Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Π. Βισίνσκυ: Η ικανότητα της ανάλυσης και της γενίκευσης

Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΕΥΣΗΣ

Του Π. ΒΙΣΙΝΣΚΥ

Με τι τρόπο μπορεί κανείς να μάθει να αναλύει τα γεγονότα και να τα γενικεύει, ποιοι είναι οι σχετικοί κανόνες, αυτό είναι ένα ζήτημα που ενδιαφέρει πολλά κομματικά στελέχη. Μα, π.χ., ένα γράμμα που έφτασε από έναν αχτιδικό γραμματέα του κόμματος:

«Στις εφημερίδες γράφουν συχνά πως είναι απαραίτητο να ξέρουμε να κατανοούμε τα φαινόμενο που μας περιβάλλουν, να τα αναλύουμε και να τα γενικεύουμε.

Θα ήθελα να ήξαιρα τι είναι «γεγονός» και τι σημαίνει να αναλύσει κανείς ένα γεγονός και ένα φαινόμενο και τι επιστημονικοί κανόνες υπάρχουν για τη γενίκευση των γεγονότων;

Πριν από λίγον καιρό μου ζήτησαν να υποβάλω υλικό σχετικά με την κατάσταση στην αχτίδα. Όσον άφορα ορισμένα γεγονότα είχα βγάλει συμπεράσματα που δεν άρεσαν στην καθοδήγηση, και όταν διάβασαν το εισηγητικό μου σημείωμα μου είπαν: «Δώσε αριθμούς και όχι γενικεύσεις...». Τώρα δεν καταλαβαίνω αν πρέπει να γενικεύουμε και πως πρέπει να γενικεύουμε; Παρακαλώ να μου απαντήσετε λεπτομερώς, καθώς και να μου υποδείξετε βιβλία, αν υπάρχουν σχετικά, ώστε να μπορέσω να διαβάσω γι’ αυτό το ζήτημα».

Χωρίς να ξέρουμε περί τίνος πρόκειται, είναι δύσκολο να πούμε αν ο επιστολογράφος μας είχε κάνει σωστές η σφαλερές γενικεύσεις, είναι όμως αναμφισβήτητα σωστό πως η ικανότητα της γενίκευσης έχει πρακτικό ενδιαφέρον. Σε οποιοδήποτε τομέα της δουλειάς μας, σε οποιοδήποτε πόστο και αν δουλεύει κανείς, πρέπει να ξέρει να κατανοεί την πείρα και να βγάζει σωστά συμπεράσματα από τα γεγονότα της καθημερινής δουλειάς. Δεν μπορεί κανείς να καθοδηγήσει, όπως και δεν μπορεί να τελειοποιηθεί και να εξελιχθεί από άποψη ιδεολογική και εκπολιτιστική, αν δεν αναπτύξει μέσα του την ικανότητα να αναλύει την πραγματικότητα που τον περιβάλλει, τα στοιχεία που του δίνει η πράξη, η πείρα, αν δε μάθει να διακρίνει και να ξεχωρίζει μέσα από το χείμαρρο εκάστοτε γεγονότων το πιο ουσιώδες, το πιο βασικό η ικανότητα της γενίκευσης κάνει το κάθε στέλεχος πιο «διορατικό», και τη δουλειά του την κάνει πιο γόνιμη. Αν το στέλεχος δεν προσπαθεί να κατανοήσει εκείνο που συναντά μπροστά του κάθε μέρα, τότε, στην καλύτερη περίπτωση, καταντά στη δράση του να μην είναι τίποτ' άλλο παρά ένας «καταχωρητής» γεγονότων και αριθμών. Και το πλουσιότερο ακόμα υλικό γεγονότων, χωρίς ανάλυση, χωρίς συμπεράσματα δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καλυτερέψει η καθοδήγηση, για να γίνουν κοινή κατάκτηση τα καλά δείγματα δουλειάς και για να υπερνικηθούμε τα κακά, δηλαδή, για να γενικεύεται, να καλυτερεύει η πρακτική μας, η πείρα μας.

Έχουμε πολλά παραδείγματα για το τι γίνεται όταν το στέλεχος δεν κάθεται να κατανοήσει τα φαινόμενα που το περιβάλλουν, να βγάλει το νόημα των γεγονότων, δεν κάθεται να σκεφθεί τι σημαίνουν αυτά από άποψη πολιτική. ο σ. Στάλιν κατέκρινε κάτι τέτοια στελέχη που, παρατηρώντας γεγονότα κλοπής και διαρπαγής της κολχοζίτικιας κοινωνικής περιουσίας, δεν έδωσαν σ' αυτά προσοχή, δεν έβγαλαν συμπέρασμα. Αυτά τα στελέχη, είπε ο σ. Στάλιν, «κοιτάζουν καλόψυχα ένα τέτοιο φαινόμενο, χωρίς να καταλαβαίνουν τι νόημα έχει και τι σημαίνει το γεγονός της μαζικής κλοπής και διαρπαγής. Σαν τυφλοί, αφήνουν αυτά τα γεγονότα να τους ξεφεύγουν, νομίζοντας πως «αιδώ δεν υπάρχει τίποτα το εξαιρετικό». Ωστόσο, αυτοί οι σύντροφοι έχουν μεγάλο λάθος. Το να παραβλέπει κανείς παρόμοια αντεπαναστατικά αίσχη αυτό σημαίνει να συμβάλλει στον τορπιλλισμό του σοβιετικού καθεστώτος, που στηρίζεται στην κοινωνική ιδιοχρησία σαν Βάση του». (I. Στάλιν, «Τα ζητήματα του λενινισμού», σελ. 393, 11η έκδ.).

Είναι βέβαια αδύνατο να καλλιεργήσει κανείς μέσα του την ικανότητα της γενίκευσης μαθαίνοντας δυο-τρεις κανόνες βγαλμένους, απ' το βιβλίο της τυπικής λογικής, αν και η γνώση μερικών τέτοιων κανόνων είναι αναμφιβόλως ωφέλιμη. η τυπική λογική μπορεί να δώσει μια ιδέα για τους απλούστερους τρόπους της ανάλυσης, της σύνθεσης, για την κατάταξη των γεγονότων, για τις μορφές της αιτιολογίας των συμπερασμάτων που συνάγονται βάσει των γεγονότων που έχουν εξεταστεί, κλπ. Αυτό όμως κάθε άλλο παρά φτάνει για να μάθει κανείς να αναλύει και να γενικεύει. Αποφασιστική σημασία :έχει το ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο του στελέχους. Οι γενικεύσεις προβάλλουν μέσα στο προτσές της πρακτικής δράσης του ανθρώπου και καθορίζονται πρώτα απ' όλα απ' την κοσμοθεωρία του, από τις γνώσεις του πάνω στη θεωρία του μαρξισμού - λενινισμού, από την πείρα του. Χωρίς θεωρία, έγραφε ο "Ενγκελς, «είναι αδύνατο να συνδέσει κανείς δύο οποιαδήποτε φυσικά γεγονότα, είτε να κατανοήσει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα τους» (Κ. Μαρξ και Φ. "Ενγκελς, Άπαντα, τομ. 14ος, σελ. 473). Να για ποιό λόγο, τη σωστή ανάλυση και γενίκευση των γεγονότων την κάνει μόνο εκείνο το στέλεχος που είναι θεωρητικά και πολιτικά καταρτισμένο, που καταλαβαίνει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα μεγάλα ζητήματα και στα συγκεκριμένα καθήκοντα της ημέρας, που στην καθημερινή του δράση καθοδηγείται από ακλόνητες αρχές, που εφαρμόζει τη γραμμή του κόμματος και καταλαβαίνει την πολιτική σημασία των πρακτικών καθηκόντων της ημέρας. Ένα υψηλό ιδεολογικό επίπεδο, βαθειές γνώσεις και πείρα, η κατανόηση εκείνου που στη δοσμένη στιγμή αποτελεί το σπουδαιότερο πράγμα για το κόμμα και το κράτος, ολόψυχη αφοσίωση στην υπόθεση — να τι χρειάζεται για να γίνει μια σωστή ανάλυση γενίκευση. Μόνο κάτω απ' αυτόν τον όρο η γνώση των κανόνων της λογικής, που αφορούν την ανάλυση και τη σύνθεση, μπορεί να χρησιμέψει σαν σοβαρό αποκούμπι.

Τα διάφορα γεγονότα και ο τρόπος που εκδηλώνονται ποσοτικά (αριθμοί), χρησιμεύουν, όπως ξέρουμε, σαν υλικό, σαν βάση που πάνω σ' αυτήν οικοδομούνται οι γενικεύσεις και τα συμπεράσματα. Τα γεγονότα και οι αριθμοί πρέπει όμως να αναλυθούν. "Έτσι μπορούν υπό όρους να χωρι­σθούν τρία βασικά σημεία στο προτσές της γενίκευσης: η εξέταση και η περισυλλογή του υλικού των γεγονότων, η ανάλυση (ή κατανόηση, η επεξεργασία του υλικού των γεγονότων) και η σύνθεση (γενίκευση, συμπέρασμα). η περισυλλογή βέβαια του υλικού των γεγονότων, η ανάλυση του και σύνθεση του δεν είναι διαφορετικά, απομονωμένα στάδια. Είναι ένα ενιαίο προτσές γενίκευσης η παραγωγής από μερικά γεγονότα στο γενικό συμπέρασμα.

Αλλά τι είναι γεγονός; "Ένα τέτοιο ερώτημα μπορεί να προβάλει και δεν στερείται ενδιαφέροντος. Γεγονός μπορεί να ονομασθεί οποιοδήποτε φαινόμενο είτε περιστατικό που έλαβε χώρα στην πραγματικότητα: Π.χ. λέμε: ο Σταθμός αγροτικών μηχανών και τρακτέρ του Καλίνιν προετοιμά­σθηκε καλά για την ανοιξιάτικη σπορά. Τα εργοστάσιο Ν. . . έβγαλε στις 10 του Απρίλη 2 έκ. ρουβλιών ανταλλακτικά για τρακτέρ. Στο Μαρξιστικό - Λενινιστικό Πανεπιστήμιο υπάρχουν 300 ακροατές. Όλα αυτά είναι γεγονότα, δηλ. φαινόμενα που έλαβαν χώρα στην πραγματικότητα και που έχουν εξακριβωθεί. Είναι εξίσου γεγονός η ύπαρξη των ουράνιων σωμάτων και αυτών ακόμα που δεν είδαμε ποτέ μας, αλλά που έχει εξακριβώσει η επιστήμη και που η ύπαρξή τους μπορεί να αποδειχθεί άμα γίνει ανάγκη. Μα κανείς δε θα πίστευε ούτε κατά διάνοια το μυστικιστή και το δεισιδαίμονα που θα δοκίμαζε να μας πείσει πως είδε πνεύματα ή ότι επικοινώνησε με αυτά. Σε μια τέτοια περίπτωση θα θεωρούσαμε γεγονός το ότι έχουμε να κάνουμε με άνθρωπο που πάσχει από μια άρρωστη φαντασία, είτε με συνειδητό τσαρλατάνο. Γεγονός θεωρείται μόνο εκείνο που έγινε είτε που υπάρχει στην πραγματικότητα, άσχετα αν έχουμε επίγνωση γι' αυτό η όχι. Από τα αντικειμενικά, τα πραγματικά γεγονότα πρέπει να ξεχωρίζουμε εκείνο που βρίσκεται μόνο μέσα σε υποκειμενικές γνώμες, μέσα στη φαντασία, στην πρόθεση των ανθρώπων. Το ότι ορισμένοι άνθρωποι πλανώνται, αυτό είναι γεγονός, αλλά το περιεχόμενο της πλάνης τους, των προκαταλήψεων και δοξασιών, αυτό δεν έχει καμιά σχέση με το γεγονός.

Επομένως, όταν έχουμε να κάνουμε με το ένα η το άλλο γεγονός, πρέπει να καθορίζουμε ακριβώς αν είναι πραγματικά αυτά τα γεγονότα και κατά πόσο είναι αξιόπιστα. Πρέπει πάντα να προσέχουμε να μην παίρνουμε για γεγονός μια επινόηση, μια φήμη, μια γνώμη, μια επιθυμία, μια πρόθεση, μια προϋπόθεση κλπ. Δεν μπορεί, για να αποδείξει κανείς τη σκέψη του, να χρησιμοποιεί για γεγονός κάτι που κανείς δεν έχει εξακριβώσει ή κάτι που είναι αδύνατο να εξακριβωθεί. Δεν είναι δυνατό να βγάζει κανείς συμπεράσματα από μερικά αόριστα και μη συγκεκριμένα γεγονότα από κάτι σαν αυτό που ειρωνεύεται η γνωστή λαϊκή παροιμία: «Καμπάνες άκουσε, μα από πού δεν ξέρει». Το κάθε γεγονός πρέπει να είναι αυθεντικό και συγκεκριμένο, ά κάθε αριθμός ακριβής. «Ο μαρξιστής, έγραφε ο Λένιν, πρέπει να έχει υπ όψη του τη ζωντανή ζωή, τα ακριβή γεγονότα της πραγματικότητας» (Άπαντα, τομ. 20ός, σελ. 101). Οποιοδήποτε συμπέρασμα και να βγει, εφόσον θα στηρίζεται σε γεγονότα μη αυθεντικά, γνωστά μόνο από φήμες ή απλώς βγαλμένα απ' τη φαντασία, θα καταρρεύσει μόλις το αγγίσει η κριτική. Μόνο αντικειμενικά, πραγματικά, αυθεντικά εξακριβωμένα γεγονότα μπορούν να χρησιμεύουν για λογικά επιχειρήματα η για αιτιολογίες της μιας η της άλλης σκέψης, της μιας η της άλλης θέσης. Και δε, έχει σπουδαιότατη σημασία η πηγή από όπου αντλείται η πηγάζει το ένα ή το άλλο γεγονός. Πρέπει πάντα να έχει κανείς υπ' όψη του από πού βγαίνουν και κατά πόσο είναι σωστά τα Α η Β γεγονότα και οι αριθμοί. Στην επιστήμη, π.χ., στα επιστημονικά έργα, καθώς και στον τύπο, όπως ξέρουμε, έχει γενικά καθιερωθεί να αναφέρεται ακριβώς από που προέρχονται τα γεγονότα και οι λοιπές πληροφορίες, και να υποδεικνύεται απαραιτήτως η ονομασία και ο συγγραφέας του έργου, το έτος που εκδόθηκε, οι σελίδες κλπ.

Τα έργα των κλασσικών του μαρξισμού - λενινισμού δίνουν θαυμάσια παραδείγματα για τον τρόπο που πρέπει να βασίζεται κανείς σε ακριβή γεγονότα. ο Π. Λαφάργκ, στα απομνημονεύματα του για το Μαρξ, γράφει: «Ό Μαρξ πάντα δούλευε με τη μεγαλύτερη ευσυνειδησία: το κάθε γεγονός, ο κάθε αριθμός που αναφέρει επικυρώνονται με τον αυθεντικότερο τρόπο. Δεν ικανοποιούνταν με πληροφορίες από δεύτερο χέρι ο ίδιος πάντα έφτανε ίσαμε την πηγή, οσοδήποτε δύσκολο και αν του ήταν αυτό. Ακόμα και για γεγονός δευτερεύουσας σημασίας έτρεχε στο Βρετανικό Μουσείο για να το εξακριβώσει μέσα στη βιβλιοθήκη του. Οι αντίπαλοι του ποτέ δε μπόρεσαν να ανακαλύψουν έστω και ένα αδύνατο σημείο, να πουν πως η αιτιολογία του βασίζεται σε γεγονότα που δε μπορούν να αντιμετωπίσουν μιαν αυστηρή κριτική» (Πωλ Λαφάργκ, «Απομνημονεύματα για το Μαρξ», σελ. 13. Κομματ. έκδ. 1933). Την ίδια επιστημονική ευσυνειδησία βλέπουμε στον τρόπο που χρησιμοποιούνται τα γεγονότα και οι αριθμοί μέσα στα λενινιστικά έργα στα έργα του σ. Στάλιν, που υποστηρίζονται πάντα με ένα υλικό από γεγονότα. Πρέπει να ξέρει κανείς να διαλέγει άλλα με τη μεγαλύτερη ακρίβεια.

Ο,τιδήποτε και αν έχει να αντιμετωπίσει το κομματικό στέλεχος, πρέπει πρώτα απ' όλα να ενδιαφέρει με την πραγματική πλευρά της υπόθεσης. Μα πως να τα διαλέξει κανείς μέσα στα πολυάριθμα γεγονότα που έχει μπροστά του; Πώς να εύρει τη σωστή λύση του ζητήματος ξεκινώντας απ’ τα γεγονότα, πώς να κάνει την εκτίμηση της κατάστασης;

Για να μη χαθεί κανείς μέσα στην αφθονία των γεγονότων, πρέπει εκ των προτέρων να ξέρει και να έχει σαφή αντίληψη για το καθήκον που αντιμετωπίζει. Μόνο όταν εξετάζει τα γεγονότα, ξεκινώντας απ' τα καθήκοντα που έχει βάλει το κόμμα, βλέποντας τα αλληλένδετα, προσεχτικά εξακριβώνοντας και αναλύοντας τα γεγονότα, μπορεί να φτάσει τη σωστή γενίκευση.

Μελετώντας ένα ζήτημα, πρέπει μέσα απ' όλα τα διάφορα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση να εύρει τα πιο χαρακτηριστικά, τα πιο τυπικά, τα πιο ουσιώδη, και να μην αφήσει να παρασυρθεί από τυχαία μη ουσιώδη και δευτερεύουσας φύσης γεγονότα. Πρέπει να ξέρει κανείς να διαλέγει από τη μάζα των γεγονότων τα τυπικά, τα πιο χαρακτηριστικά, και δεν είναι ανάγκη να τρέχει πίσω από όλα τα γεγονότα, γιατί εκείνο που προέχει, βλέπεις, δεν είναι τόσο το γεγονός αυτό καθεαυτό, όσο η τάση της εξέλιξης των φαινομένων, η κατεύθυνση της εξέλιξης, εκείνο που έχει σημασία είναι η νομοτέλεια. Ένα τυπικό, ουσιώδες, χαρακτηριστικό γεγονός είναι πρώτα απ' όλα ένα αποδεικτικό γεγονός, δηλ. ένα γεγονός που αποδεικνύει την κατεύθυνση στην εξέλιξη των φαινομένων και που δίνει τη δυνατότητα να προβλέψει κανείς την αυριανή μέρα, δηλ. το μέλλον αυτού του φαινόμενου.

Είναι απαραίτητη μια κριτική στάση απέναντι στα γεγονότα, και αυτό είναι το να πλησιάζει κανείς τα γεγονότα από μια ορισμένη σκοπιά. Αλλά μια τέτοια στάση, οπωσδήποτε δεν πρέπει να σημαίνει προκατάληψη, αβάσιμη μεροληψία η προκατειλημμένη στάση είναι επικίνδυνη γιατί οδηγεί στο ξερίζωμα, στην απόσπαση ξεχωριστών γεγονότων, είτε στην άγνοια, στην παράκαμψη των «δυσάρεστων» ή των σπουδαιότερων, των ουσιωδέστερων γεγονότων. Στην πράξη συμβαίνει επίσης συχνά το έξης: Άμα αρχίζουν να επαινούν κανένα στέλεχος, τελειωμό δεν έχουν. Μόλις αρχίσουν να τον βρίζουν, δε βλέπουν πια σ' αυτό, παρά μόνο κακό. Αν όμως πλησιάσει κανείς το ζήτημα χωρίς προκατάληψη, μπορεί να φανερωθεί πως και σε ένα καλό στέλεχος υπάρχουν πλευρές που πρέπει να διορθωθούνε. ενώ σε ένα άλλο κακό στέλεχος μπορεί να εύρει κανείς και καλές πλευρές.

Σε μερικά οικονομικά και κομματικά στελέχη αρέσει να μαζεύουν όσο το δυνατό περισσότερα γεγονότα. Από δώ κι από κει, όταν πηγαίνουν επί τόπου, όταν εξετάζουν κανένα ζήτημα, μαζεύουν όσο μπορούν περισσότερα γεγονότα, και ύστερα, χωρίς καμιά ανάλυση και γενίκευση, τα βάζουν μέσα σε απολογισμούς, σε εκθέσεις. Άλλοι πάλι, όταν συντάσσουν τέτοια σημειώματα, που είναι γεμάτα από γεγονότα, σκέφτονται καθώς φαίνεται έτσι: «Τα γεγονότα είναι πιο εύγλωττα απ' τα λόγια, μόνα τους μιλούνε, ας τα γενικεύσει όποιος θέλει και ας βγάλει συμπεράσματα ύπ' ευθύνη του...». Κάτι τέτοιες εκθέσεις και απολογισμοί, προφορικοί η γραπτοί, καθώς και μερικοί λόγοι σε συνεδριάσεις, σε συσκέψεις κλπ., όπου αντί για συμπέρασμα, είτε σαν συμπέρασμα από ένα πλούσιο υλικό γεγονότων βλέπεις μια φράση όπως: «Αυτά είναι τα δοσμένα στον τομέα για την τάδε περίοδο», είτε «αυτή είναι η κατάσταση, σύντροφοι, στην αχτίδα μας», δε δείχνουν ενδιαφέρον με στόχαση για τη ζωντανή ζωή, αλλά δείχνουν αδράνεια σκέψης και ανικανότητα βαθειάς σκέψης πάνω στα γεγονότα.

Το κακό αυτών που κάνουν τέτοιους απολογισμούς, τέτοιες εκθέσεις και τέτοιους λόγους δε βρίσκεται στο ότι δεν έμαθαν στον καιρό τους κανόνες και τις κατηγορίες της λογικής. 'Εδώ το κακό μάλλον βρίσκεται στο ότι δεν έχουν αληθινό ενδιαφέρον για την υπόθεση και αυτό ίσως γιατί οι πολλοί αριθμοί και τα πολυποίκιλα γεγονότα τους σκιάζουν τη ζωντανή ζωή.

Μια απλή συλλογή από γεγονότα και αριθμούς δε λέει τίποτα. Για οποιοδήποτε ζήτημα μπορεί να μαζέψει κανείς άπειρα γεγονότα λογιών των λογιών, και θετικά και αρνητικά. Τα γεγονότα τότε μόνο μπορούν να γενικευθούν, όταν δεν τα αρπάζει κανείς αυθαίρετα, γενικεύονται δε βάσει μιας ολόπλευρης και βαθειάς εξέτασης της ζωής. Στον καιρό του, κριτικάροντας τους αστούς πολιτικούς και οικονομολόγους, ο Λένιν έγραφε: «Στον τομέα των κοινωνικών φαινομένων

δεν υπάρχει πιο διαδομένη και πιο αναξιόπιστη μέθοδος όπως το να αρπάζει κάνεις ξεχωριστά γεγονότα, όπως το να παίζει με παραδείγματα το να παίρνει κανείς παραδείγματα γενικά, αυτό δεν είναι καθόλου δύσκολο, άλλα δεν έχει και καμιά σημασία, ή η σημασία του είναι καθαρά αρνητική, γιατί το πάν εξαρτάται απ' την ιστορική συγκεκριμένη ατμόσφαιρα των ξεχωριστών γεγονότων. Τα γεγονότα, όταν τα παίρνει κανείς στο σύνολο τους, στη σύνδεση τους δεν είναι μόνο «επίμονο», άλλα και απολύτως αποδεικτικό πράγμα. Τα μικρογεγονότα, όταν δεν τα παίρνει κανείς συνολικά και συνδεμένα, όταν είναι μεμονωμένα και αυθαίρετα, τότε είναι ακριβώς μόνο παιχνιδάκι ή κάτι παρόμοιο» (Λενινιστική επετηρίδα 30, σελ. 303). Το ανακάτεμα των γεγονότων, καθώς και η άγνοια, η παράκαμψη των γεγονότων, αυτό είναι η συνηθισμένη μέθοδος των αστών πολιτικών. Είναι εξίσου χαρακτηριστική γι' αυτούς η τάση για φράσεις με γενικό περιεχόμενο και λόγια που δεν επικυρώνονται με πραγματικά, συγκεκριμένα γεγονότα.

Οι μπολσεβίκοι διακρίνονται με μια διαφορετική στάση, γιατί δεν έχουν ανάγκη ούτε να αγνοούν, ούτε να διαστρεβλώνουν τα γεγονότα τα γεγονότα τα πλησιάζουν από την άποψη της αντικειμενικής επιστημονικής ανάλυσης, από τη σκοπιά των πρωτοποριακών ιδεών για την κοινωνική εξέλιξη, από τη σκοπιά των ζωτικών συμφερόντων του κράτους.

Σκέτα τα γεγονότα, αυτά καθ' έαυτά δεν έχουν και μεγάλη άξια, γιατί ένας όγκος από αχώνευτα γεγονότα μόνο μπορεί να μπερδέψει και ακόμα να οδηγήσει σε πλάνη. Για να τα βγάλει κανείς πέρα σε οποιοδήποτε ζήτημα, πρέπει, χειριζόμενος γεγονότα και αριθμούς, πρώτα απ' όλα να εξακριβώσει την ουσία τους, δηλ. με λίγα λόγια, να καθορίσει τι λένε αυτά τα γεγονότα και οι αριθμοί; Τι δείχνουν; Εκείνο που πεθαίνει ή εκείνο που αναπτύσσεται; Τι επιβεβαιώνει η πράξη, — είναι χρήσιμα αυτά ή άχρηστα, θετικά ή αρνητικά; Φυσικά, η κατανόηση των καθηκόντων του κόμματος, η τήρηση των συμφερόντων του κράτους, — να ποιά είναι η σκοπιά του κάθε στελέχους όταν κάνει εκτίμηση των γεγονότων. Αλλιώς, ένα τέτοιο στέλεχος θα έμοιαζε με φωτογραφική μηχανή, που αναπαριστάνει το περιβάλλον, χωρίς να έχει αντίληψη γι' αυτό.

«Το γεγονός,—έγραφε ο Α.Μ. Γκόρκυ,— αυτό δεν είναι ακόμα όλη η αλήθεια, είναι μόνο η πρώτη ύλη... Δε μπορούμε να ψήσουμε την κότα μαζί με τα φτερά της, και η γονυκλισία μπροστά στα γεγονότα οδηγεί ακριβώς στο να μπερδεύουμε το τυχαίο και μη ουσιώδες με το βασικό και τυπικό. Πρέπει να μάθουμε να μα­δούμε το μη ουσιώδες πούπουλο του γεγονότος, πρέπει να ξαίρουμε να βγάζουμε απ' το γεγονός νόημα» (Μ. Γκόρκυ «Για τη φιλολογία», σελ. 109. Εκδ. 1937). Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία. Η ανάλυση του υλικού των γεγονότων είναι εκείνη που σημαίνει το βγάλσιμο του νοήματος απ' το γεγονός το να αναλύει κανείς σημαίνει το να βλέπει μέσα σε μικρό πράγμα το μεγάλο, τα να ξεχωρίζει απ' το μη ουσιώδες το ουσιώδες, το να εύρει ανάμεσα στη λεπτομέρεια το κύριο, το σπουδαίο, το χρήσιμο. Η ανάλυση πρέπει να φανερώσει την ουσία του ζητήματος, και γι' αυτό τα γεγονότα πρέπει να διαλεχτούν, να συστηματοποιηθούν, να μπούνε σε τάξη, να συναρμολογηθούν.

Με κάθε ανάλυση συνήθως γίνεται η διαίρεση, της σκέψης, ο διαμελισμός του φαινόμενου (ή του ζητήματος, του προβλήματος, του καθήκοντος κλπ) στα συστατικά του μέρη η πλευρές. Μόνο απορρίπτοντας το τυχαίο, το μη ουσιώδες, συναρμολογώντας τα γεγονότα ανάλογα με τη σπουδαιότητα τους και τα χαρακτηριστικά τους γνωρίσματα, μπορεί να φτάσει κανείς ίσαμε την καρδιά, ίσαμε την ουσία του φαινομένου ή του ζητήματος. Αντιπαραθέτοντας τα γεγονότα και τους αριθμούς, συγκρίνοντας το ένα δοσμένο με το άλλο, αποσαφηνίζουμε τη σημασία και το ρόλο της κάθε λεπτομέρειας, του κάθε συστατικού μέρους ή πλευράς του φαινομένου. Μ' αυτόν τον τρόπο γίνεται το στέρεο θεμέλιο όπου μπορεί κανείς να βασισθεί για να γενικεύσει η να βγάλει συγκεκριμένο συμπέρασμα.

Ή κάθε κομματική απόφαση πρέπει στη βάση της να έχει μεγάλο υλικό από γεγονότα. Σ' αυτό βρίσκεται η δύναμη των αποφάσεων μας στο ότι βασίζονται πάνω σ' αυτό που υπάρχει στη ζωή, στηρίζονται σ' αυτό που παρουσιάσθηκε και που εξελίσσεται σαν προοδευτικό φαινόμενο, αλλά αυτό χρειάζεται υποστήριξη, εδραίωση. Έχοντας πολυάριθμα γεγονότα του ίδιου τύπου υπάρχει η δυνατότητα να τα συνοψίσουμε σε αριθμητικά δοσμένα κατά μέσο όρο. Π.χ. για να συγκρίνουμε την πορεία της σποράς μιας περιοχής με την άλλη, δεν μπορούμε να το κάνουμε χωρίς στατιστική, χωρίς αριθμούς κατά μέσο όρο. Άλλα δεν πρέπει ποτέ να περιορισθούμε σε στοιχεία κατά μέσο όρο, γιατί αυτά είναι μόνο υλικό για ανάλυση, και δε δίνουν αυτή τη ίδια την ανάλυση σε μια περιοχή, λόγου χάρη, έσπειραν κατά μέσο όρο τόσα. Και ποιά ήταν η ποιότητα της σποράς; Τι έδειξε η πείρα αυτών των κολχόζ; Μπορούμε μήπως να πούμε πώς τα κατά «μέσο όρο» στοιχεία δείχνουν αυτές τις ουσιώδεις πλευρές: Μήπως αν δεν το εξετάσουμε αυτό, μπορούμε να καθοδηγήσουμε συγκεκριμένα και όπως πρέπει τη ζωή αυτής της περιοχής :

Όταν αναλύουμε, πρέπει να πλησιάζουμε το κάθε γεγονός ή το κάθε φαινόμενο εντελώς συγκεκριμένα και να μην ικανοποιούμαστε με τα λεγόμενα «κατά μέσο όρο» στοιχεία, με στατιστικές εχτιμήσεις κατά προσέγγιση, που συχνά κρύβουν μεγάλα λάθη, που ανακατέβουν σε μια μεγάλη στίβα τα υπέρ και τα κατά. Οι γενικοί αριθμοί, τα στοιχεία κατά μέσο όρο μπορούν να αφαιρέσουν από τα πραγματικά γεγονότα ό,τι συγκεκριμένο έχουν. Πίσω από τα «στοιχεία κατά προσέγγιση» μπορούν να μας διαφύγουν και τα προοδευτικά στοιχεία και τα καθυστερημένα και τα χειρότερα και τα καλύτερα, μια που όλα είναι «κατά μέσο όρο». Η ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ(μπ) που συνήλθε το Φλεβάρη ζήτησε να μπει τέρμα «στην εσφαλμένη στάση απέναντι στην εκτίμηση της δουλειάς των κολχόζ, σοβχόζ. των Σταθμών αγροτικών μηχανών και τρακτέρ και των αχτίδων με τα στοιχεία κατά μέσο όρο» και ζήτησε «να προσεγγίζονται αυτά τα ζητήματα διαφοροποιημένα, ώστε να μπορεί κανείς να διακρίνει τα πρωτοποριακά απ' τα καθυστερημένα, και να τραβά τα καθυστερημένα στο επίπεδο των πρωτοποριακών». Αυτή η απαίτηση δεν άφορα μόνο την καθοδήγηση της αγροτικής οικονομίας. Όταν γίνεται η ανάλυση και η γενίκευση των γεγονότων δεν πρέπει να περιορίζεται κανείς σε στοιχεία κατά μέσο όρο, αφήνοντας να του διαφεύγουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, οι ουσιώδεις λεπτομέρειες, που χωρίς αυτές δεν μπορεί να γίνει νοητή η γενική εικόνα.

Η στατιστική, οι αριθμοί, οι μέσοι όροι, χωρίς ανάλυση όχι μόνο επισκιάζουν τη γενική υπόθεση, αλλά μπορούν και να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα, να οδηγήσουν σε πλάνη. Είναι πολύ γνωστή η στάση του Λένιν απέναντι σε κείνους πού, στην πολιτική, ποντάρουν με δείκτες κατά μέσο όρο. Περιγελούσε καυστικά και αποκάλυπτε τους ναρόντνικους οικονομολόγους που έτειναν να στηρίζουν τις εσφαλμένες τους απόψεις πάνω σε τεχνητά διαλεγμένους «αριθμούς κατά μέσο όρο». με μια ανακριβή στάση απέναντι στα «μέσα» μεγέθη μπορεί κανείς να αποδείξει δημαγωγικά ό,τι βάλει ο νους σου. Ο συγγραφέας Γκλέμπ Ουσπένσκυ περιγέλασε φαρμακερά και εύστοχα αυτόν τον τρόπο στο διήγημα του «Ένα τέταρτον αλόγου».

«Στο χωριό Πρισούχινο... στο σχολειό έχει τριάντα μαθητές, στο χωριό Ζασούχινο — είκοσι και στο χωριό Οπλεούχινο — το όλο δυό μαθητές. . . Από δε, αν αγαπάτε, βγαίνει το ακόλουθο συμπέρασμα κατά μέσο όρο, πώς κατά μέσο όρο κάθε σχολειό έχει δεκαεφτά μαθητές και ακόμα κάποιο μηδενικό, και ακόμα δίπλα στο μηδενικό ένα ζουζούνι... Είναι το ίδιο σαν να έπαιρνα τον εκατομμυριούχο Κολοτούσκιν, που έχει στην τσέπη του ένα εκατομμύριο, να τον συνένωνα με την προσφορατζού Κουκούσκινα, που έχει μια δεκάρα — τότε κατά μέσο όρο ο καθένας τους θα είχε από μισό εκατομμύριο. . (Γ. Ούσπένσκυ. Εκλεκτά έργα, σελ. 537. Γκοσπολιτιζντάτ 1936). Απ' αυτά βλέπει κανείς σε τι ανοησίες μπορεί κανείς να φτάσει όταν παρασύρεται από αριθμούς «κατά μέσο όρο», αφήνοντας τους χωρίς συγκεκριμένη ανάλυση, που κυρίως αποτελείται πρώτα απ' όλα απ' το σωστό διαμελισμό, του υπό εξέταση ζητήματος, στα συστατικά του μέρη, στη λεπτομερειοποίηση, στην εξέταση των βασικών μερών, ιδιομορφιών, πλευρών που αποτελούν αυτό το ζήτημα.

Μα αυτό ακόμα δεν είναι όλο. Το να αναλύει κανείς, αυτό σημαίνει να καθορίζει τη σχέση και την αλληλοεπίδραση που υπάρχει ανάμεσα στα διάφορα γεγονότα ή τις πλευρές και τα μέρη του φαινομένου, να καθορίζει τη σχέση ανάμεσα στο φαινόμενο ή το γεγονός, και τις συνθήκες του τόπου και του χρόνου που το περιβάλλουν. Με άλλα λόγια απαιτείται όχι μόνο να διαμελίζει κανείς, αλλά και να συγκρίνει, να συνδέει, να καθορίζει, π.χ., ποιό απ' τα δύο γεγονότα είναι το αίτιο, και ποιό η συνέπεια, ποιό είναι το κύριο και ποιό το δευτερεύον. Αν πρόκειται για μια ομάδα από γεγονότα, τότε πρέπει να απο­σαφηνισθεί αν αυτά γεννήθηκαν από ένα βασικό αίτιο, ή από διαφορετικά πολλά αίτια. Αν είναι αδιάρρηκτοι συνδεμένα μεταξύ τους τα εξακριβωμένα γεγονότα ή αν η σχέση τους είναι τυχαία και πρόκειται για απλή σύμπτωση. Αν εκείνο που μας φαίνεται πως είναι το αίτιο δεν είναι παρά μια αφορμή, Αν το δοσμένο γεγονός δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα (σημάδι) ενός πιο περίπλοκου και πιο ουσιώδους φαινομένου. Για ποιό λόγο έγινε η μια ή η άλλη αλλαγή.

Μα ένα απλό παράδειγμα: ένα εργοστάσιο παραγωγής τανκς στα χρόνια του πολέμου κατόρθωσε να αφομοιώσει τη μαζική παραγωγή τανκς μέσα σε 33 μέρες. για να προσαρμοσθεί όμως στην παραγωγή τρακτέρ, που άρχισε υστέρα απ' τον πόλεμο, το εργοστάσιο έκανε ένα ολόκληρο χρόνο. Μελετώντας τα ζήτημα, αποσαφηνίζοντας τα αίτια αυτού του φαινομένου, μπορεί να μαζέψει κανείς βουνό από υλικό γεγονότων. Αναλύοντας αυτά το υλικό θα έπρεπε να το συναρμολογήσουμε και όλο τα ζήτημα για τη δουλειά τού εργοστασίου θα βρισκόταν διαμελισμένο σε ξεχωριστά ζητήματα όπως: για τους ρυθμούς της προετοιμασίας και την αρχή της παραγωγής των τρακτέρ, για την εφαρμογή της πρωτοποριακής τεχνολογίας και της μηχανοκίνησης, για το επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας, για την οργανωτική διάρθρωση του εργοστασίου, για την εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης, για τη δουλειά που γίνεται στον τομέα της βελτίωσης των υλικών και βιοτικών συνθηκών της ζωής των εργατών κλπ. με άλλα λόγια, αναλύοντας θα βρίσκαμε μιαν ολόκληρη αλληλουχία από αίτια η συνθήκες, που εξ αίτιας τους το εργοστάσιο βρέθηκε σε δύσκολη θέση και χρεωμένο μπροστά στη χώρα. Το ένα αίτιο επέδρασε πάνω στο άλλο, και δεν θα μπορούσε εδώ κανείς να θεωρήσει τα ξεχωριστά γεγονότα σαν τυχαία σύμπτωση. Η σύγκριση των γεγονότων θα έδειχνε, πώς ένα απ' τα βασικά αίτια, που εμπόδισαν το εργοστάσιο να αναπροσαρμοσθεί γοργά, ήταν το ότι οι οικονομικοί και κομματικοί καθοδηγητές του εργοστασίου σκε­φτόταν πάνω κάτω κατ' αυτά τον τρόπο: «Κατασκευάσαμε σύνθετα τανκς, τι μάς κοστίζει να κατασκευάσουμε απλά τρακτέρ;» Χωρίς να μειώνουμε τη σημασία των άλλων αιτίων που συντέλεσαν στην καθυστέρηση του εργοστασίου στο να αφομοιώσει την παραγωγή τρακτέρ, έγινε η σωστή γενίκευση πώς στη δοσμένη περίπτωση το κύριο, το βασικό ανάμεσα στα αίτια ήταν η ξενοιασιά φυσικά, ύστερα απ' την ανάλυση, το να βγάλει κανείς τα συμπέρασμα πώς η ξενοιασιά είναι ένα μεγάλο κακό, και να περιορισθεί αιδώ, αυτά σημαίνει πώς δεν έβγαλε το σπουδαιότερο συμπέρασμα. η σωστή ανάλυση και η γενίκευση που έγινε σ' αυτή τη βάση απάνω, πρέπει να συμπεριλαβαίνουν απαραίτητα και τα συμπεράσματα για το τι πρέπει να γίνει ώστε να διορθωθεί η κατάσταση και να προωθηθεί η υπόθεση.

Η γενίκευση είτε το συμπέρασμα δεν είναι άλλο παρά μια σύνθεση, δηλ. η συγκέντρωση των ξεχωριστών μερών του φαινομένου ή των μεμονωμένων γεγονότων σε ένα ενιαίο σύνολο. Κάθε σωστή ανάλυση πρέπει να περνά στη σύνθεση, να αποκορυφώνεται απ' αυτήν, δηλ. να οδηγεί στην κατανόηση της γενικής αρχής, κανόνα, αίτιας, νόμου που ενώνει, που συνδέει όλα τα μέρη του φαινομένου η του ζητήματος σε ένα σύνολο. Συγχρόνως, για τον καθοδηγητή, το να γενικεύσει, αυτό σημαίνει να αποκαλύψει την ουσία του ζητήματος, να καθορίσει βάσει συγκεκριμένων, εξακριβωμένων γεγονότων την αντικειμενική κατάσταση πραγμάτων και, καθορίζοντας τη στάση του απέναντι σ' αυτήν, ξεκινώντας απ' τα γενικά καθήκοντα του κόμματος, της χώρας, να βράση, πραγματεύοντας αυτά τα καθήκοντα.

Τα μετρά που υποδεικνύουν οι αποφάσεις της "Ολομέλειας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΣΕ (μπ) του Φλεβάρη για την ανύψωση της αγροτικής οικονομίας είναι τα βαθύ και συγκεκριμένο συμπέρασμα απ' την ανάλυση της κατάστασης της αγροτικής οικονομίας στη μεταπολεμική περίοδο και αντιπροσωπεύουν τη γενίκευση ενός τεράστιου υλικού γεγονότων και πρακτικής πείρας απ' τη δουλειά. Μελετώντας αυτή την απόφαση ο καθένας βλέπει πώς αυτή εμπνέεται από μια δημιουργική, δραστική στάση στην επίλυση των σπουδαιότερων προβλημάτων της λαϊκής οικονομίας. "Υπολογίζει την πείρα των προπολεμικών χρόνων, της περιόδου του πολέμου για την Πατρίδα και του πρώτου μεταπολεμικού χρόνου μέσα σ' αυτή την απόφαση συνδυάζονται στενά τα μεγάλα γενικά καθήκοντα για την πολιτική και οικονομική εξέλιξη της χώρας μας με τα πρακτικά καθήκοντα της ημέρας.

Στον πρώτο τόμο των Απάντων του σ. Στάλιν αναφέρεται ένα ζωντανά και διδακτικό παράδειγμα, που δείχνει την ανικανότητα των ανθρώπων, που προσεγγίζουν την ανάλυση των περίπλοκων πολιτικών ζητημάτων ξεκάρφωτα απ' τη θεωρία, απ' την αρχή, απ' τη συγκεκριμένη: γνώση του θέματος. Όπως ξαίρουμε οι μενσεβίκοι και οι λεγόμενοι φεντεραλιστές μιλούσαν, λόγου χάρη, για το «εθνικό ζήτημα» γενικά, χωρίς καμιά προσπάθεια να εξετάσουν συγκεκριμένα τα συστατικά του μέρη. το μπέρδεψαν και το θόλωσαν αυτό τα ζήτημα « ... το κόμμα μας, έγραφε ο σ. Στάλιν, ξεκαθάρισε το «εθνικά ζήτημα» απ' την ομίχλη που το περικύκλωνε δίνοντας του ένα μυστηριώδικο ύφος, τα διαμέλισε αυτό το ζήτημα στα ξεχωριστά του στοιχεία, έδωσε στο καθένα απ' αυτά χαρακτήρα ταξικής ανάγκης και τα εξέθεσε σε ένα πρόγραμμα υπό μορφή ξεχωριστών άρθρων» (I. Β. Στάλιν. Άπαντα, τομ. 1. σελ. 42). Ειρωνευόμενος την ανικανότητα των φεντεραλιστών στην «ανάλυση» τού εθνικού ζητήματος ο σ. Στάλιν αναφέρει μια παλαιά παράδοση: «Ζούσε κάποτε ένας «σοφός ανατόμος». Είχε στη διάθεση του «ό,τι χρειαζόταν» ένας «σωστός» ανατόμος: δίπλωμα, οίκημα, εργαλεία, απεριόριστες αξιώσεις. Ένα μικρό μόνο πράμα του έλειπε,—οι γνώσεις του ανατόμου. Μια φορά ήρθαν και τον παρακάλεσαν να εξηγήσει τι σχέση υπάρχει ανάμεσα στα διάφορα μέρη του σκελετού, που είχε αυτός διασκορπίσει στο ανατομικό τραπέζι. Έτσι δόθηκε η ευκαιρία στο «φημισμένο σοφό» μας να λάμψει. ο «σοφός», με μεγάλη πομπή και επισημότητα καταπιάστηκε με την «υπόθεση»! Μα, τι κρίμα ! Ό «σοφός» δεν καταλάβαινε γρι από ανατομία, δεν ήξαιρε πως να συναρμολογήσει το ένα κομμάτι με τα άλλο ώστε να βγει στο τέλος ένας ολόκληρος σκελετός ! Πολύ ώρα παιδεύτηκε ο φουκαράς, πολύ ίδρωσε, μα άδικα! Τέλος, όταν τα μπέρδεψε όλα και δεν έβγαινε τίποτα, άρπαξε μερικά κομμάτια απ' το σκελετό, τα έδωσε μια και πήγαινε πέρα, βρίζοντας φιλοσοφικά συγχρόνως τα «κακόβουλα» πρόσωπα, που είχαν τάχα βάλει πάνω στο τραπέζι του μέρη σκελετού που δεν ήταν αληθινά. Οι θεατές, βέβαια, κορόιδεψαν το «σοφό ανατόμο» (I. Β. Στάλιν. Άπαντα τομ. 1 σελ. 47).

Ο καθοδηγητής, που δεν καλλιεργεί τον εαυτό του, που είναι θεωρητικά αδύνατος, που δεν έχει συγκεκριμένη γνώση του θέματος, κινδυνεύει πάντα να βρεθεί στη θέση αυτού το «σοφού ανατόμου». Για να γενικεύσει κανείς χρειάζεται θεωρητική κατάρτιση, σωστή μέθοδος, γνώση τού θέματος.

Ο μαρξισμός — λενινισμός δεν είναι δόγμα, δεν είναι άθροισμα θέσεων. Είναι μια επιστημονική γενίκευση της ιστορικής πείρας, της πρακτικής του κόμματος, του λαού, είναι μια ζωντανή μέθοδος, είναι καθοδήγηση για τη δράση. Η δημιουργική στάση απέναντι στην πραγματικότητα, που χαρακτηρίζει το κόμμα μας, δεν ανέχεται στελέχη, που δεν βλέπουν περά απ' το δόγμα τη ζωντανή πραγματικότητα, που καθοδηγούνται από γενικές θέσεις, απ' την επανάληψη επιφανειακά αποστηθισμένων τύπων, τσιτάτων, αντίς να μάθουν τις ιδιομορφίες της ζωντανής πραγματικότητας. Μια αληθινή ανάλυση και γενίκευση, προϋποθέτουν μια δημιουργική στάση απέναντι στην πραγματικότητα. Γι' αυτό το πράμα δεν είναι ικανά παρά μόνο τα στελέχη που στη δράση τους βασίζονται πάνω στην πρακτική πείρα, που την κατανοούν, την αναλύουν και τη γενικεύουν, συνδέουν τα μεγάλα καθήκοντα της χώρας με τα πρακτικά καθήκοντα της δοσμένης περιοχής, της αχτίδας, και που πρώτα απ' όλα αποκαλύπτουν το νέο, το πρωτοποριακό στη διεξαγωγή της δουλειάς και που δείχνουν τους δρόμους και τα μέσα για την υποστήριξη, τη στερέωση, τη διάδοση αυτού τού νέου. Το μπολσεβίκικο στυλ της καθοδήγησης δεν ανέχεται στάμπα, καλούπι, τσιτάτα, δογματισμό. Ο τύπος είναι η μηχανική εφαρμογή γενικών θέσεων και δογμάτων, έστω και καλύτερων, για όλες τις περιπτώσεις της ζωής χωρίς εξαίρεση. Ο δογματισμός είναι η μηχανική εφαρμογή γενικών θέσεων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις. η μηχανική εφαρμογή, ακόμα και καλών προτύπων δημιουργεί στασιμότητα, δημιουργεί ένα καλούπι που απονεκρώνει.

Αν, εξετάζοντας την πραγματικότητα, ο άνθρωπος συνήθισε να ξεκινά από τυπικά καλούπια, τα συμπεράσματα του θα είναι ξεκάρφωτα απ' τη ζωή, λανθασμένα. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο τύπος και ο δογματισμός κάνουν συχνότερα απ' όλα τα γεγονότα να ανακατέβουνται, τραβούν «απ' τα μαλλιά» συμπεράσματα που έχουν ετοιμαστεί εκ των προτέρων. Το αποτέλεσμα είναι που αντίς για γενίκευση έχουμε δογματισμό επανάληψη γενικών φράσεων, που μπορεί να είναι και σωστές, αλλά που δε βοηθούν και πολύ την υπόθεση.

Ή γενίκευση σημαίνει απ' το ένα μέρος τη διαφώτιση των γεγονότων και των φαινομένων με το φως της θεωρίας, και από τ' άλλο μέρος, το βγάλσιμο νέων συμπερασμάτων πάνω στη βάση της ανάλυσης των γνωρισμάτων, της χαρακτηριστικής ιδιομορφίας, των συγκεκριμένων καθηκόντων της τοπικής ζωής. «Ή ενότητα στη βάση, στη ρίζα, στην ουσία δεν παραβιάζεται, αλλά εξασφαλίζεται με την ποικιλομορφία στις λεπτομέρειες, στις τοπικές ιδιομορφίες, στους τρόπους της προσέγγισης της υπόθεσης». (Λένιν. Άπαντα, Τομ. 22, σελ. 166). Η θεωρία φωτίζει την πρακτική, η πρακτική κάνει να προβάλλουν νέα προβλήματα και ζητήματα μπροστά στη θεωρία, την πλουτίζει και μ' αυτό τον τρόπο ακόμα περισσότερο δυναμώνει τη δραστικότητα της, τη σημασία της για τη ζωντανή ζωή, για την πραγματοποίηση των σκοπών του κόμματος.

Ό καθένας κάνει κάθε μέρα διάφορες γενικεύσεις, γιατί αυτό το ίδιο το προτσές της σκέψης, της γνώσης της πραγματικότητας είναι ένα προτσές γενίκευσης. Όλες μας οι αντιλήψεις, οι κρίσεις, τα συμπεράσματα είναι γενικεύσεις, εφόσον βγάζουμε άθροισμα κάτω από ένα γενικό νόημα για διαφορετικά πράματα, εκδηλώνουμε τη σχέση μας προς τους ανθρώπους, προς τα φαινόμενα, δίνουμε εκτίμηση πάνω σε γεγονότα κλπ. το παν είναι να αποφευχθούν τα λάθη και να γεννούνται σωστές και βαθειές γενικεύσεις.

Το να βγάζει κανείς το γενικό, (νοήματα, κρίσεις) από μια σειρά ιδιαίτερων περιπτώσεων, αυτό στη λογική ονομάζεται επαγωγικός συλλογισμός, η επαγωγή. Η εξέταση από μια σειρά ιδιαίτερων γεγονότων οδηγεί τη σκέψη μας σε κείνο το γενικό που βρίσκεται στη βάση αυτών των γεγονότων, γιαυτό την επαγωγή τη λένε και προσαγωγή. Σε βιβλία διδακτικά και σε εγχειρίδια λογικής μπορεί να εύρει κανείς μερικές οδηγίες και κανόνες για τις απλούστερες γενικεύσεις γεγονότων. Το να μάθουν τα στελέχη μας αυτούς τους κανόνες, αυτό δεν μπορεί να έχει γι' αυτούς παρά βοηθητική σημασία, εφόσον δεν είναι δυνατόν μόνο από τα βιβλία, μόνο από διδακτικά να μάθει κανείς να αναλύει και να γενικεύει σωστά. Στα βιβλία και στα εγχειρίδια της λογικής τα ζητήματα που αφορούν την ανάλυση και τη γενίκευση, διαφωτίζονται κυρίως στο κεφάλαιο για την επαγωγή.

Είναι γνωστές δύο κύριες μορφές επαγωγής: η επαγωγή με απλή απαρίθμηση και η ατελής, η επιστημονική επαγωγή.

Παράδειγμα επαγωγής με απλή απαρίθμηση μπορεί να χρησιμέψει π.χ. ένας τέτοιος συλλογισμός: σε όλα τα κολχόζ της περιφέρειας Ν... υπάρχουν κομματικές οργανώσεις. Αυτό το παράδειγμα δείχνει πώς ένας τέτοιος συλλογισμός είναι η επανάληψη συνοπτικά ορισμένων απαριθμημένων γεγονότων, η πρόσθεση τους.

Ή ατελής ή επιστημονική επαγωγή, είναι γενίκευση που δε βασίζεται στην πρόσθεση, ή στη εξαντλητική απαρίθμηση όλων των γεγονότων, αλλά στην εξέταση των αίτιων, τους, των νόμων της εξέλιξης τους η τουλάχιστον των μόνιμων, ουσιωδών σχέσεων η αλληλεξαρτήσεων ανάμεσα στα φαινόμενα. Π.χ. το ακόλουθο συμπέρασμα: «η καλή δουλειά της κομματικής οργάνωσης του κολχόζ είναι η εγγύηση για την επιτυχή δουλειά και την άνθιση του κολχόζ»—μπορεί να βγει ύστερα από μια τέτοια επαγωγή. Τα πιο συνηθισμένα λάθη στον επαγωγικό συλλογισμό συνοψίζονται στα ακόλουθα:

Επιπόλαιη γενίκευση, δηλ. επιφανειακή γενίκευση που δεν ξεσκεπάζει τα αίτια του φαινομένου, όταν αυτός που κάνει τη γενίκευση, δε δίνει, χωρίς και αυτός να το ξαίρει, παρά μόνο την περιγραφή των γεγονότων που αναφέρει, είτε μόνο διαπιστώνει μια κατάσταση, χωρίς να υποδεικνύει τους τρόπους και τα μέσα για να καταπολεμηθούν οι δυσκολίες χωρίς να δίνει μια καθαρή απάντηση στην ερώτηση για το τι πρέπει να γίνει, βιαστική γενίκευση, η γενίκευση που έγινε χωρίς αρκετά δικαιολογητικά. Η ουσία αυτού του λάθους βρίσκεται στο ότι το συμπέρασμα συνάγεται βιαστικά βάσει ενός ξεχωριστού γεγονότος η βάσει τυχαίων γεγονότων, μη τυπικών, κακώς εννοουμένων.

Κάθε άνθρωπος με στόχαση, που ξαίρει την υπόθεση του, που καλλιεργεί τον εαυτό του, που μελετά τις βάσεις της μαρξιστικής — λενινιστικής επιστήμης μπορεί να μάθει να αναλύει και να γενικεύει. Ιδιαίτερα πρέπει να μελετήσουμε τους τρόπους της ανάλυσης και γενίκευσης που εφαρμόζουν οι δάσκαλοι μας, — ο Λένιν και ο Στάλιν, που τα έργα τους έχουν μέσα δείγματα βαθειάς επιστημονικής γνώσης για τη γύρω πραγματικότητα, δείγματα ανάλυσης και γενίκευσης των γεγονότων και συναγωγής σωστών συμπερασμάτων.

(Απ' το περιοδικό «Κομματική Ζωή» αρ. 8 Απρίλης 1947. Μετάφραση απ' τα ρωσικά Μ. I.)

ΚΟΜΕΠ αρ.10 1947-10, 458-462

Δεν υπάρχουν σχόλια: