Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Ναζίμ Χικμέτ: Θυμάμαι

ΘΥΜΑΜΑΙ...
Θυμάμαι...
Δεκαοχτώ χρονώ
Νάμαι
Παιδί
Βαθειά εκεί μέσα στην Ανατολή
Που πολεμάει.
Πάμε
Πορεία μες στη δημοσιά,
Λιοπύρι,
Δεν είναι ίσκιος πουθενά
Και χλωρασιά
Κι ο σύντροφός μου
Ο αγρότης
Ο Μεχμέτ μου λέει:
«Οι πίκρες μας πια τώρα θα σωθούνε
Οι μπολσεβίκοι, να
ο Λένιν με τον Στάλιν
μας βοηθούνε...
Στη θάλασσα θα ρίξουνε τον ξένο».
Θυμάμαι...
Στη Μόσχα νάμαι
Για σπουδές
Στο μέγα εκείνο το σχολειό
Που έχει τ' όνομά του.
Ερχότανε σε μας πολλές φορές,
Καθόμασταν σιμά του
Μπορεί στις μπότες του να είχε σκόνη
Από τις μάχες του Τσαρίτσιν,
Στο Πέτρογκραντ μπορεί να φοράνε
Το ίδιο αυτό χιτώνι
Τότε που γλύτωνε τον πόλη
Απ' τον εχθρό.

...Θυμάμαι
ήτανε μαύρα τα μουστάκια του πολύ
το βλέμμα του γαλήνιο, προσεχτικό
φαινότανε γερός
στητός και νέος
και στις παλάμες του μας έφερνε
κειδά
ο δάσκαλος και φίλος
ζεστασιά
από τα χέρια τ' άγια του Λένιν...
Θυμάμαι
Νάμαι
Στην Κόκκινη πλατεία
Χιονίζει.
Χίλια ενιακόσια εικοσιτέσσερα.
Κι' αυτός φορώντας χλαίνη μαχητή
Σκυφτός,
Κομίζει
Στον ώμο του το φέρετρο του Λένιν.

...Θυμάμαι τη μορφή του
οι πόνοι
την είχαν πετρωμένη
και κάτι στους κροτάφους του ασπρίζει
Ίσως το χιόνι;
-Όχι,
ο χωρισμός ο σκληρός
κι ο σπαραγμός
βουβός
βαθύς
που μόλις συγκρατιέται...
Θυμάμαι
στη φυλακή
πια νάμαι
στην Τουρκία
(και δεν κρατώ στη θύμησή μου ποιά νάτανε χρονιά;)
Οι σύντροφοι μου
φέρανε εκεί
δικιά του μια φωτογραφία
κομμένη από 'να γαλλικό
περιοδικό
Πως έφτασε
στο σκοτεινό
γιατάκι μου δεν ξέρω...

Βρήκε το δρόμο,
μεσ' απ' τα σίδερα τον βρήκε,
μέσ' απ' το σύρμα το πυκνό.
Ένα χιτώνιο λευκό
φορούσε
κι είχε στο στήθος του αστέρι.
χαμογελούσε.
Ήταν στρατάρχης.
Κατά πως φαίνεται ετούτο το κλισέ
θα ήτανε μετά
που τρεις φαντάροι κόκκινοι ανέβηκαν
ψηλά
και
στήσαν
την κόκκινη σημαία τους
κειδά
στου Ράιχσταγ το θόλο.
Θυμάμαι
πιο ύστερα
πολύ
στο Βόλγα
μες στην καμπίνα μιας σωφέρισας
της σταχανοβικής της Τασίας
το ίδιο πορτραίτο εκείνο
πάλι χαμογελούσε.
Και τελευταία
πήγα στο Πεκίνο
σαν αντιπρόσωπος
εκεί
στην τελευταία του τον είδα
φωτογραφία του
ψηλά
στο ΧΙΧ Συνέδριο να μιλά.
Ήταν εκεί μαζί μου απ' την Κορέα
ένας αγωνιστής
σακάτης
και ένας τυπογράφος
απ΄τη Γαλλία
κι' απ' τις Ινδίες ένας ποιητής.
Μίλησα εγώ και είπα:
"Στέκει ακόμη ο πατέρας μας καλά!"
Ο Γάλλος πρόσθεσε:
"Τον είδα
τον τελευταίο καιρό στη Μόσχα
σαν παλικάρι ανέβαινε
τις σκάλες σφριγηλά".
Κι' απάντησε ο νέος μαχητής
απ' την Κορέα:
"Όνειρο της ανθρωπότητας αυτός
και το όνειρο ποτέ του δε γερνάει".
Κι' είπε ο Ινδός ο ποιητής
με τη σειρά του:
"Αυτός είναο ο ίδιος ο κομμουνισμός
η χώρα του εκεί
τραβάει και πάει.
Και είν' αγέραστος
απέθαντος
στητός
θα ζει μέσα στα χρόνια
σαν άνοιξη θα είναι γελαστός
αιώνια".

Μάρτης 1953


Εφημερίδα Ανασύνταξη Αρ. Φύλ. 143 1-15 Οχτώβρη 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια: