιατί συμμετέχει ο ίδιος δραστήρια στην κατάρτιση τους.
Στις καπιταλιστικές και στις ρεβιζιονιστικές χώρες ο νόμος εφαρμόζεται με την άγρια βία της αστικής τάξης, εκεί δεν μπορεί να ισχυρίζεται κανείς για θεληματική εφαρμογή του νόμου από το λαό, εφόσον το περιεχόμενο του είναι σε κατάφωρη αντίθεση με τα συμφέροντα του λαού. Αναφερόμενος στην αδικία του αστικού νόμου, ο Μαρξ λέει:
«Το κάθε άρθρο του συντάγματος περιέχει την ίδια του την αντίθεση... δηλαδή στη γενική φράση, την ελευθερία και στη σημείωση του περιθωρίου, την κατάργηση της ελευθερίας».
[Κ. Μαρξ και Φ. Ένγκελς. Διαλεχτά Έργα, τ. Ι, αλβ. έκδοση, σελ. 265, Τίρανα 1975.]

Ο πολίτης σ' αυτές τις χώρες είναι εμπόρευμα και ακριβώς σαν εμπόρευμα τον μεταχειρίζονται, ενώ στη χώρα μας ο κάθε πολίτης της Δημοκρατίας εκτιμάται εξαιρετικά, παίζει μεγάλο ρόλο στην κοινωνία. Για να ασκεί ο πολίτης πιο δραστήρια αυτό το ρόλο, πρέπει να εξυψωθεί ακόμα από ιδεολογικοπολιτική, μορφωτική και επιστημονική άποψη και να συνειδητοποιήσει το ρόλο του.

Συντρόφισσες και σύντροφοι,
Το Δημοκρατικό Μέτωπο έχει καθήκον να παλεύει αδιάκοπα για τη διαφύλαξη και ανάπτυξη της δημοκρατίας μας, αυτής της μεγάλης νίκης του Κόμματος και του λαού για την εφαρμογή των νόμων και των κανόνων που ρυθμίζουν τη σοσιαλιστική ζωή.
Πρέπει να δουλεύει αδιάκοπα για να προσελκύσει όλο και καλύτερα τη σκέψη των πλατιών εργαζόμενων μαζών, να τους βοηθεί να λένε το λόγο τους για όλα τα κρατικά και κοινωνικά προβλήματα, ώστε οι εργάτες και οι αγρότες να ασκούν τον έλεγχο τους πάνω στα κρατικά, τα οικονομικά όργανα κ.λπ.
Το Δημοκρατικό μας Μέτωπο δεν είναι άμορφη, άψυχη οργάνωση. Αντίθετα, είναι οργάνωση με τέτοιο πολιτικό δυναμισμό που κάθε πρόβλημα το βλέπει με επαναστατικό μάτι και βρίσκει τις πιο κατάλληλες μορφές για να το εφαρμόσει στη ζωή επαναστατικά.
Το Δημοκρατικό Μέτωπο καθοδηγείται από το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας, δηλαδή από την πρωτοπορία της εργατικής τάξης και εκφράζει τις σκέψεις, τους πόθους και την πολιτική που είναι για το καλό του αλβανικού λαού, ενώ ξεσκεπάζει και καταπολεμάει το καθετί που μπορεί να κάνει κακό στη σοσιαλιστική μας πατρίδα. Συνεπώς, η πολιτική του Μετώπου είναι μονολιθική και αδιαίρετη πολιτική, γιατί σ' αυτό δεν υπάρχουν ανταγωνιστικά πολιτικά ρεύματα, δεν υπάρχουν διάφορα κόμματα που να υπερασπίζουν συμφέροντα διαφόρων τάξεων. Η πολιτική πάλη του Μετώπου ταυτίζεται πλέρια με την πολιτική του Κόμματος, με την πολιτική του σοσιαλιστικού μας κράτους. Η πολιτική του Δημοκρατικού Μετώπου Αλβανίας καθρεπτίζει και υποστηρίζει την επαναστατική νομοθεσία της Λαϊκής Σοσιαλιστικής μας Δημοκρατίας.
Οι εχθροί της χώρας μας έξω νομίζουν ότι η πολιτική του Δημοκρατικού Μετώπου Αλβανίας είναι νωθρή, στερεότυπη και χωρίς περιεχόμενο. Θέλουν η πολιτική του Μετώπου μας να είναι συγκεχυμένη και αντιφατική, προϊόν των διαφόρων ρευμάτων, με διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις και σκοπούς, γιατί μόνο αυτή, λένε, είναι δημοκρατική. Αυτοί οι αντίπαλοι της οργάνωσης του επαναστατικού μας Μετώπου δεν είναι σε θέση να καταλάβουν ότι ένας ενωμένος λαός μπορεί και έχει, όπως ο λαός μας, σωστή και ξεκάθαρη πολιτική αντίληψη, ενιαία στις αρχές και στους σκοπούς και, όταν λέμε ενιαία, όχι μια άψυχη και στερεότυπη πολιτική, αλλά μια πολιτική που ξέρει, μέσα από το διάλογο και τη συζήτηση, να δίνει απάντηση και λύση σε όλα τα προβλήματα, είτε αυτά είναι εσωτερικά και περίπλοκα ή εξωτερικά και πολύ περίπλοκα.
Από πού αντλεί το Δημοκρατικό Μέτωπο μια τέτοια δύναμη και ωριμότητα; Ακριβώς από το γεγονός ότι το περιεχόμενο αυτής της οργάνωσης είναι πραγματικά δημοκρατικό, γιατί το δικό μας Δημοκρατικό Μέτωπο είναι μια πλατιά μαζική οργάνωση, που καθοδηγείται από το μαρξιστικό - λενινιστικό Κόμμα, που αντιπροσωπεύει την πιο τέλεια δημοκρατία, την πραγματική δημοκρατία του προλεταριάτου. Το προλεταριάτο και το Κόμμα που βρίσκονται πάντα σε αγώνα και σε επανάσταση για την οικοδόμηση μιας ευτυχισμένης για το λαό κοινωνίας, μιας ελεύθερης κοινωνίας, δημοκρατικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας που ανέρχεται κάθε μέρα και πιο πολύ από άποψη οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξης, γνώσεων και υγιούς προλεταριακής ηθικής. Και αυτό γίνεται με συνεχή δημιουργική πάλη, που απαιτεί προσπάθειες και δημοκρατική συζήτηση.
Το Δημοκρατικό μας Μέτωπο αυτή την πολιτική ακολουθεί και αυτούς τους σκοπούς αγωνίζεται να πετύχει. Την εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής δεν μπορεί να την κάνει μια οργάνωση που ιδρύθηκε όσο για τα μάτια, για να εξαπατεί τις μάζες του λαού μέσα και έξω από τη χώρα ότι τάχα υπάρχει μια πολιτική οργάνωση, τη στιγμή που αυτή είναι κάτι το ανύπαρκτο.
Πώς βλέπει την παγκόσμια εξέλιξη το Δημοκρατικό μας Μέτωπο; Βλέπει αυτή την εξέλιξη ρεαλιστικά. Δηλαδή προσανατολίζεται από την υλιστική διαλεκτική, από τον ιστορικό υλισμό, στηρίζεται στην επιστημονική ιδεολογία μας, στο μαρξισμό - λενινισμό. Αυτό είναι που κάνει την πολιτική του Κόμματος, την οποία ακολουθεί και το Μέτωπο, να μην είναι πολιτική αβάσιμη, ταλαντευόμενη, πραγματιστική πολιτική χωρίς αρχές. Η πολιτική του Δημοκρατικού Μετώπου είναι, δηλαδή, πολιτική με ταξικό χαρακτήρα και, όταν λέμε με ταξικό χαρακτήρα, αυτή έχει υπόψη της και έχει στη βάση της την πάλη των τάξεων μέσα στη χώρα και στο διεθνή στίβο.
Το Δημοκρατικό μας Μέτωπο τρέφει ειλικρινή αγάπη για τους λαούς του κόσμου, κατά πρώτο λόγο για τους λαούς που ζητούν απελευθέρωση, για τους λαούς που υποφέρουν κάτω από την σκλαβιά και το πέλμα του κεφαλαίου. Αυτή η πολιτική του Μετώπου υποστηρίζει με όλες τις δυνάμεις τους πόθους αυτών των λαών. Με τον πάντα σωστό, σταθερό, ανθρωπιστικό και επαναστατικό λόγο του, το Δημοκρατικό μας Μέτωπο δεν υποκρύπτει ποτέ από τους λαούς και τις καταπιεζόμενες και εκμεταλλευόμενες τάξεις του κόσμου που ποθούν λευτεριά, πραγματική δημοκρατία και κυριαρχία, την αλήθεια της υλιστικής εξέλιξης της ιστορίας- δεν υποκρύπτει ότι οι νίκες τους δεν μπορεί να επιτευχθούν χωρίς σκληρό ταξικό αγώνα, χωρίς προσπάθειες, ακόμα και αιματηρές, ενάντια στους καπιταλιστές καταπιεστές και εκμεταλλευτές τους. Αυτή είναι η βάση της μαρξιστικής - λενινιστικής πολιτικής του Δημοκρατικού Μετώπου, που είναι η ίδια βάση και της πολιτικής του Κόμματος μας Εργασίας.
Η πολιτική του Μετώπου είναι λοιπόν πολιτική που υποστηρίζει και συνταυτίζεται με τα συμφέροντα του αγώνα που κάνουν σε κάθε χώρα το παγκόσμιο προλεταριάτο, η πολύπαθη και καταπιεζόμενη αγροτιά, υποστηρίζει τον αγώνα της φτωχολογιάς των πόλεων, της προοδευτικής διανόησης, της νεολαίας, όλων των λαών που επιθυμούν να εξασφαλίσουν μια ζωή γεμάτη αξιοπρέπεια, μια ζωή τίμια, όπου το καθετί να κερδίζεται με ιδρώτα, αλλά ο ιδρώτας αυτός να μη πηγαίνει στις τσέπες των ληστών, των καπιταλιστών.
Αυτές είναι αδιασάλευτες αρχές της πολιτικής μας. Συνεπώς, το Δημοκρατικό μας Μέτωπο αγαπάει τους λαούς του κόσμου. Και αυτοί αγαπούν τον αλβανικό λαό. Είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα που η Αλβανία, αν και μικρή χώρα, χαίρει τόσο μεγάλης συμπάθειας παντού στον κόσμο. Η Αλβανία είναι χώρα που οικοδομεί το σοσιαλισμό με τις δυνάμεις της, που «καβουρδίζεται με το λίπος της», όπως λέμε εμείς οι Αλβανοί, που δεν επιδιώκει να προκαλέσει πολέμους, να κατακτήσει χώρες και λαούς, αντίθετα ο λαός της θέλει να ζει σε φιλία με τους άλλους λαούς, γι' αυτό η συμπάθεια τους προς τον αλβανικό λαό είναι μεγάλη, είναι έκδηλη, είναι χειροπιαστή.
Οι διάφοροι λαοί του κόσμου όμως ζουν σε χώρες με καθεστώτα διαφορετικά από το δικό μας. Δεν κυβερνούνται από καθεστώτα όπως είναι η δικτατορία του προλεταριάτου που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα μας. Οι κυβερνήσεις αυτών των χωρών δεν ακολουθούν πολιτική σαν τη δική μας. Γι' αυτό, το κράτος μας της δικτατορίας του προλεταριάτου, και σαν συνέπεια και το Δημοκρατικό μας Μέτωπο, χωρίς να σαλέψει από τις βασικές αρχές, είναι σε θέση ώστε, με το Κόμμα στην καθοδήγηση και με την υγιή έμπνευση του, να κάνει την αναγκαία ανάλυση της εξέλιξης των καταστάσεων στον κόσμο, των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των διαφόρων κρατών, των σκοπών και των στόχων αυτών των κρατών απέναντι στους λαούς τους, απέναντι στους άλλους λαούς και ιδιαίτερα απέναντι στο λαό μας. Αυτή η ανάλυση επιτρέπει τη χάραξη μιας σωστής και υγιούς πολιτικής και όχι συγκυριακής πολιτικής. Το Κόμμα μας και το Δημοκρατικό Μέτωπο, στηριζόμενα σ' αυτές τις γενικές αρχές, ξέρουν να διακρίνουν το βαθμό καλής προαίρεσης ενός αστικού κράτους από το βαθμό καλής προαίρεσης ενός άλλου αστικού κράτους απέναντι στην Αλβανία και απέναντι στους μικρούς λαούς γενικά, ξέρουν να διακρίνουν τον κίνδυνο μιας μεγάλης καπιταλιστικής δύναμης απέναντι σε μια άλλη μεγάλη καπιταλιστική δύναμη, καθώς και τον κίνδυνο που αποτελούν για τα άλλα μικρότερα καπιταλιστικά κράτη, ξέρουν να διακρίνουν το μεγάλο γενικό κίνδυνο των ιμπεριαλιστικών και σοσιαλιμπεριαλιστικών υπερδυνάμεων και για όλα αυτά τηρούν την κατάλληλη στάση. Αυτή η στάση που τηρούν το Κόμμα μας, το σοσιαλιστικό μας κράτος και το Δημοκρατικό Μέτωπο της Αλβανίας, δεν είναι οπορτουνιστική, αβάσιμη και ούτε υπαγορευμένη από κάποιον, αλλά είναι στάση αρχών, βάσιμη και ειλικρινής. Είναι σκληρή και ασυμβίβαστη στάση προς τους εχθρούς, αλλά καλοπροαίρετη και άψογη προς εκείνα τα αστικά κράτη που ακολουθούν πολιτική φιλίας προς τη σοσιαλιστική Αλβανία και που μέσα στη χώρα τους ακολουθούν μερικές δημοκρατικές αρχές, επιτρέπουν να γίνουν μερικές μεταρρυθμίσεις κ.λπ. Εμείς έχουμε τις δικές μας απόψεις τόσο για τη «δημοκρατία» που υπάρχει σ' αυτές τις χώρες, όσο και γι' αυτά τα είδη «μεταρρυθμίσεων», για το περιεχόμενο τους και το σκοπό για τον οποίο γίνονται. Αυτό είναι δικαίωμα μας, που κανείς δεν μπορεί να μας το αρνηθεί, όπως δεν μπορεί να μας εμποδίσει να εκφράζουμε ελεύθερα τη γνώμη μας. Ακριβώς αυτό κάνουμε όταν εξηγούμε στους λαούς θεωρητικά και πολιτικά το περιεχόμενο της «δημοκρατίας» και των «μεταρρυθμίσεων» σ' ένα αστικό κράτος, τους περιορισμούς και το χαρακτήρα τους κ.λπ. Αυτό όμως το κάνουμε χωρίς να επεμβαίνουμε στις εσωτερικές υποθέσεις των άλλων, γιατί, στο κάτω - κάτω, είναι οι ίδιοι οι λαοί των διαφόρων χωρών αφέντες να αποφασίσουν για την αξία αυτών των φαινομένων στο κράτος τους.
Πάντως, το Κόμμα μας και το Δημοκρατικό Μέτωπο κάνουν διαφοροποίηση και την κάνουν όχι μόνο για να υπερασπίσουν τα συμφέροντα του λαού και της χώρας τους, αλλά και τα συμφέροντα των άλλων λαών, γιατί τη χώρα και το λαό τους δεν τα χωρίζουν ποτέ από τα γενικά συμφέροντα των λαών του κόσμου και του παγκόσμιου προλεταριάτου. Εδώ έγκειται η μεγάλη και ισχυρή αλήθεια που εκφράζει η πολιτική του Κόμματος μας και του Δημοκρατικού Μετώπου, εδώ έχει την πηγή η υποστήριξη που βρίσκει στον κόσμο η πολιτική του κράτους μας.
Η πολιτική μας δεν μοιάζει με την πολιτική των αστικό καπιταλιστικών και ρεβιζιονιστικών κρατών, που ταλαντεύεται σαν το κίτρινο φύλλο στο φθινοπωρινό άνεμο. Όχι! Η πολιτική μας δεν παρέκκλινε και δε θα παρεκκλίνει ποτέ από την αρχή, ότι με τους λαούς εμείς πρέπει να είμαστε και θα είμαστε αδελφοί, με τους λαούς πρέπει να είμαστε ενωμένοι για τους ίδιους σκοπούς, που είναι η ελευθερία, η δημοκρατία, η κυριαρχία και η πραγματική ανεξαρτησία* με τους λαούς μάς συνδέει ο αγώνας ενάντια σ' εκείνους που καταπιέζουν και εκμεταλλεύονται τους λαούς, μας συνδέει ο αγώνας ενάντια σ' εκείνους που υποκινούν και προετοιμάζουν τους ληστρικούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους, που γίνονται σε βάρος των λαών. Απ' αυτή την πολιτική εμείς δεν παρεκκλίνουμε ποτέ, η πολιτική μας αυτή δεν αλλάζει ποτέ, ανεξάρτητα από ποια μορφή διακυβέρνησης διευθύνεται ο ένας ή ο άλλος λαός.
Γι' αυτό, όταν η σοσιαλιστική Αλβανία δηλώνει ότι ιδιαίτερα με τους γειτονικούς λαούς επιθυμεί να ζει σε καλή φιλία και θεωρεί αδελφούς αυτούς τους λαούς, αυτό είναι μια αλήθεια αδιασάλευτη. Νιώθουμε ικανοποίηση όταν βλέπουμε πως μερικές ηγεσίες των γειτονικών και άλλων χωρών, παρ' όλο που δεν έχουν κοινωνικό καθεστώς σαν το δικό μας, ακολουθούν καλοπροαίρετη πολιτική απέναντι στη χώρα μας. Και το αλβανικό προλεταριακό κράτος από μέρους του ακολουθεί καλοπροαίρετη πολιτική, του αμοιβαίου συμφέροντος, δηλαδή κάνει την πρέπουσα διαφοροποίηση μ’ αυτά τα διάφορα προοδευτικά και καλοπροαίρετα απέναντι του αστικά κράτη. Αυτή την κατάσταση επιθυμούμε να έχουμε με όλα τα κράτη, μικρά ή μεγάλα, μα που τρέφουν εκτίμηση προς τη Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας και που επιθυμούν να έχουν φιλικές οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις με τη χώρα μας, ανεξάρτητα που είναι σ' αντίθεση μ' αυτή για μια σειρά προβλήματα, όπως κι εμείς είμαστε σ' αντίθεση μ' αυτά για μια σειρά ζητήματα αρχών.
Εμείς λέμε ότι οι κακόβουλες σχέσεις είναι πάντα επιζήμιες και επικίνδυνες και είναι δύσκολο να συγκαλυφθούν. Η ίδια η ζωή και η ιστορία της ανθρωπότητας δίδαξαν το λαό μας να είναι πάντα άγρυπνος απέναντι σε σχέσεις, πίσω από τις οποίες κρύβεται η μπαμπεσιά. Τώρα είναι πια πολλοί εκείνοι, άτομα ή επίσημοι κύκλοι στο εξωτερικό, που ξέρουν ότι ο αλβανικός λαός έχει καταδικάσει πάντα την μπαμπεσιά η οποία δεν ήταν και δεν είναι στο χαρακτήρα του. Εμείς καταδικάσαμε την προς το μαρξισμό - λενινισμό μπαμπεσιά και προδοσία των τιτοϊκών, των σοβιετικών ρεβιζιονιστών και κινέζων ρεβιζιονιστών ηγετών. Η ρήξη μας μ' αυτές τις αντιδραστικές ρεβιζιονιστικές ομάδες προήλθε από βαθιούς ιδεολογικούς και πολιτικούς λόγους και όχι για μικροζητήματα. Αυτοί οι λόγοι δεν είχαν μόνο εθνικό χαρακτήρα, γιατί δεν έθιγαν μόνο τα οικονομικά συμφέροντα της Αλβανίας. Όχι. Είχαν και έχουν περισσότερο διεθνή χαρακτήρα, επειδή έθιγαν τις μεγάλες αρχές για τις οποίες αγωνίζονται οι λαοί, αγωνίζεται το παγκόσμιο προλεταριάτο και η προοδευτική ανθρωπότητα.
Η πολιτική του Κόμματος και του Μετώπου ήταν και είναι γνωστή από μικρούς και μεγάλους μέσα στη χώρα, αλλά και στο εξωτερικό και δε χρειάζεται στην ομιλία αυτή να μπω σε λεπτομέρειες. Ήθελα μόνο να τονίσω για ορισμένους κύκλους στο εξωτερικό, ότι η πολιτική του Κόμματος μας και του Δημοκρατικού Μετώπου Αλβανίας δε θα σαλέψει και δε θα αλλάξει ούτε στο ελάχιστον από τις καθορισμένες και μόνιμες σωστές αρχές που στηρίζονται στο μαρξισμό - λενινισμό. Η πολιτική μας θα είναι πάντα ταξική πολιτική, πολιτική αρχών, που ανταποκρίνεται στα ύψιστα συμφέροντα της χώρας μας, του σοσιαλισμού και του απελευθερωτικού αγώνα των λαών. Ο λαός μας θα αγωνιστεί πάντα ακλόνητα ενάντια στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, το σοβιετικό σοσιαλιμπεριαλισμό και όλους τους αντιδραστικούς. Κανένας ας μη τρέφει την παραμικρή αυταπάτη ότι η σοσιαλιστική Αλβανία θα αλλάξει στάση απέναντι τους. Επίσης, το Κόμμα Εργασίας Αλβανίας και το αλβανικό κράτος θα αγωνιστούν και θα ξεσκεπάσουν τον κινέζικο σοσιαλιμπεριαλισμό, ο οποίος τάχθηκε πλάι στον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό και την παγκόσμια αντίδραση, πολεμώντας τους λαούς και ιδιαίτερα το σοσιαλισμό στην Αλβανία.
Από την άλλη μεριά, η Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας ακολούθησε και ακολουθεί καλοπροαίρετη πολιτική προς εκείνα τα κράτη που είναι καλοπροαίρετα απέναντι στο κράτος μας, που δεν επιδιώκουν να του κάνουν κακό, όπως ενεργούμε κι εμείς, που δεν προσπαθούμε και δεν σκοπεύουμε ποτέ να κάνουμε κακό στους λαούς τους, αλλά θέλουμε να είμαστε πάντα σε αρμονία και συνεργασία για τους ύψιστους σκοπούς και τους διακαείς πόθους όλων των λαών του κόσμου που ποθούν την απελευθέρωση, τη λευτεριά, τη δημοκρατία, την ανεξαρτησία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: