Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

D.N.Pritt: Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936) ΜΕΡΟΣ Β’

Η ΔΙΚΗ ΖΗΝΟΒΙΕΦ (1936)

Denis Nowell Pritt (22.9.1887-23.5.1972)

Διαπρεπής άγγλος νομικός και βουλευτής 1935-1950

Μέρος Α’

NPG x75665; Denis Nowell Prittσυνέχεια από «ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ» αρ.φυλ. 388 Ιούλη 2013

Ας αρχίσουμε απ’ το να ξεκαθαρίσουμε για το τι συνιστά ομολογία. Δεν θα πρέπει να παραπλανηθεί κανείς απ’ τον όρο «ομολογία» ή απ’ τη σύνδεσή του με την εξαναγκασμένη, και χωρίς βάση, ομολογία ενοχής ούτε να κρίνει κάποια ομολογία χωρίς να αναλύσει με ακρίβεια την φύση και το αποτέλεσμα των λέξεων που χρησιμοποιούνται σ’ αυτή. Σκέτες ομολογίες ενοχής μπορεί να ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό σε πειστικότητα, όχι μόνο σε σχέση με τις περιστάσεις υπό τις οποίες δίνονται, αλλά και ανάλογα με την στάση του εκάστοτε παρατηρητή. Αλλά όταν ο κατηγορούμενος δίνει μια μακροσκελή και λεπτομερή περιγραφή των κινήσεων και των συνομιλιών του η οποία βρίσκεται σε συμφωνία με τις περιγραφές άλλων που κατηγορούνται για παρεμφερείς κινήσεις και που έχουν πάρει μέρος σε μερικές ή όλες από τις ίδιες συνομιλίες, δύο πράγματα πρέπει σχεδόν αναγκαστικά να συμβαίνουν: Το πρώτο είναι ότι η ομολογία γίνεται πολύ πιο πειστική ως προς το άτομο που την πραγματοποιεί και το δεύτερο είναι ότι κάθε τέτοια ομολογία σε ανοιχτή δίκη μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αν χρειαστεί, ως αποδεικτικό στοιχείο που εμπλέκει και τα άλλα άτομα των οποίων οι κινήσεις και οι συνομιλίες περιγράφονται συγκεκριμένα από το ομολογούν άτομο τόσο με την ιδιότητα του μάρτυρα όλων αυτών των κινήσεων και συνομιλιών όσο και με την ιδιότητα ενός ανθρώπου που παραδέχεται την ενοχή του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει, μετά από προσεχτική μελέτη, ότι οι μαρτυρίες διαφόρων κατηγορουμένων επιβεβαιώνονται σε σημαντικό βαθμό. Για παράδειγμα, η εισαγγελική αρχή ισχυρίστηκε ότι δυο απ’ τους κατηγορούμενους είχαν μια συνομιλία στην οποία χρησιμοποιήθηκε μια παρά πολύ ενοχοποιητική φράση. Και οι δυο εν λόγω κατηγορούμενοι – που δεν ήταν καθόλου φιλικοί ο ένας προς τον άλλο – παραδέχτηκαν ότι μια τέτοια συνομιλία είχε γίνει και συμπεριλάμβανε τις συγκεκριμένες ενοχοποιητικές λέξεις αλλά ο καθένας υποστήριξε ότι ήταν ο άλλος που τις χρησιμοποίησε. Δεν απαιτεί μεγάλη εμπειρία στην ζύγιση των αποδεικτικών στοιχείων για να συνειδητοποιήσει κανείς ότι μια τέτοια περίσταση όπως αυτή προσφέρει σημαντικές αποδείξεις της ενοχής, και σημαντική ενίσχυση της παραδοχής ενοχής, του ενός ή και των δύο εν λόγω κατηγορουμένων.

Έτσι, αυτό το πιο σημαντικό μέρος της μελέτης των επικρίσεων – και δεν νομίζω ότι χρειάζεται να απολογηθώ επειδή αναφέρθηκα σ’ αυτές με κάποια λεπτομέρεια – έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο που δείχνει ότι τα αποδεικτικά στοιχεία ήταν αρκετά ισχυρά, ότι οι κατηγορούμενοι όταν ήρθαν αντιμέτωποι με αυτά, έχοντας την ευκαιρία να το εξετάσουν και ν’ αλλάξουν γνώμη, επέλεξαν να δηλώσουν ένοχοι. Ήταν έμπειροι, ευφυείς, και μορφωμένοι άνδρες, και είπαν ότι ήταν ένοχοι. Αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το τέλος της υπόθεσης. Αλλά για πολλούς απ’ τους κριτικούς είναι μάλλον η αρχή. Οι ομολογίες, ισχυρίζονται, μπορεί να έχουν αποσπαστεί με την βία, με απειλές ή με υποσχέσεις και, όπως φαίνεται, καλούμαστε να κάνουμε μια τέτοια υπόθεση. Το να υποθέτει κανείς αυτό που προσπαθεί να αποδείξει είναι απ’ τα πιο παλιά ρητορικά κόλπα και, σίγουρα, απαλλάσσει κάποιον από πολύ κόπο. Γνωρίζουμε, φυσικά, ότι η απόσπαση ομολογιών με τέτοιες μεθόδους αποτελεί κοινή πρακτική σε πολλές χώρες. Μερικοί από εμάς ήταν υποχρεωμένοι να μελετήσουν προσεχτικά εκείνες τις διατάξεις σχετικά με τις ποινικές διαδικασίες στην Βρεττανική Ινδία που αποσκοπούσαν να καταργήσουν τέτοιες μεθόδους καθώς και την επιτυχία ή την αποτυχία αυτών των διατάξεων. Ποιό στοιχείο, όμως, υπάρχει που να δείχνει ότι κάτι παρόμοιο συνέβη και στη συγκεκριμένη υπόθεση; Δεν πρόκειται ν’ αναφερθώ στους επαίνους προς την σοβιετική ποινική διαδικασία από ανθρώπους που, έχοντας προσωπική εμπειρία από ανακρίσεις που διενεργήθηκαν από τις αστυνομία ή τις δικαστικές αρχές της Σοβιετικής Ένωσης και όντας ελεύθεροι να μιλήσουν χωρίς να διαστρεβλώσουν τα γεγονότα, βεβαίωσαν ότι καμία μέθοδος «τρίτου βαθμού» δεν εφαρμόστηκε στην περίπτωσή τους. Ούτε ζητάω να δοθεί κάποιο ιδιαίτερο βάρος στον έπαινο που ο ίδιος προσωπικά αισθάνομαι την ανάγκη να αποδώσω στην μεγάλη αίσθηση δημοσίου καθήκοντος και στο υψηλό φρόνημα που εισέπραξα κατά την διάρκεια κατ’ ιδίαν συζητήσεων με διάφορους αξιωματούχους που επέβλεπαν τέτοιου είδους ανακρίσεις κατηγορουμένων. Νομίζω αρκεί, στην προκειμένη περίπτωση, να περιοριστεί κανείς στην εξέταση των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης. Μου φαίνεται ξεκάθαρο, για μια σειρά λόγων, πως οτιδήποτε που έχει τον χαρακτήρα αναγκαστικής ομολογίας είναι εγγενώς αδύνατο. Όσον αφορά τους περισσότερους απ’ τους κατηγορουμένους, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι πρόκειται για επίμονους και πάρα πολύ πεπειραμένους επαναστάτες για ανθρώπους που ξέραν καλύτερα από τον καθένα, λόγω προσωπικής εμπειρίας, τα περισσότερα είδη φυλακών και ανακρίσεων και που, πάνω απ’ όλα, ήταν πλήρως εξοικειωμένοι με την νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης των αρχών που ασχολήθηκαν μ’ αυτήν την υπόθεση. Αν ήταν στην πρακτική του Λαϊκού Επιτροπάτου Εσωτερικών Υποθέσεων, το οποίο κληρονόμησε το προσωπικό και τις λειτουργίες της G.P.U., ν’ αποσπά ομολογίες με απατηλές υποσχέσεις επιεικούς μεταχείρισης (τις οποίες δεν γνωρίζω ούτε πιστεύω στην ύπαρξη), κανένας σίγουρα δεν θα ήταν περισσότερο ικανός, στις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, να εκτιμήσει την πλήρη αχρηστία αυτών των υποσχέσεων από τους πεπειραμένους επαναστάτες τους οποίους είδα στο εδώλιο. Αν, πάλι, ήταν στην πρακτική του Επιτροπάτου να αποσπά ομολογίες με τη βία (που δεν νομίζω να πιστεύει αρμόδιος παρατηρητής), κανένας, πάλι, δεν θα ήταν περισσότερο ικανός να αντέξει μια τέτοια συμπεριφορά και στη συνέχεια να την εκθέσει ενώπιον όλου του κόσμου με την σίγουρη ελπίδα να δυσφημήσει τους εχθρούς του και να κερδίσουν συμπάθεια για τον εαυτό του. Εάν χρησιμοποιούνταν οποιαδήποτε απάτη, απλή ή περίπλοκη, προκειμένου να παγιδευτεί οποιοσδήποτε από αυτούς τους ανθρώπους σε ομολογία, σίγουρα αυτοί είχαν τις περισσότερες ικανότητες από οποιονδήποτε άλλον στη κόσμο για να εντοπίσουν και ν’ αποφύγουν την πλεκτάνη.

Ήταν, επιπλέον, προφανές στον καθένα που παρακολούθησε τη δίκη ότι οι ομολογίες, όπως έγιναν προφορικά μέσα στο δικαστήριο, δεν θα μπορούσαν να ήταν αποτέλεσμα μαγειρέματος ή πρόβας. Το στήσιμο μιας τέτοια φάρσας δεν θα ξεπερνούσε, αναμφίβολα, τις πνευματικές δυνάμεις συνηθισμένων ανθρώπων αν είχαμε την περίπτωση ενός μικρού συνόλου καλά καθορισμένων περιστατικών που θα μπορούσαν να απομνημονευτούν και να παπαγαλιστούν από ένα ή δύο άτομα χωρίς καμία βάση αλήθειας. Αλλά στην παρούσα υπόθεση, εμπλέκονταν δεκαέξι άτομα και συμπεριλαμβάνονταν δεκάδες διάλογοι και περιστατικά που έλαβαν χώρα στην διάρκεια πολλών ετών και σε τοποθεσίες που εκτείνονταν σε χιλιάδες μίλια, με τη συμμετοχή πότε του ενός, των δύο, των τριών ή περισσοτέρων απ’ τους κατηγορούμενους. Ακόμα και στους σχετικά αργούς ρυθμούς μιας αγγλικής δίκης, αμφιβάλλω αν πάνω από ένας ή δύο απ’ τους κατηγορούμενους θα μπορούσαν να αφομοιώσουν επιτυχώς τον ρόλο τους σε μια τέτοια φάρσα χωρίς να φανερωθεί το όλο εγχείρημα για δεκαέξι απλά δεν υπήρχε καμία ελπίδα. Η διαδικασία, όμως, σ’ ένα σοβιετικό δικαστήριο προχωρά με μεγάλη ταχύτητα, εν μέρει διότι απουσιάζουν οι τυπικότητες, εν μέρει διότι οι δικαστές δεν χρειάζεται να κρατούν λεπτομερείς σημειώσεις και εν μέρει διότι δεν υπάρχουν ένορκοι. Η διαδικασία στην παρούσα δίκη δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Και στη μέση της εξέτασης ενός απ’ τους κατηγορούμενους, όταν αυτός είπε κάτι το οποίο ενέπλεκε κάποιον άλλο ή αρνιόταν κάτι το οποίο κάποιος άλλος είχε καταθέσει πριν, τότε αυτός ο άλλος σηκώνονταν όρθιος – είτε μόνος του, αυθόρμητα, είτε μετά από κλήση του εισαγγελέα – και τότε το ζήτημα θα γίνονταν αντικείμενο αντιπαράθεσης με διασταυρούμενα πυρά ερωτήσεων-απαντήσεων, ισχυρισμών και κόντρα ισχυρισμών. Μήνες πρόβας απ’ τους καλύτερους ηθοποιούς δεν θα μπορούσε να καταστήσει ικανούς τους συμμετέχοντες σε ένα τέτοιο διαγωνισμό ν’ αντέξουν παραπάνω από δέκα λεπτά χωρίς ν’ αποκαλύψουν τον ψεύτικο χαρακτήρα του. Ούτε κανένας σκηνοθέτης θα διακινδύνευε την διάλυση της φάρσας επιτρέποντας να παιχτεί πιο γρήγορα. Η υιοθέτηση αυτής της διαδικασίας (συνηθισμένης, φυσικά, στη Σοβιετική Ένωση) χωρίς κανένας απ’ τους πιο επίδοξους κριτικούς να εντοπίσει κάποια παρασπονδία, αποτελεί την πιο πειστική απόδειξη της αυθεντικότητας της δίκης. Παρατήρησα, σε μια επιφανή εφημερίδα, τη δήλωση ότι οι κατηγορούμενοι φαίνονταν να επαναλαμβάνουν ένα καλά αφομοιωμένο μάθημα σαν να ήταν υπνωτισμένοι αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πως ο οποιοσδήποτε ανταποκριτής, οσοδήποτε μακριά και αν βρισκόταν απ’ την αίθουσα του δικαστηρίου, θα μπορούσε να σχηματίσει μια τέτοια εντύπωση. Εκτιμώ περισσότερο τον ανταποκριτή μιας Συντηρητικής Κυριακάτικης εφημερίδας στη Μόσχα ο οποίος ανέφερε: «Είναι μάταιο να νομίζει κανείς ότι η δίκη ήταν στημένη και οι κατηγορίες χαλκευμένες. Οι κατηγορίες της κυβέρνησης εναντίον των κατηγορουμένων είναι αυθεντικές».

Ακόμα ένα ουσιαστικό σημείο το οποίο συνηγορεί υπέρ της αυθεντικότητας των ομολογιών είναι η παντελής απουσία εκείνου του χαρακτηριστικού της δικαστικής διαδικασίας στις περισσότερες χώρες (συμπεριλαμβανομένου και της Αγγλίας) όπου είναι συνηθισμένο να προβάλλεται ο ισχυρισμός περί αντικανονικά αποσπώμενων ομολογιών: την προσπάθεια, δηλαδή, του κατηγορουμένου να αναιρέσει το σύνολο ή μέρος της ομολογίας του σε κάποιο στάδιο της δίκης. Θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι όση εξυπνάδα ή θάρρος και αν χρειάζονταν για μια τέτοια αναίρεση, οι κατηγορούμενοι σ’ αυτή την υπόθεση τα είχαν και τα δύο. Και είχαν επίσης, σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ όλους, την εμπειρία ή τη κοινή λογική που απαιτούνταν για να γίνει κατανοητό στους ίδιους ότι για όσο καιρό οι ομολογίες τους παρέμεναν αδιαμφισβήτητες οι πιθανότητες να γλιτώσουν το θάνατο ήταν για τους περισσότερους απ’ αυτούς απειροελάχιστες. Και αξίζει το κόπο να συνειδητοποιήσουμε πόσες ευκαιρίες είχαν για μια τέτοια αναίρεση. Θα μπορούσαν να το κάνουν αμέσως αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο. Αν ήταν στην επιλογή τους ν’ αφήσουν αυτή την ευκαιρία να περάσει, θα μπορούσαν να το κάνουν όταν καθένας απ’ αυτούς εξετάστηκε ξεχωριστά στη διάρκεια των τριών πρώτων ημερών της δίκης. Στη διάρκεια αυτών των εξετάσεων, ο κάθε κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα να σηκωθεί όρθιος και να απευθυνθεί στο δικαστήριο, ενώ κάποιος άλλος κατηγορούμενος ήταν στην πραγματικότητα υπό εξέταση, σχεδόν όποτε και για όσο ήθελε προκειμένου να διευκρινίσει, να αντικρούσει, να επαυξήσει ή να τροποποιήσει. Επίσης, στο τέλος αυτών των εξετάσεων – και πριν την τελική αγόρευση του εισαγγελέα – καθένας απ’ τους δεκαέξι κατηγορουμένους κλήθηκε, σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, για την απολογία του. Απ’ τη στιγμή, βέβαια, που δεν απολογούνταν, με τη στενή έννοια για κάτι, και δεδομένου ότι η σοβιετική διαδικασία, κατά γενικό κανόνα, δίνει πάντα στους κατηγορουμένους το δικαίωμα να έχουν τον τελευταίο λόγο, ήταν αρκετά φυσικό και λογικό να προτιμήσουν να μην πουν τίποτα σ’ αυτό το στάδιο όταν ο εισαγγελέας θα είχε κάθε ευκαιρία ν’ απαντήσει σε οτιδήποτε δήλωναν αλλά να κρατήσουν αυτά που ήθελαν να πουν για το τέλος. Και τότε, λοιπόν, όταν ο εισαγγελέας είχε ολοκληρώσει την τελική αγόρευσή του – που ήταν σθεναρή σε περιεχόμενο μολονότι ήρεμη και συγκρατημένη σε μορφή – καθένας απ’ τους δεκαέξι είχε το δικαίωμα του τελευταίου λόγου, το δικαίωμα ν’ απευθυνθεί στο δικαστήριο ελεύθερα και για όσο χρόνο ήθελε. Φυσικά, άσκησαν αυτό το δικαίωμα. Μερικοί μίλησαν σύντομα, άλλοι περισσότερο. Μερικοί απευθυνθήκαν στο δικαστήριο, όπως είχαν καθήκον να κάνουν, ενώ άλλοι, με αρκετή ειλικρίνεια, γύρισαν την πλάτη προς την έδρα και απευθυνθήκαν προς το κοινό που βρίσκονταν στην αίθουσα του δικαστηρίου χωρίς να εγκληθούν στην τάξη επειδή έκαναν κάτι τέτοιο. Οι διακοπές αυτών των ομιλιών απ’ τον εισαγγελέα ή το δικαστήριο δεν ανάλωσαν ούτε το ένα δέκατο του χρόνου. Εάν, με όλες τις παραπάνω διαδοχικές ευκαιρίες, αυτοί οι πολυμήχανοι, έμπειροι και γενναίοι άντρες (ανεξάρτητα απ’ τα εγκλήματά τους) ούτε που υπονόησαν να αποσύρουν κάποιο μέρος της ομολογίας τους (εκτός απ’ τον Χόλτζμαν ο οποίος, όπως ο Σμιρνόφ, δήλωσε εξαρχής ότι αρνείται άμεση συνέργεια σε τρομοκρατικές ενέργειες μολονότι το είχε παραδεχτεί κατά την διάρκεια της ανάκρισης) ή ότι κάτι ακατάλληλο είχε συμβεί κατά την προσαγωγή τους. Και ας θυμηθούμε ότι αν είχε επιστρατευτεί το παλιομοδίτικο κόλπο με το οποίο προκαλείς τον Α να ομολογήσει λέγοντάς του ο Β ήδη ομολόγησε και το οποίο δεν είχε εντοπιστεί έγκαιρα, θα είχε εντοπιστεί αναπόφευκτα στην ακροαματική διαδικασία. Και αν, πάνω απ’ όλα, αυτή η στάση της μη απόσυρσης των ομολογιών συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της δίκης οπότε ο εισαγγελέας ζήτησε με έμφαση την θανατική ποινή για όλους τους κατηγορουμένους και η φύση της υπόθεσης έκανε αδύνατη τη διατήρηση κάποιων ελπίδων για επιείκεια – εκτός ίσως για έναν ή δύο απ’ αυτούς – τότε το αβίαστο συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι ομολόγησαν επειδή ήταν ένοχοι και χωρίς τη χρήση απειλών, υποσχέσεων ή ανακριτικών μεθόδου τρίτου βαθμού. Πως δικαιολογείται τότε ο ισχυρισμός ενόσο γνωστού επικριτή ότι οι ομολογίες ήταν «άχρηστες για τις περιστάσεις». Μα οι ίδιες οι περιστάσεις, πάνω απ’ όλα, δείχνουν ότι πρέπει να είναι αυθεντικές. Γιατί δεν θα πρέπει να υποθέσουμε, για ανθρώπους σαν κι’ αυτούς, ότι ο λόγος που δεν είπαν τίποτα εναντίον της κυβέρνησης και εναντίον των ανακριτών, ούτε τίποτα υπέρ των ίδιων (εννοεί: των κατηγορουμένων), είναι ότι δεν υπήρχε τίποτα να ειπωθεί; Και για να έχουμε καλό ερώτημα, πού υπάρχει κάποια βάση για τον κατηγορηματικό ισχυρισμό, ο οποίος προέρχεται από μια πολύ διακεκριμένη πλευρά, ότι «οι ομολογίες αποσπάστηκαν με μέσα που δεν έχουν ακόμη αποκαλυφθεί»; Καταλαβαίνω ότι είναι δυνατόν να λαμβάνεται ως δεδομένο, και χωρίς απόδειξη, ότι οι «ομολογίες αποσπάστηκαν», γιατί η εμπειρία μου έχει δείξει πόσο περίεργα μπορεί να επιχειρηματολογούν ακόμα και έξυπνοι άνθρωποι. Αλλά προς τί αυτό το παράπονο για το ότι «δεν έχουν αποκαλυφθεί»; Οι κατηγορούμενοι, φυσικά, θα μπορούσαν να έχουν αποκαλύψει πώς έγινε και ομολόγησαν. Και πραγματικά, στην ουσία, αποκάλυψαν ότι ομολόγησαν γιατί ήταν ένοχοι και δε μπορούσαν να αποφύγουν την καταδίκη. Αλλά, προφανώς, ο παραπάνω επικριτής έχει την απαίτηση να δημοσιευτούν μέσα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την ανάκριση. Αποτελεί, όμως, μέρος των καθηκόντων των δικαστικών αρχών να δημοσιεύουν εκθέσεις που να περιγράφουν επακριβώς πώς διενεργήθηκαν οι προκαταρκτικές ανακρίσεις για τις οποίες εκείνοι που έχουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και την καλύτερη πληροφόρηση, δηλαδή οι κατηγορούμενοι, δεν έχουν κανένα παράπονο; Μπορεί να μας αναφέρει κάποια χώρα στην οποία τούτο έχει γίνει ή έστω απαιτηθεί; Είναι πολύ έμπειρος και ευφυής για να κάνει παρατηρήσεις που δεν έχουν κανένα νόημα αλλά δυσκολεύομαι πολύ να καταλάβω ποιό είναι το νόημα αυτής της παρατήρησης.

Αλλά δεν αναφέρθηκαν όλοι οι λόγοι απόρριψης αυτών των κριτικών. Απομένει μια απάντηση που απαιτεί κάποια προσοχή για να διατυπωθεί και να κατανοηθεί αλλά, τούτης δοθείσας, είναι τόσο πειστική όσο οποιαδήποτε άλλη. Αυτή η απάντηση βρίσκεται στην μελέτη του λίγο-πολύ πρόσφατου παρελθόντος τεσσάρων εκ των κατηγορουμένων: του Ζινόβιεφ, του Κάμενεφ, του Γιεβντοκίμοφ και του Μπακάγιεφ. Τα γεγονότα αυτού του παρελθόντος δείχνουν πως αυτοί οι τέσσερις άνδρες κατείχαν, και σε πολύ σημαντικές περιστάσεις εφάρμοσαν, την σοφή τακτική – όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με στοιχεία που ξεκάθαρα τους εμπλέκουν – να ομολογήσουν ανοικτά μόνο ότι δεν μπορούσαν να αποφύγουν και τίποτα παραπάνω, ανεξάρτητα απ’ το πόσα περισσότερα μπορεί να είχαν διαπράξει στην πραγματικότητα.

Στη παρούσα υπόθεση, φυσικά, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τα στοιχεία, ομολόγησαν όλοι ότι εμπλέκονται στην δολοφονία το Κίροφ στο Λένινγκραντ τον Δεκέμβριο του 1934 αλλά είναι σημαντικό να παρακολουθήσουμε, βήμα προς βήμα, το ιστορικό της αποκάλυψης της ενοχής τους και την ομολογία της. Η πρώτη δίκη για τον θάνατο του Κίροφ διεξάχθηκε στις 25 Δεκεμβρίου 1934 με βάση τις κατηγορίες εναντίον του φυσικού και δεκατριών άλλων ατόμων που εμπλέκονταν άμεσα. Αυτές οι κατηγορίες δεν αφορούσαν κανένα από τους τέσσερις προαναφερόμενους (Ζινόβιεφ, Κάμενεφ, Γιεβντοκίμοφ και του Μπακάγιεφ) διότι δεν προέκυψαν ενοχοποιητικά στοιχεία εις βάρος τους – μολονότι έγιναν έρευνες σχετικά με τις δραστηριότητές τους. Ας κάνουν μια παύση και ας αναλογιστούν τη βαρύτητα αυτών των γεγονότων οι πιο ένθερμοι απ’ τους επικριτές της παρούσας δίκης. Αν οι απόψεις οι οποίες εκφράζουν για τη σοβιετική δικαστική διαδικασία με τόση ευκολία, αλλά χωρίς καμία προφανή βάση, ήταν ορθές, αν ο Στάλιν και οι συνεργάτες του ήταν το είδος ανθρώπων που θα οργάνωναν μια συνομωσία προκειμένου να εξασφαλίσουν τη δικαστική δολοφονία των παλιών αντιπάλων τους και αν οι ομολογίες μπορούσαν να αποσπαστούν τόσο εύκολα όσο υποστηρίζουν, τότε μια μικρή «λεπτομέρεια», όπως η έλλειψη στοιχείων, σίγουρα δεν θα αποθάρρυναν τις διωκτικές αρχές σ’ εκείνο το στάδιο. Υποψιάζονταν τους τέσσερις άνδρες. Η ομολογία, η καταδίκη και η τιμωρία τους, εκείνη τη χρονική στιγμή, θα είχε την μεγαλύτερη δυνατή αξία από άποψη γοήτρου και προπαγάνδας. Και η στιγμή ήταν, ψυχολογικά, η πιο κατάλληλη για ασυνείδητα άτομα να μεθοδεύσουν την εξάλειψη της αντιπολίτευσης. Τέτοια άτομα, όπως ισχυρίζονται οι επικριτές ότι ήταν και ο Στάλιν, δεν θα δίσταζαν ούτε για μια στιγμή. Θα είχαν αποσπάσει μια ομολογία, που ήταν κάτι αρκετά απλό να γίνει. Χρειάζονταν μόνο μια υπόσχεση για επιείκεια ή κάποιο άλλο απλό κόλπο όπως να τους πουν ότι κάποιος μεταξύ τους είχε ομολογήσει. Μια δόση του περίφημου φαρμάκου – που επινοήθηκε από έναν απ’ τους πιο αδίστακτους συκοφάντες στον καιρό της δίκης της Metro-Vickers - που ανάγκαζε τους ανθρώπους να πουν την αλήθεια, ψέματα ή οτιδήποτε άλλο. Λίγος υπνωτισμός ή λίγα βασανιστήρια ή μια απλή χάλκευση στοιχείων. Τίποτε δεν φαινόταν να ήταν δυνατό να τους εμποδίσει να κάνουν οτιδήποτε απ’ όλα αυτά παρά μόνο η επιθυμία να διεξάγουν μια δίκαιη και κανονική δίκη. Παρόλα αυτά, οι σοβιετικές αρχές, ακριβώς σαν να ήταν πολιτισμένοι άνθρωποι, μην έχοντας κανένα στοιχείων εναντίον των τεσσάρων ανδρών, δεν τους απήγγειλαν καμία κατηγορία. Και αφού δεν υπήρχαν στοιχεία με τα οποία να έρθουν αντιμέτωποι, οι τέσσερις δεν ομολόγησαν φυσικά. Ο Ζινόφιεβ, μάλιστα έστειλε στην Πράβδα μια κάπως υμνητική νεκρολογία για τον άνθρωπο στο φόνο του οποίου αργότερα ομολόγησε συνενοχή χωρίς να δημοσιευτεί. Λίγο, όμως, μετά τη δίκη των δεκατεσσάρων ατόμων, οι ανακριτικές αρχές ανακάλυψαν επιπλέον στοιχεία και στις 13 Ιανουαρίου του 1935 οι τέσσερις άνδρες, μαζί με άλλους, κατηγορήθηκαν για το έγκλημα της συμμετοχής στο «Κέντρο της Μόσχας», μια τρομοκρατική οργάνωση που βρίσκονταν σ’ επαφή με το «Κέντρο του Λένινγκραντ» το οποίο ήταν υπεύθυνο για την δολοφονία του Κίροφ. Δεν υπήρχε ακόμα τίποτα για να δείξει ότι κάποιος από αυτούς είχε είτε συναινέσει είτε δώσει οδηγίες για τη δολοφονία. Και, αντιμέτωποι με τα τότε διαθέσιμα στοιχεία, οι τέσσερις άνδρες σκόπιμα, και χωρίς αμφιβολία πολύ σοφά, ομολόγησαν ότι θα μπορούσε να αποδειχθεί και πολύ λιγότερο, βέβαια, από ό, τι στη συνέχεια ανακαλύφθηκε. Και δεν καταδικάστηκαν καν σε θάνατο, όπως θα μπορούσε να είχε γίνει, αλλά σε φυλάκιση. Όσον αφορά τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, δεν θα ήταν άδικο να αποδώσουμε αυτή την επιείκεια στο σεβασμό στις υπηρεσίες τους προς την επανάσταση αλλά θα πρέπει τότε να θυμίσουμε ότι τούτη όπως και άλλες περιπτώσεις επιείκειας προς αυτούς τους δύο άνδρες και τους συνεργάτες τους δεν συμβιβάζονται με τον ισχυρισμό ότι αναζητούνταν δικαιολογίες για να τους εξολοθρεύσουν. Πότε, ίσως, δεν είχαν λιγότερη πολιτική βαρύτητα ως σοβαρή αντιπολίτευση – ανεξάρτητα απ’ την επικινδυνότητα τους ως υποκινητές ατομικών δολοφονιών – απ’ ότι είχαν το 1936. Δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητήσει κανείς ούτε την αυθεντικότητα των ομολογιών τους τον Ιανουάριο του 1935 ούτε την ορθότητα των ανακρίσεων που οδήγησαν σ’ αυτές. Και αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί τέτοιες αμφιβολίες πρέπει να εκφράζονται για τις ομολογίες του 1936 ή για τις μεθόδους απόκτησής τους. Οι ομολογίες τους, λοιπόν, φαίνεται ν’ αποτελούν μέρος μια συνετής τακτικής που ακολουθήθηκε συστηματικά από ψύχραιμους και καθαρά σκεπτόμενους ανθρώπους: αφήνουν, δηλαδή, τους ανακριτές να τους δείξουν ,τι μπορεί να στοιχειοθετηθεί και αυτοί θα ομολογήσουν αυτό ακριβώς και τίποτα περισσότερο.

συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: