Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση (1953-1990) μέρος στ’ (Η εμπορευματική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης της περιόδου των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ: μια πλέρια και οριστικά καπιταλιστική οικονομία)

Συνέχεια από το:
Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση (1953-1990) μέρος ε’ (η εργατική τάξη τη χρουστσο-μπρεζνιεφική περίοδο δεν ήταν πλέον ιδιοκτήτης-κάτοχος των μέσων Παραγωγής)

Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση (1953-1990)
12. Η εμπορευματική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης της περιόδου των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ: μια πλέρια και οριστικά καπιταλιστική οικονομία
Το πισωδρομικό προτσές της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση που εγκαινιάστηκε, αμέσως μετά το θάνατο-δολοφονία του Ιωσήφ Στάλιν, με την ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου σ΄ αυτή απ’ την προδοτική σοσιαλδημοκρατική ομάδα των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ, υπήρξε ένα πολυσύνθετο και εξαιρετικά πολύπλοκο προτσές συγκροτημένο από τις καπιταλιστικού χαρακτήρα οικονομικές μεταρρυθμίσεις και σειρά αλληλοσυνδεόμενα και αλληλοσυμπληρούμενα μέτρα που είχαν ως κεντρικό σκοπό και μοναδικό στόχο: την πλήρη εξάλειψη του σοσιαλισμου-κομμουνισμού και την ολοκληρωτική αποκατάσταση του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος.
Η ανάλυση της πραγματοποίησης-εφαρμογής, στην μετά το ΄53 περίοδο, αυτών των μεταρρυθμίσεων στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης με πρωτοβουλία και καθοδήγηση της αντεπαναστατικής αντικομμουνιστικής ηγεσίας των Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ του ΚΚΣΕ – με καθοδηγητικό νήμα την αλάθητη πυξίδα της εξαιρετικά μεγάλης σπουδαιότητας υπόδειξης του Λένιν, σύμφωνα με την οποία για να καθοριστεί-προσδιοριστεί ο «τ ύ π ο ς» μιας οικονομίας «πρέπει φυσικά να παρθούν υπόψη τα βασικά οικονομικά χαρακτηριστικά των υπαρχόντων σχέσεων και όχι οι νομικές μορφές» (Λένιν) – αποδεικνύει, ότι αυτές οι καπιταλιστικού χαρακτήρα οικονομικές μεταρρυθμίσεις οδήγησαν στην πλήρη εξάλειψη των σοσιαλιστικων-κομμουνιστικών σχέσεων Παραγωγής και τη σταδιακή παλινόρθωση του καπιταλισμού που ολοκληρώθηκε (με τη μεταρρύθμιση του 1965) στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 του 20ου αιώνα.
Πιο συγκεκριμένα, και εν συντομία, η προηγηθείσα ανάλυση της οικονομίας της χρουστσο-μπρεζνιεφικής περιόδου καταδείχνει:
πρώτο, στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης κυριαρχεί πλέον η εμπορευματική παραγωγή, η οποία με την επέκταση των Εμπορευματο-Χρηματικών-Σχέσεων γενικεύτηκε και πήρε πλήρη και ολοκληρωμένη μορφή στα τέλη της δεκαετίας του ΄60. Όμως όταν στην οικονομία μιας χώρας κυριαρχεί η εμπορευματική παραγωγή, τότε το σύστημα της σ’ εκείνη την ιστορική περίοδο δεν μπορεί παρά να ήταν ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής – ο οποίος προήλθε απ’ τη σταδιακή αλλά πλήρη παλινόρθωση του καπιταλισμού, παίρνοντας τη θέση του εξαλειφθέντος σοσιαλισμου-κομμουνισμού – αφού, ως γνωστόν, ο καπιταλισμός αποτελεί την τελευταία και ανώτατη μορφή εμπορευματικής παραγωγής: «ο καπιταλισμός είναι η εμπορευματική παραγωγή σε ανώτατο στάδιο εξέλιξης όπου η ίδια η εργατική Δύναμη γίνεται Εμπόρευμα» (Λένιν).
δεύτερο, επιπλέον στην ολοκληρωμένη πια εμπορευματική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης εμφανίστηκαν δυο βασικά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα: 1) η μετατροπή όλων των μέσων Παραγωγής σε Εμπορεύματα, και ακόμα 2) η μετατροπή της εργατικής Δύναμης σε Εμπόρευμα δηλ. εμφανίστηκαν δυο απ’ τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, και ακριβώς γι’ αυτό η τότε οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης ήταν καπιταλιστική, αφού: «σύμφωνα με τη διδασκαλία του Μαρξ, τα ουσιώδη γνωρίσματα του καπιταλισμού είναι (1) η εμπορευματική παραγωγή σαν γ ε ν ι κ ή μορφή της παραγωγής. Το προϊόν παίρνει τη μορφή του εμπορεύματος στους πιο διαφορετικούς κοινωνικούς παραγωγικούς οργανισμούς, όμως στην καπιταλιστική Παραγωγή η μορφή αυτή του προϊόντος της εργασίας είναι γ ε ν ι κ ή και δεν αποτελεί εξαίρεση, δεν είναι μεμονωμένη, τυχαία. Το δεύτερο γνώρισμα του καπιταλισμού (2) είναι ότι εμπορευματική μορφή δεν παίρνει μόνο το προϊόν της εργασίας, αλλά και η ίδια η Εργασία, δηλ. η εργατική Δύναμη του ανθρώπου. Ο βαθμός ανάπτυξης της εμπορευματικής μορφής της εργατικής Δύναμης χαρακτηρίζει το βαθμό ανάπτυξης του καπιταλισμού» (Λένιν).
τρίτο, στην εμπορευματική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης ο νόμος της Αξίας – που είναι νόμος της εμπορευματικής παραγωγής – με την επέκταση της δράσης του στο σύνολο της οικονομίας ρύθμιζε πλέον την παραγωγή, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον καπιταλισμό.
τέταρτο, στην εμπορευματική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης σκοπός της παραγωγής – με την εισαγωγή του καπιταλιστικού Κέρδους σε επίπεδο κρατικών επιχειρήσεων ξεχωριστών εμπορευματοπαραγωγών, κλάδων και γενικά του συνόλου της οικονομίας – είναι πλέον το ανώτατο Κέρδος δηλ. εκείνο που ο Μαρξ αναφέρει σαν ένα απ’ τα τρία (τ’ άλλα δυο αναφέρονται στο παραπάνω απόσπασμα του Λένιν) ουσιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα του καπιταλισμού: «το δεύτερο, που ξεχωρίζει ειδικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι η παραγωγή Υπεραξίας σαν άμεσος σκοπός και καθοριστικό κίνητρο της παραγωγής» (Μαρξ).
πέμπτο, στην εμπορευματική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης επανεμφανίστηκαν και δρούσαν όλοι οι αντικειμενικοί οικονομικοί νόμοι του καπιταλισμού: νόμος της Αξίας ως ρυθμιστής της παραγωγής, νόμος της Υπεραξίας, νόμος εκμετάλλευσης της μισθωτής εργασίας απ’ το Κεφάλαιο, νόμος Ανταγωνισμού και Αναρχίας της παραγωγής, νόμος μέσου ποσοστού Κέρδους-καπιταλιστική «τιμή Παραγωγής» κλπ.
έκτο, στην εμπορευματική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης επανεισάχθηκαν-επανεμφανίστηκαν όλες οι καπιταλιστικές οικονομικές Κατηγορίες: Κέρδος-Αποδοτικότητα-Τόκος-Πρόσοδος-καπιταλιστική «τιμή Παραγωγής», κλπ.
Το σύνολο των παραπάνω χαρακτηριστικών που κυριάρχησαν στην εμπορευματική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης της χρουστσο-μπρεζνιεφικής περιόδου αποτελούν την πιο σαφή έκφραση του καπιταλιστικού χαρακτήρα των σχέσεων Παραγωγής στην οικονομία αυτής της χώρας και του καπιταλιστικού χαρακτήρα της κρατικής-συνεταιριστικής Ιδιοκτησίας, που κατέχονταν-ελέγχονταν συλλογικά απ’ τη νέα μπουρζουαζία μέσω του νέου αστικού κράτους δηλ. του «κράτος όλου του λαού», ενώ συνάμα τεκμηριώνουν επιστημονικά την πλήρη παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση των Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ που ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ΄60, παρά τις αντίθετες αστικές φλυαρίες της χρουστσοφικής σοσιαλδημοκρατίας (διεθνούς και ντόπιας: «Κ»ΚΕ-ΣΥΝ) περί δήθεν ύπαρξης «σοσιαλισμού» μέχρι το 1990, εντελώς αστήρικτοι αντιμαρξιστικοί ισχυρισμοί που διαψεύδονται απ’ την καπιταλιστική πραγματικότητα της Σοβιετικής Ένωσης εκείνης της περιόδου δηλ. την ύπαρξη εμπορευματικής οικονομίας σ’ αυτή μ’ όλα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του καπιταλισμού, τους βασικούς οικονομικούς του νόμους και τις καπιταλιστικές οικονομικές Κατηγορίες .
Ο καπιταλισμός που παλινορθώθηκε στη Σοβιετική Ένωση τη χρουστσο-μπρεζνιεφική περίοδο ήταν ένας κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός ιδιαίτερου τύπου (ως προς το περιεχόμενο ήταν ίδιος με τον καπιταλισμό των Δυτικών χωρών) – ιδιαιτερότητα που συνίστατο κατά πρώτο στην κυριαρχία της κρατικής καπιταλιστικής Ιδιοκτησίας και της συνεταιριστικής καπιταλιστικής Ιδιοκτησίας στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης, με περιορισμένη εμφάνιση της ατομικής καπιταλιστικής Ιδιοκτησίας αρχικά στην Αγροτική οικονομία (στη συνέχεια πήρε πολύ μεγάλη έκταση), ενώ αργότερα επεκτάθηκε και σ’ άλλους τομείς της οικονομίας και κατά δεύτερο στην εμφάνιση-διαμόρφωση ενός κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού προερχόμενου απ’ την κατάργηση του σοσιαλισμου-κομμουνισμού, ενώ στην οικονομία των Δυτικών χωρών του παραδοσιακού καπιταλισμού κυριαρχεί η ατομική καπιταλιστική Ιδιοκτησία με μια περιορισμένης έκτασης κρατική καπιταλιστική Ιδιοκτησία.
Ιδιωτικός καπιταλιστικός τομέας. Στην καπιταλιστική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης ο ιδιωτικός καπιταλιστικός τομέας δεν έμεινε περιορισμένος μόνο στην Αγροτική οικονομία με την εμφάνιση των νέων κουλάκων και καπιταλιστών αλλά επεκτάθηκε στις υπηρεσίες, το εμπόριο, τη βιοτεχνία, τα διάφορα επαγγέλματα ακόμα και τη βιομηχανία, ενώ στο αστικό Σύνταγμα του 1977, όπως προαναφέρθηκε, η ατομική καπιταλιστική Ιδιοκτησία είχε πλέον και επίσημα κατοχυρωθεί.
Το 1978 «στη Σοβιετική Ένωση οι ατομικοί ιδιοκτήτες κατέχουν στην ύπαιθρο περίπου 3,6 εκατ. εκτάρια καλλιεργήσιμης γης. Εφοδιάζουν την αγορά με 28% αγροτικά προϊόντα της συνολικής παραγωγής και με 32% ζωικά προϊόντα». «Ο ιδιωτικός τομέας στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες έχει εξαπλωθεί σημαντικά και στη σφαίρα της βιομηχανίας. Εκεί έχει επεκταθεί στις διάφορες υπηρεσίες αλλά και στην παραγωγή και πώληση βιομηχανικών εμπορευμάτων και προϊόντων βιοτεχνίας, συμπληρώνοντας σε μεγάλο ποσοστό τη δραστηριότητα των κρατικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων. Δεν πρόκειται λοιπόν μόνο για ιδιώτες βιοτέχνες, που ασχολούνται με μικρές υπηρεσίες και εργασίες επισκευών που λίγο αποδίδουν, αλλά για ένα ολόκληρο δίκτυο από καπιταλιστές που οι δραστηριότητές τους ανταγωνίζονται τις κρατικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις. Στους ιδιώτες καπιταλιστές παρέχεται το δικαίωμα να ιδρύουν δικά τους μηχανουργεία, φάμπρικες και τμήματα, που προστατεύονται από το κράτος. Εφοδιάζονται με τα απαιτούμενα μέσα, και οι ιδιοκτήτες μπορούν σήμερα να προσλαμβάνουν μισθωτούς εργάτες δηλ. να εκμεταλλεύονται φθηνή εργατική Δύναμη». «Η εμφάνιση και ανάπτυξη του καπιταλιστικού ιδιωτικού τομέα στην καπιταλιστική Σοβιετική Ένωση και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες είναι αντανάκλαση του καπιταλιστικού εκφυλισμού της οικονομίας τους, στην οποία δρουν με όλη τη δύναμη οι νόμοι του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Αυτός ο τομέας απολαμβάνει της ολόπλευρης υποστήριξης του ρεβιζιονιστικού κράτους, υποστήριξη τόσο νομική όσο επίσης υλική και χρηματική, και αυτός έχει μετατραπεί, δίπλα στον κρατικοκαπιταλιστικό τομέα, σε κυρίαρχο τομέα της οικονομικής ζωής». («Ραδιοφωνικός Σταθμός Τιράνων», 5.4.1978). Το 1977 ο τομέας της καπιταλιστικής ατομικής Ιδιοκτησίας προμήθευε την Αγορά «με 18% του συνολικού αριθμού των προβάτων, 18% των χοίρων και 22% των μοσχαριών. Οι ιδιώτες πουλούσαν 31% του κρέατος και του γάλακτος σε τιμές που ήταν συμφέρουσες γι’ αυτούς. Ακόμα οι ιδιώτες εφοδιάζουν την Αγορά με 34% των λαχανικών 30% των αυγών, 58% πατάτες και άλλα τρόφιμα σε υψηλές τιμές» («Ρ.Σ.Τιράνων», 2.8.1977). «Στη Σοβιετική Ένωση ο ιδιώτης παραγωγός ελέγχει το 65% του εμπορίου λαχανικών, περίπου το 40 % του εμπορίου κρέατος και γάλακτος, και ως 80% του εμπορίου φρούτων, κλπ.» («Ρ.Σ.Τιράνων», 7.4.1976).
13. Η καπιταλιστική οικονομία της χρουστσο-μπρεζνεφικής περιόδου σε παρατεταμένη στασιμότητα και βαθιά κρίση. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση δεν οδήγησε μόνο στην εμφάνιση όλων των χαρακτηριστικών φαινομένων του καπιταλισμού στην οικονομία της, αλλά άνοιξε και το δρόμο μιας παρατεταμένης οικονομικής στασιμότητας, ιδιαίτερα τη Μπρεζνιεφική περίοδο, και «έμπασε» ολόκληρη την κοινωνία της σε έναν χωρίς προηγούμενο αστικό εκφυλισμό και σε μια βαθιά και ολόπλευρη κρίση, μ’ όλες τις γνωστές πληγές της παλιάς παρακμασμένης, σάπιας και ξεπερασμένης αστικής κοινωνίας.
Σ’ αυτή την περίοδο δε σημειώθηκε μόνο μια πολύχρονη γενική οικονομική στασιμότητα αλλά ταυτόχρονα και μείωση του εθνικού Εισοδήματος, πτώση της βιομηχανικής παραγωγής αλλά και της παραγωγικότητας, πράγματα που αναγκάστηκε και ο τότε πρωθυπουργός Αλεξέϊ Κοσσύγκιν, ήδη απ’ το 1965 ακόμα, να ομολογήσει. Στην εισήγησή του στην Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ (Σεπτέμβρης 1965) σημείωνε, ομολογώντας: «πρέπει να διαπιστωθεί, ότι τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε ορισμένη μείωση του εθνικού Εισοδήματος και της βιομηχανικής Παραγωγής… Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας στη βιομηχανία, επίσης σπουδαίος δείχτης μέτρησης της αποτελεσματικότητας της κοινωνικής παραγωγής, έχει επιβραδυνθεί τα τελευταία χρόνια» (Α.Ν.Kossygin: Die Verbesserung der Leitung der Industrie, die Vervollkommenung der Planung und die Verstaerkung der wirtschaftlichen Stimulierung der Industrieproduktion. In: «Die Presse der Sowjetunion», 1965, Nr.113, S.6)
Σ’ ένα σημείωμα του «Ρ.Σ.Τιράνων» (5.11.1975) με τίτλο «Η σοβιετική οικονομία στη δίνη της κρίσης» αναφέρεται σχετικά: «η σοβιετική οικονομία περνάει τα τελευταία χρόνια μια βαριά κρίση. Η μείωση του ποσοστού ανάπτυξης της παραγωγής και της παραγωγικότητας εργασίας σε πολλούς κλάδους της οικονομίας, το χρόνιο φαινόμενο της μη πλήρους απασχόλησης των παραγωγικών δυνατοτήτων, οι αποτυχίες στον τομέα των επενδύσεων Κεφαλαίου, η τάση φρεναρίσματος της τεχνικής προόδου, η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας, ο πληθωρισμός, κλπ. είναι γεγονότα, τα οποία εξόφθαλμα αποδεικνύουν, ότι η οικονομική κατάσταση διαρκώς χειροτερεύει. Όλα αυτά υποδηλώνουν τις καταστροφικές συνέπειες που έχει για την οικονομία της χώρας η ακολουθούμενη από την κυρίαρχη ρεβιζιονιστική κλίκα προδοτική γραμμή. Γενικό χαρακτηριστικό της σοβιετικής οικονομίας είναι η ανωμαλία στην εκπλήρωση των πλάνων. Σε πολλές Δημοκρατίες το γενικό βιομηχανικό πλάνο του προηγούμενου χρόνου και του πρώτου εξαμήνου του 1975 δεν εκπληρώθηκε» («Ρ.Σ.Τιράνων», 5.11.1975).
Για να φανούν καλύτερα οι ολέθριες συνέπειες της παλινόρθωσης του καπιταλισμού και η διαφορά με την περίοδο που στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε σοσιαλισμος-κομμουνισμός ο συντάκτης του μαρξιστικού σημειώματος συγκρίνει τμήματα των δυο περιόδων: «για να γίνουν πιο καθαρές οι καταστροφικές συνέπειες της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη σοβιετική οικονομία, παρουσιάζουμε μια σύγκριση με την περίοδο, όταν ακόμα υπήρξε σοσιαλιστική οικονομία: έτσι το ετήσιο ποσοστό αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής στα χρόνια 1966-1970 ήταν 33% χαμηλότερο από τα χρόνια 1946-1955 και το ετήσιο ποσοστό αύξησης του εθνικού Εισοδήματος κυμαίνονταν την περίοδο 1965-1970 35% κάτω απ’ το επίπεδο των χρόνων 1946-1955, μάλιστα το 1974 ήταν κατά 58% χαμηλότερο» («Ρ.Σ.Τιράνων», 5.11.1975).
Η διεθνής οικονομική κρίση (έναρξη τέλη του ΄73) εκείνης της περιόδου είχε πλήξει και την καπιταλιστική οικονομία της σοβιετικής Ένωσης για την οποία ο συντάκτης σημειώνει: «η μείωση της παραγωγής σαν ένα σπουδαίο χαρακτηριστικό της τωρινής οικονομικής και χρηματιστικής κρίσης, στην οποία είναι βυθισμένος ολόκληρος ο καπιταλιστικός-ρεβιζιονιστικός κόσμος έχει πλήξει βαριά πολυάριθμους κλάδους της σοβιετικής βιομηχανίας και ιδιαίτερα τον τομέα κατασκευής μηχανών, τη χημική βιομηχανία, τη βιομηχανία κατασκευών, την ελαφριά βιομηχανία και παραγωγής ειδών πλατιάς κατανάλωσης… «(«Ρ.Σ.Τιράνων», 5.11.1975).
Στρατιωτικοποίηση της οικονομίας. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού δε μετέτρεψε μόνο τη Σοβιετική Ένωση σε μια καπιταλιστική χώρα αλλά και σε μια ιμπεριαλιστική υπερδύναμη, που μαζί με την άλλη ιμπεριαλιστική υπερδύναμη εκείνης της περιόδου, τις ΗΠΑ, ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, ολόκληρες δεκαετίες, για σφαίρες επιρροής και παγκόσμια ηγεμονία, έχοντας στο ενεργητικό της πολλές και παντοειδείς επεμβάσεις σε διάφορες χώρες του κόσμου, μαζί και δυο ιμπεριαλιστικές στρατιωτικές καταλήψεις χωρών, της Τσεχοσλοβακίας και του Αφγανιστάν.
Από νωρίς η αντιδραστική αντικομμουνιστική-αντισταλινική σοσιαλδημοκρατική ηγεσία των Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ προσανατόλισε την ανάπτυξη της καπιταλιστικής οικονομίας της Σοβιετικής Ένωσης στην κατεύθυνση της στρατιωτικοποίησης. Η στρατικωποίηση της οικονομίας ήταν και είναι ένα απ’ τα κύρια και βασικά χαρακτηριστικά ης οικονομίας όλων των ιμπεριαλιστικών χωρών του πλανήτη.
Σε σημείωμα του «Ρ.Σ.Τιράνων», το 1976, σωστά υπογραμμίζεται: «η στρατιωτικοποίηση καθορίζεται από τη φύση του σοβιετικού σοσιαλιμπεριαλισμού, ο οποίος βρίσκεται σε συνεργασία και ανταγωνισμό με τον ιμπεριαλισμό των ΗΠΑ για παγκόσμια κυριαρχία». Και: «οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές για να πραγματοποιήσουν την ηγεμονική και επεκτατική πολιτική σε διεθνές επίπεδο και τη φασιστική βία στο εσωτερικό καταφεύγουν στις πιο απίθανες μέθοδες, όμως κυρίως στηρίζονται στη δύναμη των όπλων. Αυτό οδήγησε σε ολόπλευρη και μαζική στρατιωτικοποίηση της Σοβιετικής Ένωσης. Η σοβιετική οικονομία είναι προσανατολισμένη στον πόλεμο». «Σύμφωνα με στοιχεία επιστημονικών Οργανισμών διαφόρων χωρών οι στρατιωτικές δαπάνες των σοβιετικών σοσιαλιμπεριαλιστών είναι περίπου 100 δισ ρούβλια, που αποτελούν περίπου το 44% των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού του τρέχοντος έτους. Πάνω από 60% όλων των επιχειρήσεων της Σοβιετικής Ένωσης δουλεύουν σήμερα άμεσα ή έμμεσα για τον πόλεμο» («Ρ.Σ.Τιράνων», 20.10.1976).
Σχετικά με το εμπόριο όπλων : «Οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές επέκτειναν το εμπόριο όπλων εκτός των συνόρων τους. Έχουν γίνει μαζί με τους ιμπεριαλιστές των ΗΠΑ οι μεγαλύτεροι έμποροι όπλων. Από το 1955 όταν η Σοβιετική Ένωση εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην αγορά όπλων, έχει πουλήσει σε άλλες χώρες όπλα αξίας μερικές ντουζίνες δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μόνο το έτος 1974 πούλησε όπλα 5,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων και ξεπέρασε στην πώληση καταδιωκτικών αεροπλάνων ακόμα και τις ΗΠΑ, αποκόμισε τεράστια κέρδη απ’ το εμπόριο τέτοιων θανατηφόρων εργαλείων. Αφού ένα τέτοιο αεροπλάνο φέρει τόσο κέρδος, όσο η πώληση 1000 επιβατικών αυτοκινήτων (Ι.Χ). Σύμφωνα με μερικά στοιχεία διαφόρων πρακτορείων ειδήσεων η Σοβιετική Ένωση ως τα μέσα του περασμένου χρόνου πούλησε πάνω από 14.500 τανκς, περισσότερους από 8.000 πυραύλους εδάφους-αέρος, πάνω από 1.900 αεροπλάνα Μινγκ-21 και άλλα. Αυτούς τους εξοπλισμούς πούλησε κυρίως στις δορυφόρους χώρες της και σε μερικές αναπτυσσόμενες χώρες και από αυτό το εμπόριο αποκόμισε γιγαντιαία κέρδη. Μ’ αυτόν τον τρόπο η Σοβιετική Ένωση προσπαθεί να φορτώσει ένα μέρος της στρατιωτικοποίησης και του εξοπλιστικού ανταγωνισμού στις πλάτες των αδύνατων χωρών, στις πλάτες άλλων λαών. Ταυτόχρονα η Σοβιετική Ένωση προμηθεύει με όπλα και πολλές αντιδραστικές κυβερνήσεις… Επίσης πρέπει να αναφερθεί, οι σοβιετικοί σοσιαλιμπεριαλιστές έχουν γίνει οι βασικοί προμηθευτές των πιο σπουδαίων στρατηγικών πρώτων υλών, όπως πετρέλαιο, υγραέριο, εμπλουτισμένο ουράνιο, νικέλιο, αλουμίνιο, τιτάνιο και διάφορα άλλα για τους ιμπεριαλιστικούς και μιλιταριστικούς κύκλους της Δυτικής Γερμανίας, των ΗΠΑ, Ιαπωνίας κλπ.» («Ρ.Σ.Τιράνων», 13.1.1976)..
Μισθοί – ένταση της εκμετάλλευσης του Προλεταριάτου – ταξική διαφοροποίηση. Η εργατική τάξη στη Σοβιετική Ένωση χάνοντας την πολιτική εξουσία – μετά την ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου και τη νίκη της χρουστσοφικής ρεβιζιονιστικής αντεπανάστασης – και τον έλεγχο-κατοχή των μέσων Παραγωγής μετατρέπεται πλέον σε προλεταριάτο που για να ζήσει και να συντηρηθεί είναι αναγκασμένο να πουλάει την εργατική του Δύναμη.
Η εκμετάλλευση του Προλεταριάτου με την απόσπαση της Υπεραξίας πρωταρχικά στη σφαίρα της Παραγωγής αλλά και συμπληρωματικά στη σφαίρα Διανομής και την αναδιανομή σε επίπεδο φόρων και πληθωρισμού διασφαλίζεται, πέραν των καπιταλιστικών σχέσεων Ιδιοκτησίας, και απ’ το αστικό κράτος «όλου του λαού»: «η εκμετάλλευση και καταπίεση των εργαζομένων μαζών στη Σοβιετική Ένωση οργανώνεται και διευθύνεται απ’ το κράτος. Αυτό εκφράζεται πρώτα απ’ όλα στα δικαιώματα των διευθυντών των επιχειρήσεων και εκείνων των κολχόζ, στη διεύθυνση και στην αγορά και πώληση των μέσων Παραγωγής, καθώς και στις ανάλογες θέσεις εργασίας . Σύμφωνα με ομολογίες του σοβιετικού ρεβιζιονιστικού τύπου υπάρχουν σε 5 μεγάλες πόλεις της Σοβιετικής Ένωσης και σε δυο βιομηχανικά κέντρα της Δημοκρατίας της Λιθουανίας γραφεία που πουλούν και αγοράζουν θέσεις εργασίας. Οι ρεβιζιονιστές διευθυντές αποφασίζουν οι ίδιοι για το ύψος των μισθών και των πριμ, για τις προσλήψεις, τις απολύσεις, ή μέτρα κατά των εργατών, κλπ. Στην παραμικρή αντίσταση των εργατών απαντούν με διάφορες τιμωρίες ως την απόλυση. Στο Χάρκοβο, ένας διευθυντής επιχείρησης στράφηκε κατά 125 εργατών με 233 πειθαρχικά μέτρα και καταδίκασε 350 εργάτες σε χρηματικές ποινές. Σε 292 σοβιετικές επιχειρήσεις απολύθηκαν 70.000 εργάτες, επειδή δεν άντεχαν την καταπίεση. .» («Ρ.Σ.Τιράνων», 13.1.1976)..
Στη Σοβιετική Ένωση «ο βαθμός εκμετάλλευσης των εργαζομένων στην υλική παραγωγή στη χρονική περίοδο 1960-1971 αυξήθηκε κατά 23%» («Ρ.Σ.Τιράνων», 18.8.1977).
Στη χρουστσο-μπρεζνιεφική περίοδο οι διαφορές μισθών μεταξύ εργατών-αγροτών και των μελών της νέας μπουρζουαζίας ήταν τεράστιες: «η καπιταλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση της εργατικής τάξης και των πλατιών λαϊκών μαζών απ’ την ευρισκόμενη στην εξουσία νέα σοβιετική μπουρζουαζία εκδηλώνεται και στη διανομή του Εισοδήματος όπου παρουσιάζεται τεράστια αντίθεση μεταξύ των εργαζομένων και των καπιταλιστών διευθυντών επιχειρήσεων. Ενώ ο μέσος μηνιάτικος μισθός ενός εργάτη φθάνει τα 70 ρούβλια και ενός αγρότη τα 35 ρούβλια, ο μισθός του διευθυντή είναι περίπου 15 φορές υψηλότερος, χωρίς να συνυπολογίζονται τα άλλα έσοδα που παίρνουν σε μορφή πριμ, προνομίων και άλλων πρόσθετων. Ο διευθυντής μιας επιχείρησης ηλεκτρικών λαμπτήρων στη Μόσχα παίρνει 1.000 ρούβλια ως μηνιάτικες αποδοχές, ενώ ο μισθός ενός εργάτη κυμαίνεται μεταξύ 60-80 ρούβλια….. Οι διευθυντές των επιχειρήσεων έχουν το δικαίωμα να καθορίζουν, ανάλογα με τις επιθυμίες τους, τους μισθούς των εργατών. Με διάφορα προσχήματα πιέζουν προς τα κάτω τους μισθούς ή δε δίνουν στους εργάτες καθόλου πριμ. Σύμφωνα με τη στατιστική τα 82% των χρηματικών μέσων τα οποία δόθηκαν στις πρώτες 704 επιχειρήσεις, που εφάρμοσαν το νέο «Schtekino-σύστημα» αύξησης ρυθμού εργασίας, δηλ εισήγαγαν την κτηνώδη καταπίεση των εργατών, μοιράστηκαν με τη μορφή των πριμ στους διευθυντές, τους μηχανικούς και τους τεχνικούς και μόνο 12 % αυτών των μέσων χρησιμοποιήθηκαν σαν «υλικό κίνητρο» για τους εργάτες. Είναι λοιπόν αυτονόητο ότι οι υψηλοί μισθοί και τα παχυλά πριμ των διευθυντών των σοβιετικών καπιταλιστικών επιχειρήσεων προέρχονται από την Υπεραξία που δημιουργούν οι εργάτες» («Ρ.Σ.Τιράνων», 13.1.1976). «Ανάλογα με τη θέση που έχουν στο γραφειοκρατικό σύστημα του σοβιετικού ρεβιζιονιστικού κόμματος και του κράτους, τα κομματικά στελέχη, οι ανώτατοι υπάλληλοι, οι τεχνοκράτες, οι διευθυντές επιχειρήσεων και άλλοι αμείβονται με το 10-25πλάσιο του μέσου μισθού ενός εργάτη. Αυτό ισχύει και για τα κολχόζ που οι διαφορές μισθών κυμαίνονται 1:30» («Ρ.Σ.Τιράνων», 4.2.1978).
«Οι νέοι μπουρζουάδες έχουν εξασφαλίσει παχυλούς μισθούς, οι οποίοι είναι 10πλάσιοι ως 15πλάσιοι των σοβιετικών εργατών και αγροτών. Έτσι ο μισθός ενός διευθυντή επιχείρησης είναι 1000 ρούβλια, οι μισθοί καθηγητών, δοκτόρων επιστημών και άλλων φτάνουν τα 2.000 ως 3.000 ρούβλια, που όλοι τους περνούν μια πολυτελή ζωή με αυτοκίνητα, βίλες κλπ.» («Ρ.Σ.Τιράνων», 13.2.1976). Ενώ η κατάσταση του προλεταριάτου και των πλατιών λαϊκών μαζών χειροτέρευε διαρκώς όχι μόνο εξαιτίας της έντασης της εκμετάλλευσης και της αύξησης των τιμών και φόρων, αλλά και εξαιτίας της μη εκπλήρωσης των πλάνων και της πτώσης της παραγωγής και των συνεχών, πρωτοφανούς έκτασης, μεγάλων ελλείψεων ειδών πλατιάς κατανάλωσης (κρέας, βούτυρο, ζυμαρικά, λαχανικά, πατάτες, κλπ ), η νέα μπουρζουαζία ζούσε σε προκλητική χλιδή: «παρόλο που τα αναγκαία εμπορεύματα για τους απλούς ανθρώπους λείπουν, η νέα μπουρζουαζία επενδύει μεγάλα ποσά για την οικοδόμηση υπερπολυτελών ξενοδοχείων, αρχίζοντας από εκείνα για τις καπιταλιστικές φίρμες στο κέντρο της Μόσχας ως τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας για τους πλούσιους του εσωτερικού και του εξωτερικού, για την οικοδόμηση εργοστασίων για να παράγουν Pepsi-Cola και είδη πολυτελείας, υπερπολυτελείς λιμουζίνες και σκάφη. Τα πλάνα παραγωγής γι’ αυτά τα είδη και για την κατασκευή παρόμοιων έργων εκπληρώνονται πάντοτε στην ώρα τους» («Ρ.Σ.Τιράνων», 8.10.1975).
Τη χρουστσο-μπρεζνιεφική περίοδο στην αστική κοινωνία της Σοβιετικής Ένωσης σημειώθηκε μια έντονη και με ταχείς ρυθμούς ταξική διαφοροποίηση: «η σοβιετική καπιταλιστική οικονομία, που έχει εγκαθιδρυθεί στη βάση των καπιταλιστικών οικονομικών νόμων και λειτουργοί σύμφωνα με αυτούς υπηρετεί ως βάση μιας συνεχούς ισχυρότερης ταξικής διαφοροποίησης στην καπιταλιστική κοινωνία. Το προτσές της ταξικής διαφοροποίησης στη Σοβιετική Ένωση προχωρά με ταχύτητα. Από τη μια πλευρά συγκεντρώνονται όλα τα στοιχεία που αποτελούν τη νέα σοβιετική μπουρζουαζία, όπως υψηλά στελέχη του ρεβιζιονιστικού κόμματος και του ρεβιζιονιστικού κράτους, η γραφειοκρατικο-στρατιωτική κάστα, τεχνοκράτες κλπ. που παίρνουν υψηλούς μισθούς και παχυλά πριμ και ζουν εκφυλισμένη και πολυτελή ζωή, και από την άλλη πλευρά βρίσκονται οι εργαζόμενες μάζες της πόλης και της υπαίθρου. Εκατομμύρια σοβιετικοί άνθρωποι, κυρίως στην ύπαιθρο, ζουν κάτω από το όριο φτώχιας. Στη Σοβιετική Ένωση υπάρχουν 25.000.000 άνθρωποι με πολύ υψηλό βιοτικό επίπεδο, 68.000.000 ζουν κάτω από το όριο φτώχιας που έχουν οι ίδιοι οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές καθορίσει. Ένα ολόκληρο σύστημα φόρων που εισήγαγε η ευρισκόμενη στην εξουσία νέα σοβιετική μπουρζουαζία, βαρύνει τις πλάτες των σοβιετικών εργαζομένων από τους οποίους αφαιρεί 11% του εισοδήματός τους» («Ρ.Σ.Τιράνων», 13.1.1976)..
Στη δεκαετία του ΄80, η παρατεταμένη στασιμότητα της οικονομίας, ο απαρχαιωμένος εξοπλισμός των καπιταλιστικών κρατικών επιχειρήσεων, η μεγάλη άνθηση της παραοικονομίας, η εικονική «εκπλήρωση» των πλάνων Παραγωγής στη βιομηχανία και την Αγροτική οικονομία, η συστηματική νόμιμη και παράνομη αρπαγή-κλοπή της κρατικής περιουσίας, η μεγάλη ταξική διαφοροποίηση με τη δημιουργία δισεκατομμυριούχων, οι δυσθεώρητες στρατιωτικές δαπάνες, η τεράστια αιμορραγία του ιμπεριαλιστικού πολέμου στο Αφγανιστάν, κλπ., όξυναν στο έπακρο τη βαθιά και ολόπλευρη κρίση που διέρχονταν η καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική Σοβιετική Ένωση και οδήγησαν σε πλήρη χρεοκοπία και κατάρρευση, την καπιταλιστική της οικονομία.
Αυτή η αδιέξοδη και καταστροφική κατάσταση οδήγησε και στην απόφαση της νέας αντικομμουνιστικής ηγετικής ομάδας του αστικού ΚΚΣΕ, μ’ επικεφαλής το «αγαπημένο παιδί» της αντισταλινικής σοσιαλδημοκρατικής μπρεζνιεφικής κλίκας, τον προδότη Γκορμπατσόφ, να προχωρήσει στις νέες καπιταλιστικές μεταρρυθμίσεις της διαβόητης «Περεστρόϊκα» που δεν ήταν «επανάσταση μέσα στην επανάσταση», όπως διατείνονταν ξένοι και ντόπιοι χρουστσοφικοί σοσιαλδημοκράτες, αλλά αντεπανάσταση μέσα στη ρεβιζιονιστική αντεπανάσταση. Η εφαρμογή αυτών των νέων μεταρρυθμίσεων εγκαινίασε, σε οικονομικό επίπεδο, το πέρασμα απ’ τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό ιδιαίτερου τύπου, που ως τότε κυριαρχούσε στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης, στον κλασικό καπιταλισμό της ατομικής ιδιοκτησίας των Δυτικών καπιταλιστικών χωρών και σε πολιτικό επίπεδο το πέρασμα απ’ το αστικό μονοκομματικό σύστημα στο αστικό πολυκομματικό σύστημα των Δυτικών καπιταλιστικών χωρών.
Έτσι στη δεκαετία του ΄80 η Σοβιετική Ένωση αντί να φτάσει στον «κομμουνισμό» - όπως διατείνονταν ψευδόμενη συνειδητά η προδοτική αντικομμουνιστική κλίκα των Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ την ίδια στιγμή που κατεδάφιζε το σοσιαλισμό – κατέληξε, όπως ήταν αναμενόμενο για τους επαναστάτες μαρξιστές δηλ. τους λενινιστές-σταλινιστές, στην πλήρη κατάρρευση του παλινορθωμένου καπιταλισμού, που η ίδια η σοσιαλδημοκρατική ηγετική ομάδα είχε προωθήσει και εγκαθιδρύσει και που δημαγωγικά, για εξαπάτηση της εργατικής τάξης και των λαών, παρουσίαζε ως «πραγματικό σοσιαλισμό», και στην οριστική διάλυσή της και ως κράτος στα τέλη της δεκαετίας του ΄80.
Ολοκληρώνοντας μ’ αυτό το σύντομο σημείωμα την ανάλυση – απ’ τη σκοπιά του επαναστατικού μαρξισμού δηλ. του λενινισμού-σταλινισμού – του προτσές της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και τη συντομότατη αναφορά στην καπιταλιστική οικονομία της χρουστσο-μπρεζνιεφικής περιόδου – αναφορά προφανώς ελλιπέστατη για ένα τόσο μεγάλο και σημαντικό θέμα – μα ολωσδιόλου αναγκαία για την κατανόηση αυτής της περιόδου, ας δοθεί συμπληρωματικά και μια ελάχιστη, εντελώς αποσπασματική και απλή καταγραφή (χωρίς ανάλυση) των τυπικών φαινομένων του καπιταλιστικού συστήματος που αναπόφευκτα εμφανίστηκαν στην καπιταλιστική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης της χρουστσο-μπρεζνιεφικής περιόδου, όπως κρίση, ανεργία, πληθωρισμός, υψώσεις τιμών, ακρίβεια, στασιμότητα, μείωση της παραγωγής, κλείσιμο επιχειρήσεων κλπ., αλλά και όλων των πληγών της παρακμασμένης και σάπιας αστικής κοινωνίας, όπως εγκληματικότητα, αλκοολισμός, πορνεία, ναρκωτικά, συμμορίες, κλπ.
***
Στο δυτικό αστικό τύπο αλλά και στο ρεβιζιονιστικό της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων ανατολικών καπιταλιστικών χωρών υπάρχει πληθώρα δημοσιευμάτων που αναφέρονται στην ύπαρξη των χαρακτηριστικών για τον καπιταλισμό φαινομένων στην καπιταλιστική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης και των πληγών της νέας αστικής κοινωνίας αυτής της χώρας. Εδώ παρουσιάζονται, κυρίως για πληροφόρηση των νεώτερων, πολύ περιορισμένα μόνο ορισμένα αποσπάσματα απ’ τα πολυπληθή σχόλια του «Ραδιοφωνικού Σταθμού Τιράνων» – απλά ως καταγραφή αυτών των υπαρκτών φαινομένων – που παρακολουθούσε συστηματικά τις εξελίξεις στην καπιταλιστική οικονομία και την αστική κοινωνία της Σοβιετικής Ένωσης, σχολιάζοντας-κρίνοντας από μαρξιστική σκοπιά αυτά τα φαινόμενα.
Κρίση. Η οικονομική κρίση στα τέλη του 1973 που κράτησε αρκετά χρόνια και συνδέονταν στενά με την ενεργειακή και την κρίση πρώτων υλών αλλά και τη χρηματιστική κρίση έπληξε τότε και την καπιταλιστική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης. Εκδηλώθηκε με μείωση της παραγωγής στη βιομηχανία και την αγροτική οικονομία, οδήγησε σε μεγάλη αύξηση του πληθωρισμού, σε αύξηση των ελλειμμάτων του κρατικού προϋπολογισμού και του εμπορικού ισοζυγίου. «Το 1975 άλλος ένας χρόνος, στην πορεία του οποίου οι, υπό την κυριαρχία των ρεβιζιονιστών προδοτών, πλατιές εργαζόμενες μάζες των λαών βρέθηκαν εκτεθειμένες στην βάρβαρη καταπίεση και εκμετάλλευση. Κρίσεις και παντοειδεις δυσκολίες, πληθωρισμός και αυξήσεις τιμών, ανεργία και μετακίνηση των εργατικών δυνάμεων, ακρίβεια και έλλειψη εμπορευμάτων στην αγορά, έλλειψη κατοικιών και άλλα παρόμοια τυπικά για το καπιταλιστικό σύστημα φαινόμενα εκδηλώνονται με νέα δύναμη στη Σοβιετική Ένωση και στις ελεγχόμενες απ’ αυτή χώρες» («Ρ.Σ.Τιράνων», 30.12.1975)..
Στη βιομηχανία (βαριά-ελαφριά) «στο πρώτο εξάμηνο του έτους στη Σοβιετική Ένωση σημειώνεται ισχυρή μείωση της παραγωγής και σε πολλά εργοστάσια και επιχειρήσεις η παραγωγή σταμάτησε εντελώς». Στην αγροτική οικονομία «στο πρώτο εξάμηνο του 1976 στις απέραντες εκτάσεις της Σοβιετικής Ένωσης παράχθηκαν λιγότερα προϊόντα σ’ όλα τα είδη απ’ ότι πριν ένα χρόνο. Τον προηγούμενο χρόνο παράχθηκαν 80 εκατ. τόνοι σιτηρά λιγότερα, ενώ και η ως τώρα συγκομιδή είναι πολύ χειρότερη. Όμως δεν πέφτει μόνο η παραγωγή σιτηρών, στη σοβιετική Αγροτική οικονομία υπάρχουν πολλές αποτυχίες όπως στην παραγωγή πατάτας, παραγωγή φυτικών ελαίων, βαμβακιού, λαχανικών κλπ.» («Ρ.Σ.Τιράνων», 19.9.1976). « Μόνο αυτό το χρόνο η Σοβιετική Ένωση υπολογίζεται να αγοράσει περισσότερο από 30 εκατ. τόνους σιτηρά από τη Δύση, από τα οποία περίπου 18 εκατ. τόνοι από τις ΗΠΑ. Αυτό το γεγονός επιβεβαιώνει τις διαρκείς αποτυχίες της οικονομίας της Σοβ. Ένωσης, ιδιαίτερα στην Αγροτική οικονομία» («Ρ.Σ.Τιράνων», 7.11.1975).
«Αν συγκρίνει κανείς τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα απ’ τη σοβιετική στατιστική προκύπτει ότι η βιομηχανική παραγωγή το 1975 είναι 30 δισ ρούβλια χαμηλότερη απ’ ότι είχε υπολογιστεί. Το εθνικό εισόδημα ήταν τα δυο τελευταία χρόνια χαμηλότερο κατά 13,5 δισ. Η σοβιετική Αγροτική οικονομία δεν παρήγαγε τα τελευταία 5 χρόνια εμπορεύματα αξίας 34 δις ρούβλια. Αυτό αντιστοιχεί περίπου στο 40% της ετήσιας παραγωγής των 5 χρόνων. Το λιανικό εμπόριο δεν προμήθευσε τους καταναλωτές εμπορεύματα αξίας ύψους περίπου 30,3 δισ. ρουβλιών». («Ρ.Σ.Τιράνων», 14.7.1976). Το 1976, πέραν της πτώσης της βιομηχανικής παραγωγής, έπεσε και «η παραγωγή κρέατος κατά 18%, λαδιών φαγητού 24% και γαλακτοκομικών 4%» («Ρ.Σ.Τιράνων», 19.9.1976).
«Σύμφωνα με ειδήσεις πρακτορείων η Σοβιετική Ένωση θα αγοράσει απ’ τις ΗΠΑ άλλους 500.000 τόνους καλαμποκιού … είναι ένα μέρος των 8 εκατ. τόνων που αγοράζει η Σοβιετική Ένωση κάθε χρονιά απ’ τις ΗΠΑ … η διαρκής αγορά σιτηρών απ’ τις ΗΠΑ και τις άλλες καπιταλιστικές χώρες δείχνει τη βαθιά κρίση, που έχει πλήξει και τη σοβιετική Αγροτική οικονομία, αυτό το σπουδαίο τομέα της οικονομίας της Σοβιετικής Ένωσης». («Ρ.Σ.Τιράνων», 27.4.1978).
Ανεργία. «Ο πρόεδρος του τμήματος της Ακαδημίας Επιστημών της Σιβηρίας, Lavran Ties, δήλωσε πριν λίγο, ότι μόνο στη Σιβηρία 900.000 άνθρωποι είναι «μπλοκαρισμένοι», οι οποίοι, σύμφωνα μ’ αυτόν, «τεχνητά» βρίσκονται σε σχέση εργασίας» «(Ρ.Σ.Τιράνων» 28.12.1975).
«Στη σοβιετική καπιταλιστική οικονομία εμφανίζονται όλα τα φαινόμενα και οι συνέπειες τους που χαρακτηρίζουν τις Δυτικές χώρες σε περίοδο κρίσεων. Στη σοβιετική οικονομία υπάρχουν ανεργία, υψώσεις τιμών, πληθωρισμός και μείωση της παραγωγής στους πιο βασικούς κλάδους της οικονομίας. Σήμερα υπάρχουν στη Σοβιετική Ένωση 6.000.000 άνεργοι και μερικά άλλα εκατομμύρια που εργάζονται μόνο 120-180 μέρες το χρόνο. Εξαιτίας της μεγάλης καταπίεσης οι εργάτες εγκαταλείπουν τις θέσεις εργασίας και πυκνώνουν τις γραμμές των ανέργων ή μετακινούνται από εργοστάσιο σε εργοστάσιο. Στους διάφορους κλάδους της οικονομίας αλλάζουν δουλειά το χρόνο περίπου 10 εκατομμύρια εργάτες εξαιτίας της καταπίεσης, δηλ. το 1/10 των ικανών για εργασία. Επίσης 10% των εργατριών εγκαταλείπουν κάθε χρόνο την εργασία» («Ρ.Σ.Τιράνων» 13.1.1976).

Πληθωρισμός-υψώσεις τιμών. Στη διάρκεια της χρουστσο-μπρεζνιεφικής περιόδου στη σοβιετική καπιταλιστική οικονομία σημειώθηκαν υψηλά ποσοστά πληθωρισμού αλλά και συνεχείς αυξήσεις τιμών, ενώ αρχές της δεκαετίας του ΄50, την εποχή του Στάλιν, ανακοινώνονταν κάθε χρόνο μειώσεις τιμών. «Με βάση όχι πλήρη στοιχεία τα τελευταία 13 χρόνια στη Σοβιετική Ένωση αυξήθηκαν οι τιμές κρέατος κατά 29%, μαγειρικών λιπών 28%, λαχανικών 23%, αλεύρων 48%, κλπ.. Αρχές αυτού του χρόνου το πρακτορείο ειδήσεων ΤΑΣΣ παραδέχθηκε ότι τον προηγούμενο χρόνο αυξήθηκαν οι τιμές σε πολλά είδη εμπορευμάτων, κυρίως τροφίμων και ακόμα των υπηρεσιών… Τα γεγονότα δείχνουν, λοιπόν, ότι οι διαρκείς αυξήσεις τιμών στις ρεβιζιονιστικές χώρες είναι η άμεση συνέπεια της αποκατάστασης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Σ’ αυτές τις χώρες δρουν οι καπιταλιστικοί Νόμοι και Κατηγορίες. Οι πλατιές μάζες είναι αντικείμενο διαφόρων μορφών εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Μια απ’ αυτές τις μορφές είναι και οι συνεχείς αυξήσεις τιμών, ένα εντελώς ξένο προς τη σοσιαλιστική κοινωνία φαινόμενο» («Ρ.Σ.Τιράνων» 7.4.1976).

Αν ο πληθωρισμός και οι υψώσεις τιμών αποτελούν για την καπιταλιστική οικονομία αναπόφευκτο φαινόμενο, προϋποθέσεις της ύπαρξης της ατομικής καπιταλιστικής Ιδιοκτησίας και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και επιπλέον μια συνέπεια της οικονομικής κρίσης και μια τάση της αστικής τάξης να αυξήσει το ποσοστό του καπιταλιστικού Κέρδους, αυτά τα φαινόμενα κυριάρχησαν, μετά την καπιταλιστική παλινόρθωση, κατά τη χρουστσο-μπρεζνιεφική περίοδο και στην καπιταλιστική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης: το 1977 ο πληθωρισμός «στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες αυξήθηκε ως και 10%» («Ρ.Σ.Τιράνων» 7.1.1977).
Ξένο κεφάλαιο-εξωτερικό χρέος. Η καπιταλιστική Σοβιετική Ένωση των Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ, πέραν των άλλων, μετατράπηκε και σε «ξέφραγο αμπέλι» διείσδυσης του ξένου μονοπωλιακού κεφαλαίου τόσο με τη μορφή των απευθείας Επενδύσεων στην καπιταλιστική οικονομία αυτής της χώρας (Αμερική, Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία Ιαπωνία, κλπ.) όσο και με τη μορφή δανείων και πιστώσεων από τράπεζες για Επενδύσεις και μαζική εισαγωγή σιτηρών, κλπ.
Ας αναφερθεί μόνο ενδεικτικά μια είδηση από το «Ραδιοφωνικό Σταθμό Τιράνων» για το Ιαπωνικό κεφάλαιο: «το ιαπωνικό κεφάλαιο είναι απ’ τους μεγαλύτερους επενδυτές στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης. Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία ιαπωνικές φίρμες πραγματοποίησαν Επενδύσεις ύψους 450.000.000 δολαρίων σε ανθρακωρυχεία της Σιβηρίας … Οι καπιταλιστές του Τόκιο επενδύουν και επένδυσαν κεφάλαιά τους για την εκμετάλλευση πετρελαίου στη Σαχαλίνη… Για την εκμετάλλευση ορυκτού πλούτου στη Σιβηρία έδωσαν στους ηγέτες του Κρεμλίνου μια πίστωση ύψους 1,2 δισ δολάρια» («Ρ.Σ.Τιράνων» 13.4.1978).
«Τα χρέη της Σοβιετικής Ένωσης απέναντι στα δυτικά μονοπώλια ξεπερνούν το ύψος των 17 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτά τα εξωτερικά χρέη αυξήθηκαν ιδιαίτερα εξαιτίας της μαζικής αγοράς σιτηρών» («Ρ.Σ.Τιράνων», 19.9.1976)
Εγκληματικότητα. «Σαν συνέπεια της παλινόρθωσης του καπιταλιστικού συστήματος και της εξάπλωσης του αστικού τρόπου ζωής το σύνολο της σοβιετικής κοινωνίας γνωρίζει έναν χωρίς προηγούμενο εκφυλισμό. Η σοβιετική μπουρζουαζία ενδιαφέρεται γι’ αυτό. Ενδιαφέρεται και προωθεί την ηθική αποσύνθεση, την εγκληματικότητα, τις συμμορίες, τον αλκοολισμό, την πορνεία, τα ναρκωτικά και διαφόρων ειδών διαφθοράς, ιδιαίτερα στη νεολαία, για να δημιουργηθούν αδίστακτοι άνθρωποι χωρίς ηθικούς φραγμούς και να μετατραπούν σε εγκληματίες, Οι συμμορίες των εγκληματιών και των κακοποιών από αδίστακτους ανθρώπους, από κλέφτες και εκφυλισμένους αποτελούν μια ευνοϊκή στρατιά για τη φασιστική δικτατορία για να μπορεί να πραγματοποιήσει την κυριαρχία της με τρομοκρατικές μέθοδες» («Ρ.Σ.Τιράνων», 20 και 27.2.1976).
Θρησκεία-εκκλησία. «Η καπιταλιστική νέα μπουρζουαζία των ανατολικο-ευρωπαϊκών χωρών, στην πυρετώδη προσπάθειά της να καταπιέσει και να εκμεταλλευτεί τις πλατιές εργαζόμενες μάζες, συνεργάζεται με το στενό σύμμαχό της, την εκκλησία. Η εκκλησία απ’ την πλευρά της διατηρεί μια ολόκληρη στρατιά από παπάδες, που συσκοτίζουν τα μυαλά των μαζών με θρησκευτικά δόγματα… με τη βοήθεια και την ολόπλευρη υποστήριξη του κράτους ανθίζουν στη Σοβιετική Ένωση η θρησκεία και η θρησκευτική ιδεολογία σ’ όλη την αηδιαστική τους μεγαλοπρέπεια. Στη Σοβιετική Ένωση υπάρχουν σε πλήρη δραστηριότητα 20.000 ορθόδοξες, καθολικές και προτεσταντικές εκκλησίες καθώς και συναγωγές και ναοί. Σύμφωνα με την εφημερίδα «Ισβέστια» το ίδιο το κράτος αναλαμβάνει το χτίσιμο των εκκλησιών και άλλων θρησκευτικών ιδρυμάτων. Η σοβιετική εκκλησία εκδίδει πλούσια θρησκευτική λογοτεχνία, η δραστηριότητά της υποστηρίζεται πολύ με τη δημιουργία όλων των προϋποθέσεων ίδρυσης εκδοτικών οίκων. Θρησκευτικές γιορτές, όπως βαπτίσματα, γάμοι, κηδείες, κλπ. οργανώνονται όπως και στην παλιά τσαρική Ρωσία. Στη Μόσχα, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα προάστια, πάνω από 60% των παιδιών βαπτίζονται» («Ρ.Σ.Τιράνων», 24.9.1976).
Την ύπαρξη των 20.000 εκκλησιών δεν αμφισβητούν ούτε οι σοβιετικοί σοσιαλδημοκράτες της μπρεζνιεφικής περιόδου ούτε οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες του «Κ»ΚΕ που από κοινού μας πληροφορούν, «καμαρώνοντας» γι’ αυτές: «στη χώρα μας λειτουργούν πάνω από 20 χιλιάδες ναοί, οίκοι προσευχής και μοναστήρια», ενώ «οι θρησκευτικές Ενώσεις ή κοινότητες … παίρνουν για δωρεάν χρήση το κομμάτι γης, στο οποίο βρίσκεται ο ναός ή ο οίκος προσευχής» («ΕΣΣΔ: 100 ερωτήσεις και απαντήσεις», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», σελ. 119-120, Αθήνα 1978).

2 σχόλια:

antrikos είπε...

Ρε παιδιά, αν οι χώρες του θρησκευτικού σοσιαλισμού μετά το 53 ήταν ρεβιζιονιστικές, δεν θα μπορούσαν να είναι καπιταλιστικές. Διαλέξτε!
Αν έχω χρόνο θα γράψω ένα πιο ολοκληρωμένο σχόλιο σχετικά με την ανεπανάσταση στην ΕΣΣΔ.

Ανώνυμος είπε...

Ρεβιζιονιστικές χώρες δεν υπάρχουν! Οι χώρες είναι καπιταλιστικές ή σοσιαλιστικές. Υπάρχουν ρεβιζιονιστικά κομματα............. έκανες λαθάκι!