Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Εξέγερση, συναίσθημα, φωνή

Mercedes Sosa, Cesaria Evora και Chavela Vargas.
 Εικονογράφηση της Paula Cabildo για το περιοδικό Pueblos (www.revistapueblos.org).
Αφιέρωμα προς τιμήν της Chavela Vargas, Cesaria Evora και  Mercedes Sosa.

Έφυγαν και οι τρεις , η μία πίσω από την άλλη,  σαν να είχαν ήδη συμφωνήσει, σαν να το είχαν ήδη ζήσει, αισθανθεί, υποστεί και σαν να τα είχαν τραγουδήσει όλα. Τον περασμένο Αύγουστο μας άφησε η Chamana*. Σχεδόν ένα χρόνο μετά η  Diva Descalza  ( Ξυπόλητη Θεά ) κάπνιζε το τελευταίο της πούρο στο Πράσινο Ακρωτήριο. Λίγο πιο βιαστικά, αλλά όχι πολύ, η Negra είχε αποφασίσει  να εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο. Οι τρεις ήθελαν και επέμειναν ρητά να αναπαυθούν για πάντα στις χώρες που γεννήθηκαν ή τις υιοθέτησαν για να ζήσουν, που τις έκαναν να ζήσουν την πείνα, το σεξισμό και την περιθωριοποίηση, που τις καταδίωξαν και τις απέρριψαν επειδή ήταν  ελεύθερες η διαφορετικές .. . Παραδόξως, τελικά και  οι τρεις ήθελαν να επιστρέψουν στο Μεξικό, στο Cabo Verde και την Αργεντινή, χώρες που μπορούν να θεωρηθούν μουσικά ,συνώνυμα των τριών ονομάτων των γυναικών: Chavela Vargas, Cesaria Evora και  Mercedes Sosa. Ίσως δεν υπάρχει πολύ περισσότερο αλλά και τίποτα καινούργιο να πούμε για την ποιότητα των φωνών τους και το μουσικό ταλέντο που τις συνόδευε μέχρι το τέλος, διότι οι πτυχές αυτές είναι πασίγνωστες και μοιράζονται σε όλους εκείνους που έχουν  μια ελάχιστη ευαισθησία ή αγάπη για τη μουσική. Βέβαια τραβούν την προσοχή κάποιοι παραλληλισμοί μεταξύ αυτών των τριών γυναικών, οι οποίες διέπονται, κατά τη γνώμη μου,  από δύο σαφείς λόγους: είναι γυναίκες και  έχουν γεννηθεί σε ταπεινά περιβάλλοντα η περισσότερο από ταπεινά, σε χώρες  υπό συνθήκες φτώχειας και με αδιαμφισβήτητο σύμμαχο αυτής της  τελευταίας, τη φαλοκρατία. Ας  ξεκινήσουμε από την αρχή. Από σχεδόν ταπεινή καταγωγή , καμιά από τις τρεις δεν είχε μια ακαδημαϊκή κατάρτιση, ούτε μουσική. Ενώ τη Reina de la Morna  ( βασίλισσα των Μόρνα ) τη  Cesaria την άφησαν  σε ένα ορφανοτροφείο στην ηλικία των επτά χρόνων , όπου οι καλόγριες της έμαθαν να μαγειρεύει, να σιδερώνει και να πλέκει, η Βάργκας δεν έφτασε στην πέμπτη τάξη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και από πολύ νέα εργάστηκε στην ύπαιθρο της γενέτειρας της την Κόστα Ρίκα πριν από την αναχώρησή της για το Μεξικό για να δουλέψει σε σπίτια και να τραγουδήσει  στις ταβέρνες της DF  (Πρωτεύουσα του Μεξικού ) Λιγότερο δύσκολη παιδική ηλικία φαίνεται πως είχε η Mercedes Sosa, παρά του ότι οι γονείς της την πήγαιναν μαζί με  τα αδέλφια της στο πάρκο την ώρα του βραδινού φαγητού  για να μην  τους έρθει η μυρωδιά των τροφίμων από τα σπίτια της γειτονιάς, γιατί πολλές ημέρες δεν είχαν τίποτα να  βάλουν στο τραπέζι. Θα πίστευε κανείς ότι και στις τρεις αυτή η έλλειψη της κατάρτισης και της κοινωνικής και οικονομικής στήριξης από τις οικογένειες τους μπορεί να είχαν αντικατασταθεί από κάποιες γυναικείες γοητείες που υποτίθεται ότι έχουν όλες οι τραγουδίστριες-καλλιτέχνιδες, γεγονός που εξηγεί ότι οι τρεις κυρίες κατέλαβαν μια θέση στον κόσμο του τραγουδιού. Τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την πραγματικότητα. Οι φωνές τους μπάσες, ισχυρές και διεισδυτικές βγαίνανε από κάποια σώματα που  παρουσιάζονται στο κοινό, πιστεύω, με ρητή τους πρόθεση και με τρόπο όχι ιδιαίτερα ελκυστικό στα μάτια των φαλλοκρατών. Αν δεν υπήρχε ούτε εκπαίδευση, ούτε  χώρα ή «θηλυκή γοητεία" ... Ένας σύζυγος, ένας σύντροφος για να τις καθοδηγήσει, να τις επηρεάσει, να τους δώσει τη συναισθηματική σταθερότητα και δύναμη για να ανοίξουν οι ίδιες το δρόμο τους. Η απάντηση εξακολουθεί να είναι αρνητική: δύο από αυτές εγκαταλείφθηκαν από έναν ή περισσότερους συντρόφους και η τρίτη ήταν ανοιχτά ομοφυλόφιλη. Η Chavela Vargas έγραψε ότι "αυτό που πονάει δεν είναι να είσαι ομοφυλόφιλη , αλλά να σου το ρίχνουν στο πρόσωπό σαν να ήταν πανούκλα." Μάλλον για αυτό ακριβώς και για κάποια  άλλα πράγματα, δεν τις άνοιξαν τις πόρτες του  Teatro de Bellas Artes στην Πόλη του Μεξικού μέχρι που γέμισε το  Ολυμπιά στο Παρίσι . Τότε ήταν ήδη πολύ γερασμένη. Ίσως γι 'αυτό, ποιος ξέρει, ποτέ κανείς δεν την  είδε να κλαίει επειδή, όπως έλεγε η ίδια, "έκλαιγα από μέσα μου ». Το γενικό χειροκρότημα και ο διεθνής θρίαμβος ήρθαν επίσης στην  Cesaria Evora κατά την ωριμότητα της. Δεν έφυγε από το Πράσινο Ακρωτήριο μέχρι τα  47 της χρόνια, ηλικία κατά την οποία άρχισε την εγγραφή δίσκων στη Λισαβόνα και το Παρίσι και έγινε γνωστή σε διεθνές επίπεδο. Η προηγούμενη  ζωή της φαίνεται να ήταν περισσότερο από σκληρή. Όπως η Βάργκας αγωνίστηκε για πολλά χρόνια ενάντια στο αλκοόλ. Σε αυτή την περίπτωση, σύντροφός της δεν ήταν η τεκίλα, αλλά το grog (ρούμι Πράσινου Ακρωτήριου), που την έφερε σε μια διαρκή κατάθλιψη και μακριά από τη μουσική για δέκα χρόνια. Η Φωνή της Αμερικής, όπως ήταν γνωστή η Mercedes Sosa επίσης πέρασε τις σκοτεινές της ώρες .Σ΄ αυτή την περίπτωση δεν  ήταν το αλκοόλ, αλλά είπε ότι χρειάζονταν να καπνίζει τέσσερα πακέτα τσιγάρα την ημέρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, ίσως,  για να ξεπεράσει τα σχεδόν δέκα χρόνια υποχρεωτικής εξορίας της από την Αργεντινη, την  εγκατάλειψη του πρώτου της συζύγου  ή το θάνατο του δεύτερου. Ποιος ξέρει, Το θέμα είναι ότι και οι τρεις ήταν γυναίκες και οι τρεις είχαν μια σκληρή ζωή, ένα τραγούδι  αμίμητο η ένα χάρισμα για να συγκινήσουν τις ψυχές όχι μόνο από το περιεχόμενο  του τραγουδιού, αλλά, πάνω απ 'όλα, από το πώς το τραγουδούσαν. Ίσως γι αυτό, όταν ανέβαιναν στη σκηνή δεν ήταν ιδιαίτερα εκφραστικές  ούτε με  το σώμα  ούτε με το πρόσωπο. Όλα τα εξέφραζαν  με μια φωνή που προερχόταν από πολύ βαθιά . Σκέφτομαι ότι και αυτές υπέφεραν ακόμα ή είχαν ζήσει αυτά  που έλεγαν  στα τραγούδια, και επίσης το μόνο που τις έκανε διαφορετικές από τις πολλές γυναίκες της εποχής τους , του λαού τους και του περιβάλλοντος  τους, ήταν αυτή η ικανότητα τους να επικοινωνούν μέσω της μουσικής, με αυτή τη διεισδυτική φωνή. Είχαν τη ιδιότητα να δίνουν φωνή στο συναίσθημα πολλών άλλων γυναικών. Δεν υπήρχε τίποτα το τεχνητό και κανένα ρόλο να ερμηνεύσουν. Διότι για να πετύχει κανείς όταν είναι φτωχός και ταυτόχρονα γυναίκα πρέπει να έχει μια ιδιαίτερη δύναμη, μια  ικανότητα επιβίωσης που χάρη σε αυτήν όταν η ζωή σε  οδηγεί στα βαθιά, να μπορέσει κανείς να αναδυθεί ισχυρότερος, δεν έχει σημασία αν έχεις περάσει τα πενήντα. Η ικανότητα που και οι τρείς επέδειξαν με συνέπεια, η κάθε μια με το δικό της στύλ, αλλά και κατά περίεργο τρόπο, πάντα προσκολλημένες στις ρίζες τους, στην ουσία των πολιτισμών τους. Οι τρεις τραγούδησαν παραδοσιακή μουσική των αντίστοιχων χωρών τους για να διεκδικήσουν και να διεκδικηθούν και με αυτό κατάφεραν  να καταπλήξουν τους  συμπατριώτες τους όπως και το δυτικό άκρο και το κοινό του Βορρά. Ποτέ η Morga του Πράσινου Ακρωτηρίου, που με τη φωνή της  Cezi μιλούσε για νοσταλγία,  πολιτική,  μετανάστευση και όλα εκείνα τα πράγματα που είχαν χάσει οι μετανάστες από τα νησιά, δεν είχε κερδίσει το μετάλλιο της Γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής. Ποτέ επίσης οι  rancheras του Jose Alfredo δεν ήταν αντάξιες του διεθνούς θριάμβου που η  Vargas τους έδωσε φορώντας ένα πόντσο  και με αυτόν τον ιερατικό δραματισμό Όσον αφορά τη Mercedes Sosa, είναι αλήθεια ότι υπήρξαν περισσότερες  καλλιτέχνιδες που μάχονταν εναντίον ολοκληρωτικών καθεστώτων, αλλά η δύναμη και η αίσθηση της ενότητας που αυτή η μεγάλη γυναίκα με όλη τη σημασία της λέξεως έδωσε  σε πολλές  γενιές Αργεντινών πιστεύω ότι είναι δύσκολο να την ξεπεράσουμε. Πεπεισμένη Κομμουνίστρια , δεν έχασε επίσης την ευκαιρία να διεκδικήσει την ισότητα των φύλων ανάμεσα στους συναδέλφους της: "Είναι πάντα η γυναίκα αυτή που υπέστη  περισσότερο τα προβλήματα στον κόσμο. Οι γυναίκες /πάντα βοηθούσαμε τον αγώνα των ανδρών, αλλά είναι αναγκαίο επίσης και το αντίστροφο, αλλά αυτό σχεδόν ποτέ δεν συμβαίνει. " Θριάμβευσαν αλλά  δεν πρόδωσαν τους εαυτούς τους και γι αυτό αισθανόντουσαν  ελεύθερες: "Η φτώχεια ήταν πάντα εξωπραγματική για σας», έλεγε η Cesaria στο τραγούδι της "Όλα έχουν τα όριά τους", απευθυνόμενη φανερά στις πλουσιότερες χώρες, έτσι λοιπόν, τι δικαίωμα έχουν αυτοί να κρίνουν την κατάσταση της χώρας μας; "Και το τραγούδησε έτσι παντού και επίσης το έκανε ξυπόλητη. Πάντα  έβγαινε χωρίς παπούτσια πάνω στη σκηνή. Για να μην  ξεχνάει κανείς πως οι Πορτογάλοι κατά τη διάρκεια της αποικιοκρατίας απαγόρευαν στους κατοίκους/αλιείς του Πράσινου Ακρωτηρίου να  περπατούν  στα πεζοδρόμια, αν δεν φορούσαν παπούτσια.
Και καθώς η μουσική εκφράζει τα πράγματα καλύτερα από τα λόγια, όλα αυτά ειπωθήκαν σε τρία τραγούδια, τρεις κραυγές πολέμου: “Como la cigarra”,( "Όπως το τζιτζίκι"), "Sodade" και "Macorina". Δεν έχει σημασία η σειρά, αλλά, ναι, για να τις  ακούσουμε θα πρέπει να έχουμε μαζί μας μια γουλιά τεκίλα ή grog και, γιατί όχι, ένα τσιγάρο. Αναπαυθείτε εν ειρήνη. Isabel Duque Colmenero Pueblos                                                                                                    * Chamana :Καλή μάγισσα της φυλής, θεραπεύτρια
 
Μοrna Τραγούδια της λύπης, της μελαγχολίας και της νοσταλγίας
 
Ranchera  Παραδοσιακή μουσική του Μεξικού  αρχικά τραγουδησμένη από μόνο έναν εκτελεστή με μια κιθάρα. Χρονολογείται από τα χρόνια  της μεξικάνικης επανάστασης στις αρχές του 20ού αιώνα. 
Συνδέθηκε αργότερα πολύ με το mariachi και Jalisco (μορφές λαϊκής μουσικής) προβάλλοντας την αγροτική παραδοσιακή λαϊκή μουσική, η ranchera αναπτύχθηκε ως σύμβολο μιας νέας εθνικής συνείδησης σε αντίδραση στις αριστοκρατικές προτιμήσεις της περιόδου αυτής Ο José Alfredo Jiménez Μεξικάνος τραγουδιστής-τραγουδοποιός στη ranchera, τραγούδια που θεωρούνται αναπόσπαστο τμήμα της μουσικής κληρονομιάς του Μεξικού 
Isabel Duque Colmenero Συνεργάτης του Pueblos (Εφημερίδα Ενημέρωσης και Συζήτησης) δημοσιογράφος και καθηγήτρια μουσικής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση (ESO).

Δεν υπάρχουν σχόλια: