Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ (μέρος Γ')


μέρος Α’ | μέρος Β’ | μέρος Γ’

Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΜΕΝΗ ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ  ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Αναφορικά με τη δομή του συνδικαλιστικού κινήματος, ας καταγραφεί η αναλυτική του  εικόνα για να γίνουν κάποιοι σχολιασμοί σε συνέχεια όσων ήδη έχουν αναφερθεί:
«... διακρίνουμε  τις ακόλουθες επιμέρους μορφές που διαμορφώνουν ένα πυραμιδοειδές  σχήμα συνδέοντας τα συνδικάτα της  βάσης με την κορυφή της συνδικαλιστικής  πυραμίδας.
α) Πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις που αποτελούν τα συνδικάτα βάσης και τα οποία είναι δυνατόν να διαμορφώνονται με άξονα:
  • την επιχείρηση (επιχειρησιακά συνδικάτα), όπου τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων απασχολούνται σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση. Ο αριθμός των επιχειρησιακών σωματείων στην Ελλάδα είναι πολύ μικρός, λόγω του ότι κυριαρχεί το μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων (97% των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα δεν υπερβαίνουν σε αριθμό τους 20 απασχολούμενους ώστε να δημιουργηθεί σωματείο.) Αποτέλεσμα αυτής της ιδιαιτερότητας είναι η δημιουργία των επιχειρησιακών συνδικάτων να περιορίζεται σε μεγάλες επιχειρήσεις (συνήθως σ’ εκείνες που απασχολούν περισσότερα από 100 άτομα).
  • τον κλάδο οικονομικής δραστηριότητας (κλαδικά συνδικάτα), όπου τα μέλη των συνδικαλιστικών οργανώσεων απασχολούνται σε πολλές ομοειδείς επιχειρήσεις του ίδιου κλάδου όταν δεν υπάρχει επιχειρησιακό συνδικάτο (π.χ. συνδικάτο μετάλλου Πειραιά).
  • το επάγγελμα ή την επαγγελματική κατηγορία (ομοιεπαγγελματικά συνδικάτα) όπου τα μέλη τους έχουν σαν μόνο κοινό, χαρακτηριστικό γνώρισμα την άσκηση ενός συγκεκριμένου επαγγέλματος, ανεξάρτητα από την επιχείρηση, το είδος ή τον κλάδο της επιχείρησης στην οποία απασχολούνται (π.χ. σωματείο λογιστών Αθήνας). Ο αριθμός των πρωτοβάθμιων οργανώσεων στην Ελλάδα θεωρείται υπερβολικός (2.400 και 1.300 που υπάγονται στη ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ αντίστοιχα) και αποτελούν στοιχείο  πολυκερματισμού των δυνάμεων των συνδικάτων με σοβαρές επιπτώσεις στη συνολική παρέμβαση και αποτελεσματικότητα του συνδικαλιστικού κινήματος. Βέβαια, ο πολυκερματισμός αυτός, που τις αιτίες του θα τις αναζητήσουμε στην πορεία, δεν περιορίζεται μόνο στις πρωτοβάθμιες, αλλά επεκτείνεται και στις δευτεροβάθμιες οργανώσεις.
β) Δευτεροβάθμιες οργανώσεις που δημιουργούνται από  δύο ή περισσότερες πρωτοβάθμιες οργανώσεις διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες:
  • Ομοσπονδίες που αναφέρονται κυρίως σε επίπεδο κλάδου οικονομικής δραστηριότητας (π.χ. πανελλήνια ομοσπονδία εργαζομένων στη μεταλλοβιομηχανία), αλλά δημιουργούνται επίσης τόσο σε ομοιεπαγγελματική βάση (π.χ. Πανελλήνια Ομοσπονδία Λογιστών), όσο και σε επιχειρησιακή, όπως στις μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις (π.χ. Γενική Ομοσπονδία Εργαζομένων στη ΔΕΗ), με πολλά πρωτοβάθμια ομοιοεπαγγελματικά σωματεία. Η παρουσία των ομοσπονδιών συναντάται τόσο στην οργανωτική δομή της ΓΣΣΕ όσο και της ΑΔΕΔΥ και είναι 62 και45, ως προς τον αριθμός τους, αντίστοιχα.
  • Εργατικά Κέντρα που συναντώνται μόνο στη διάρθρωση της  ΓΣΕΕ (73 στον αριθμό) συσπειρώνουν τα πρωτοβάθμια σωματεία που λειτουργούν σε τοπικό επίπεδο, ανεξάρτητα από την επιμέρους μορφή τους (επιχειρησιακή, κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική), όπως, π.χ. Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης.
γ) Τριτοβάθμιες οργανώσεις που αποτελούν τους κορυφαίους συνδικαλιστικούς θεσμούς και που  δημιουργούνται από δύο ή περισσότερες δευτεροβάθμιες οργανώσεις. Στην Ελλάδα καταγράφονται δύο μεγάλες τριτοβάθμιες οργανώσεις: η ΓΣΕΕ και η ΑΔΕΔΥ.» ( Γιάννη Κουζή: Το συνδικαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα, εκδόσεις Ι.Ε /ΓΣΕΕ, 2005)
Μερικές πρώτες παρατηρήσεις είναι πως η  μορφή στις πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες οργανώσεις ενώ δημιουργεί ένα πλήθος οργανώσεων (180 δευτεροβάθμιες οργανώσεις και περί τα 3.700 πρωτοβάθμια σωματεία), συχνά με πλήρη επικάλυψη συνδικαλιστικού χώρου, στη πράξη αποτελείται από σωματεία άμαζα ή σκέτες σφραγίδες με μηδενική λειτουργία και με συμβολή στην αποδυνάμωση της ίδιας της οργάνωσης των εργαζόμενων. Ήδη έχουμε αναφέρει πως τα επιχειρησιακά σωματεία έχουν στην ουσία τους καταστεί «μη υπαρκτά» από την ίδια τη νομοθεσία που τάχατες διασφαλίζει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα και τους ρεφορμιστές και λοιπούς εργατοπατέρες που δεν αγωνίζονται αποτελεσματικά ενάντια σ΄ αυτό,  αλλά βολεύονται με την εναλλακτική ύπαρξη πρωτοβάθμιων ομοιοεπαγγελματικών σωματείων σφραγίδων που εξυπηρετούν ευθέως την επιχειρηματική βούληση.  Ας αναφερθούν ενδεικτικά, οι περιπτώσεις των «Υπαλλήλων Γραφείου» και των «Ιδιωτικών Υπαλλήλων». Αυτά τα μορφώματα, θεωρητικά θα κάλυπταν δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενων που δεν έχουν φωνή ούτε στον εργασιακό τους χώρο, ούτε ανήκουν σε πιο συμπαγή υποσύνολα με κοινά πράγματι χαραχτηριστικά (πχ. λογιστές, σχεδιαστές, κλπ). Στην ουσία και στα χέρια των χρουτστωφικών σοσιαλδημοκρατών περιλαμβάνουν κάποιες ελάχιστες χιλιάδες εγγεγραμμένων, χωρίς καμιά παρουσία στους τόπους δουλειάς, με ακόμη πιο ελάχιστους που συμμετέχουν στις εκλογικές διαδικασίες ...ψηφίζοντας μεταφερόμενοι, επί βδομάδες. Οι χρουτστωφικοί ρεφορμιστές ηγέτες συντηρούν και μάλιστα διαφυλάσσουν κατασταλτικά τα «δικά τους σωματεία» χωρίς να απαντούν στα σημαντικά ερωτήματα: πως με τις συγκεκριμένες αφυδατωμένες «σφραγίδες» τους, καλύπτουν τους χιλιάδες υπάλληλους γραφείου (από εργαζόμενους σε εξωτερικές δουλειές, μέχρι εργασιακά εκμηδενισμένους επιστήμονες που δεν θεωρούνται διακριτού ρόλου, γραμματείς, εργαζόμενους «γενικών ελαστικών καθηκόντων») που όμως βρίσκονται στο ίδιο καθεστώς αυθαιρεσίας, κίνδυνου καθημερινής απόλυσης, μη τήρησης ούτε των συλλογικών συμβάσεων; Μήπως με τις κάποιες εθιμοτυπικές «αγωνιστικές επισκέψεις» όπου και όταν διαπιστωθεί  κάτι κομματικά-ενδιαφέρον; Πως το συγκεκριμένο πρωτοβάθμιο η δευτεροβάθμιο όργανο πιέζει και απαιτεί, την σύσταση επί τόπου σωματείου με τη συνεργασία του κάθε Εργατικού Κέντρου; Το ρεφορμιστικό ΠΑΜΕ εκτός της περιχαράκωσης των «σωματείων»  του, λειτουργεί ναι η όχι ακόμη πιο διασπαστικά, αναπαράγοντας τη μη συμμετοχή σε συνθήκες που οι πολλοί δεν έχουν φωνή και έκφραση και ο «ταξικός» τάχατες συνδικαλισμός περιορίζεται σε τηλεοπτικές «επαναστατικές γυμναστικές» ψευτοκαταλήψεων και καλλωπισμού δημόσιων κτιρίων με δεκάδες μέτρα  «πανό» για μισάωρα;
Σε δευτεροβάθμιο  επίπεδο, πέρα από τις ιδιαιτερότητες των Ομοσπονδιών κυρίως του λεγόμενου  «ευρύτερου δημόσιου τομέα», είναι  φανερό πως πρέπει να είναι ευθύνη του κάθε Εργατικού Κέντρου, η πλήρης κάλυψη και η βοήθεια οργάνωσης όλων των εργαζόμενων της περιοχής ευθύνης του, με συγκεκριμένους χειροπιαστούς τρόπους. Και αυτό θα γίνει αν ξεκινήσει σαν απαίτηση της συνδικαλισμένης και της μη συνδικαλισμένης εργατικής βάσης. Έτσι θα ξεμπροστιαστούν οι ολότελα πουλημένοι εργατοπατέρες των αμαρτωλών προνομίων της επικουρικής σύνταξης από το κακόφημο «ταμείο εργατικών στελεχών» και όχι με ιδεολογήματα «ταξικότητας» ενώ η αντεργατική τους πραχτική είναι κοινή.
Ο στόχος για ένα και μόνο συνδικάτο  σε επίπεδο επιχείρησης, μιας ομοσπονδίας  σε επίπεδο κλάδου, ενός εργατικού κέντρου σε επίπεδο νομού, παράλληλα με τη σταδιακή κατάργηση κάποιων  ομοιοεπαγγελματικών και κλαδικών οργανώσεων,( πάντα υπάρχουν εξαιρέσεις όπως το σωματείο των courier, των μισθωτών τεχνικών, των μαγείρων και εργαζόμενων στην εστίαση, και παίρνοντας υπόψη την δυνατότητα που δίνουν για την ένταξη των ανέργων όπως θ’ αναφερθεί στη συνέχεια), άσχετα αν προβάλλεται σήμερα  από κάποιους ρεφορμιστές και αμφισβητείται από άλλους, είναι μια λογική απαίτηση, χωρίς βέβαια να έχει καμία αξία αν πρώτα απ’ όλα δεν απαιτήσει το κίνημα στην πράξη: τη δυνατότητα δημιουργίας επιχειρησιακών σωματείων παντού κόντρα στα παιχνίδια «των 21 μελών», αν δεν ανοίξει ισότιμα τις πόρτες στα ταξικά αδέλφια μας τους μετανάστες, αν δεν εντάξει στα κλαδικά ή ομοιοεπεγγελματικά σωματεία τους άνεργους με βάση την ειδικότητά τους στον ΟΑΕΔ χωρίς άλλους όρους (αξιοποιώντας τις θετικές προσπάθειες /εμπειρίες των ξεχωριστών τους συνδικάτων στο Μαντούδι, το Μπραχάμι, το Περιστέρι , τη Πρέβεζα, τη Πάτρα και κύρια τη πρωτοβουλία του ΕΚΘ από το 1998 να δημιουργήσει «Τομέα Ανέργων» με εκπροσώπηση στο Κέντρο), αν δεν δημιουργήσει κλίμα ελκυστικό στη νεολαία για συμμετοχή της, με ζωντανές επιτροπές των ενδιαφερόντων της και κύρια χωρίς την ηλικιακή  ρατσιστική συμπεριφορά του πατερναλισμού, που κι ο ίδιος ο Λένιν κατακεραύνωνε μιλώντας για την αντιμετώπιση της «νέας εργατικής βάρδιας», αν κοντολογίς δεν αγωνιστεί καθαρά και με απόλυτη προσήλωση για την ΕΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ.
Ειδικά  για τους άνεργους, οποιαδήποτε κίνηση προαναφέρθηκε, οποιαδήποτε πρωτοβουλία έχει υπάρξει είναι θετική, όταν ο άνεργος βρίσκεται μόνος, στην απελπισία που τη βιώνει σαν ατομική ενώ είναι ταξική, έρμαιο συχνά ρατσιστικών και φασιστικών ιδεών που προσπαθούν να τον στρέψουν ενάντια στα ίδια του τ’ αδέλφια και όχι ενάντια στους κεφαλαιοκράτες και τη διχτατορία τους.
Όμως  «δίκτυα», «επιτροπές», «τομείς», «ξεχωριστά σωματεία ανέργων», διαιωνίζουν την  μη ισότιμη ένταξή τους στα συνδικάτα. Αν ήταν χρήσιμα σαν  πρόωρα και πρώτα  βήματα, τώρα – εδώ  και πολύ καιρό  – είναι ανεπαρκή. Καλούμε ξανά, κάθε εργαζόμενο δημοκράτη-αντιφασίστα, όλα τα σωματεία και τα Εργατικά κέντρα να προωθήσουν το αυτονόητο: να γίνει πραγματικότητα η πλήρης–ισότιμη συμμετοχή των ανέργων,  με ειδικότητα ή σε τελική περίπτωση με κύριο σημείο αναφοράς τον κλάδο δραστηριότητάς τους – με βάση αυτά και μόνο, όπως κατηγοριοποιούνται από τον ΟΑΕΔ  - στα κλαδικά ή ομοιοεπαγγελματικά σωματεία.
Είναι σημείο αιχμής, είναι  κριτήριο της στάσης απέναντι στο ζητούμενο  για την έκφραση  της ενότητας της  τάξης.
Η σαφής  απάντηση για το που βρισκόμαστε έχει έρθει τα τελευταία χρόνια και αυτή είναι πως η εργατική τάξη ενωμένη «κατεβαίνει στο δρόμο» κύρια αυθόρμητα και όντας κυρίως εκτός συνδικάτων, όταν σε περιπτώσεις όπως το Ασφαλιστικό, οι κεφαλαιοκράτες πάνε να ληστέψουν και τις τελευταίες ισχνές καταχτήσεις της τάξης. Και βέβαια αυτός είναι ο λόγος που οι εργατικές απεργίες-διαδηλώσεις είναι σε προφανή δυσαρμονία με τη κατάσταση της εργατικής τάξης από τις επιθέσεις της κυβέρνησης του μοναρχοφασιστικού κόμματος της ΝΔ και της εφαρμογής των κατευθύνσεων της ιμπεριαλιστικής ΕΕ , επιθέσεις που διογκώνονται στη φάση της σημερινής κεφαλαιοκρατικής κρίσης υπερπαραγωγής.
Οι μαρξιστές-λενινιστές-σταλινιστές  ξέρουν ότι η ταξική κατεύθυνση του  συνδικαλιστικού κινήματος προωθείται και πραγματώνεται, όταν υπάρχει συνδικαλιστικό κίνημα, όταν επιτυγχάνεται η ενότητα της τάξης, όταν αρχίζουν να υπάρχουν «μικρές μερικές»  νίκες, όταν για την εργατική τάξη γίνεται σιγά-σιγά βίωμα το ΕΜΕΙΣ, όταν δυναμώνει η ταξική συνείδηση. Αλλιώτικα, η οποιαδήποτε επίκληση «επαναστατικής αντίληψης», «εναλλαχτικού ταξικού κινήματος» γίνεται ερήμην της εργατικής τάξης, υπάρχει μόνο στο μυαλό κάποιων μικροαστών, που δεν έχουν την επαναστατική προσήλωση και υπομονή να ξεκινούν από την αρχή, απ’ τα δύσκολα, και να αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα όπως είναι και όχι να την υποκαθιστούν με τις επιθυμίες τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: