Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Είναι τα Λαϊκά Μέτωπα απαραίτητα σήμερα;

Η απάντηση είναι ένα ηχηρό ΝΑΙ. Είναι αναγκαία και απαραίτητα, δεδομένης της κατάστασης καταπίεσης και εκμετάλλευσης, που επιδεινώνεται, και κάνει το λαό να υποφέρει. Το προλεταριάτο, με το κόμμα του στην πρώτη γραμμή, θα πρέπει να είναι επικεφαλής των λαϊκών μαζών, να οργανώσει και να οδηγήσει τους αγώνες του. Δεν είναι ένα εύκολο έργο, αλλά όλες οι δυσκολίες μπορούν να ξεπεραστούν. Για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητο να εργαστούμε για να συνδεθούν με ένα ευρύ τρόπο οι πρωτοπόρες μάζες, για να κερδίσουν την αναγνώριση τους.

Το 3ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1921) δήλωσε ότι “Το Ενωμένο Μέτωπο [του προλεταριάτου] είναι η ενότητα [...] μεταξύ των εργατών που είναι αποφασιστικής σημασίας στον αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό”. Ο Δημητρόφ τόνισε ότι το Λαϊκό Μέτωπο, λαμβάνοντας υπόψιν τις συνθήκες που υπήρχαν στον κόσμο, ήταν επιτακτική ανάγκη και ότι η ουσιαστική βάση της πρέπει να είναι το Ενιαίο Μέτωπο του Προλεταριάτου.

Οι θεμελιώδεις αντιφάσεις της περιόδου στην οποία ζούμε και παλεύουμε, είναι απολύτως καθορισμένες:

  • Η αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη

  • η αντίφαση ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό

  • η αντίφαση μεταξύ των καταπιεσμένων λαών και εθνών από τη μία πλευρά και τον ιμπεριαλισμό από την άλλη

  • η αντίφαση μεταξύ των ιμπεριαλιστικών και οικονομικών εξουσιών.

Η τελευταία αντίφαση εκδηλώνεται στους περιφερειακούς πολέμους, με τις επιθέσεις εναντίον των λαών, τις διαμάχες για τις γεωστρατηγικές ζώνες και την εκμετάλλευση των νεο-αποικιών, τη χειραγώγηση των δημοκρατικών και πατριωτικών αισθημάτων των λαών. Είναι μια ταχέως αναπτυσσόμενη αντίφαση.

Ζούμε στην περίοδο την οποία ο Λένιν όρισε, όμως με νέα χαρακτηριστικά και μορφές. Σήμερα, βλέπουμε την έκφραση μιας τάσης προς τον φασισμό καθώς οργανωμένες ομάδες νεοναζί διεξάγουν δράσεις σε διάφορες χώρες και αυτό πρέπει να μας απασχολήσει. Σε πολλές περιπτώσεις προστατεύονται από τις κυβερνήσεις (όπως στις περιπτώσεις της Ελλάδας, της Ουγγαρίας, της Ισπανίας, της Γερμανίας, κλπ.). Η δύναμη και ο κρατικός μηχανισμός, με ορισμένες εξαιρέσεις, είναι στα χέρια των κομμάτων και των κυβερνήσεων που είναι αντιδραστικές και αντιλαϊκές. Οι μεγάλες δυνάμεις και οι κυβερνήσεις μαριονέτες τους μιλούν για δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη μεταξύ των λαών, ενώ αγρίως υποτάσσουν και εκμεταλλεύονται λαούς, οι οποίοι καταπιέζονται, σε πολλές περιπτώσεις με την δύναμη των όπλων.

Αυτή είναι μία γενική κατάσταση, όχι σε αυτή ή την άλλη χώρα, αλλά σε διαφορετικό βαθμό και σε διαφορετικές μορφές είναι μία γενική τάση. Τα Κομμουνιστικά Κόμματα πρέπει καθημερινά να αντιμετωπίσουν καταστάσεις καταπίεσης, των αγώνων για την υπεράσπιση των κοινωνικών κατακτήσεων, αγώνες ενάντια σε νόμους που καταπατούν και καταστέλλουν εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα που είχαν κατακτηθεί μέσα από πολλές δεκαετίες αγώνων.

Στην έκθεσή του στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1935), και αντιμετωπίζοντας μια παρόμοια κατάσταση, ο Δημητρόφ επικεντρώθηκε στη σημασία της δημιουργίας Λαϊκών Μετώπων στις συνθήκες που προέκυψαν με την ανάπτυξη του ναζιστικού φασισμού (Ιταλία, Γερμανία, Πορτογαλία, Ιαπωνία, κλπ.). Παρά τα χρόνια που έχουν περάσει και τα γεγονότα που έλαβαν χώρα, η έκθεση εξακολουθεί να είναι πολύ σημαντική και μπορεί να χρησιμεύσει ως ένα γενικός προσανατολισμός των κομμάτων. Είναι προφανές ότι οι παρούσες συνθήκες δεν είναι ίδιες όπως το 1930. Το πλαίσιο στο οποίο ζούμε είναι πολύ διαφορετικό από εκείνη την περίοδο, αρκεί μόνο να να θυμηθούμε το διαμελισμό της Σοβιετικής Ένωσης, τον οπορτουνιστικό εκφυλισμό πολλών κομμάτων της εποχής και πολλών κομμάτων σήμερα, με ελάχιστες σπάνιες εξαιρέσεις, τα μαρξιστικά λενινιστικά κόμματα είναι πολύ αδύναμα, χωρίς μεγάλη επιρροή πάνω στις πλατιές μάζες.

Η σημασία του κειμένου του Δημητρόφ είναι αδιαμφισβήτητη, όμως πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η διεθνής κατάσταση δεν είναι η ίδια, αν και υπάρχουν προβλήματα παρόμοιας φύσης (τα οποία αντικατοπτρίζονται στις θεμελιώδεις αντιφάσεις) και είναι επίσης απαραίτητο να ενεργούμε σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες της κάθε χώρας και το κόμμα. Το έργο ενός μετώπου δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με τον ίδιο τρόπο σε κάθε χώρα, δεδομένου ότι πρέπει να λάβουμε υπόψη την αναπόφευκτη άνιση ανάπτυξη των πολιτικών δυνάμεων, καθώς και του Κόμματος και της ίδιας της κοινωνίας. Είναι αναμφισβήτητο, ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε την κατάσταση που ζει ο Ισημερινός (σε όλες τις πτυχές), με εκείνη της Γερμανίας, για παράδειγμα, της Ισπανίας, της Δανίας, της Τουρκίας, του Μαρόκο, της Γαλλίας, της Βενεζουέλας, κλπ, Υπάρχουν διαφορετικές συνθήκες και, ως εκ τούτου, θα υπάρξουν διαφορές τακτικής, δευτερεύουσες διαφορές, αλλά σίγουρα διαφορές.

Υπερασπίζοντας τη σημασία και τις παρούσες πτυχές της ομιλίας του Δημητρόφ δεν πρέπει να οδηγηθούμε να εφαρμόσουμε κάθε λεπτομέρεια, κάθε πτυχή με την οποία ασχολείται το κείμενο. Για να μελετήσουμε, να αναλύσουμε και να συζητήσουμε τα συγγράμματα των μεγάλων κομμουνιστών ηγετών, συμπεριλαμβανομένου και του Δημητρόφ, δεν πρέπει να οδηγηθούμε στο να τα μετατρέψουμε σε κατήχηση, ως αλάθητα δόγματα, κάτι το οποίο είναι σε αντίθεση με τη μαρξιστική λενινιστική διαλεκτική.

Καθένα από τα κόμματά μας θα πρέπει να εξετάσει αυτά τα ζητήματα. Δεν υπάρχουν προκατασκευασμένες απαντήσεις. Μόνο η διαλεκτική εξέταση, δηλαδή η στιγμή η οποία μπορεί να αλλάξει από τη μια μέρα στην άλλη, χωρίς να διαχωρίσει τον εαυτό μας από τη στρατηγική του αύριο, η πορεία του οποίου δεν μπορεί να προβλεφθεί ή να οριστεί, θα μας επιτρέψει να διαμορφώσουμε θέσεις τακτικής και να πάρουμε μέτρα για την αντιμετώπιση και την επίλυση των προβλημάτων.

Το σημαντικό είναι να έχουμε κατά νου μας ανά πάσα στιγμή την πραγματικότητα στην οποία τα κόμματα μας ζούνε και εξελίσσονται, εργάζονται και αγωνίζονται. Ως εκ τούτου, πρέπει να έχουμε κατά νου ένα καθοριστικό γεγονός: Σε όλες σχεδόν τις χώρες, με διαφορετικά επίπεδα ανάπτυξης, η εργατική τάξη είναι η πιο επαναστατική και τα πρωτοπόρα τα μέλη της είναι στην πρώτη γραμμή των αγώνων για κοινωνική δικαιοσύνη. Αλλά η εργατική τάξη δεν είναι η μόνη τάξη που υφίσταται εκμετάλλευση από τον καπιταλισμό. Υπάρχουν τμήματα των μικρών και μεσαίων αστικών τάξεων, που επίσης υποφέρουν από καταπίεση. Και παρόλο που η νοοτροπία τους δεν είναι εκείνη του συνειδητού προλεταριάτου, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν αυτούς τα στρώματα και να προσπαθήσουμε να τα προσεγγίσουμε. Θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι, αν η εργατική τάξη και το κόμμα της δεν προσπαθούν να ενώσουν τα άλλα λαϊκά στρώματα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων πατριωτικών και δημοκρατικών τμημάτων των μεσαίων τάξεων, αυτοί θα μπορούσαν να χειραγωγηθούν από κάποια φράξια της αστικής τάξης. Αναμφίβολα, η εργατική τάξη πρέπει να κερδίσει πάνω, στο ιδεολογικό και πολιτικό αγώνα, στον ρόλο της εμπροσθοφυλακής όλων αυτών των εκμεταλλευομένων και καταπιεσμένων στρωμάτων και να υπερασπιστούν τα αιτήματά τους.

Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τη σφυρηλάτηση τακτικής, με προσωρινές συμμαχίες. Αλλά εμείς δεν πρέπει να συγχέουμε ή να ισοσταθμίζουμε αυτές τις συμμαχίες τακτικής μιας δεδομένης στιγμής, με τις στρατηγικές συμμαχίες. Δηλαδή, δεν υποτάσσουμε τις στρατηγικές συμμαχίες σε ζητήματα της στιγμής, σε περιστασιακές, αλλά ούτε μπορούμε να υποτάξουμε τις τακτικές συμμαχίες για τη δημιουργία πιθανών στρατηγικών συμμαχιών, εφ 'όσον αυτό δεν σημαίνει εγκατάλειψη ουσιαστικών ζητημάτων. Για γίνει πιο σαφές: πρέπει να είμαστε προσεκτικοί ώστε να μην συγχέεται το Λαϊκό Μέτωπο τακτικής με μερικού χαρακτήρα ή στιγμιαίες συμμαχίες, σε πολλές περιπτώσεις, τοπικά ή σε μια πόλη, περιφέρειας ή επαρχίας, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών ειδικούς σκοπού, αλλά δεν μπορούν να περιλαμβάνουν τους πιο τα προωθούμενος τμήματα.

Το Λαϊκό Μέτωπο πρέπει να ανταποκρίνεται στις γενικές ανάγκες του αγώνα, σε πολιτικά ζητήματα που τίθενται, και πάνω απ 'όλα, να κινητοποιήσει τις πρωτοπόρες μάζες ώστε να τις ενσωματώσει στη δράση.

Η εργατική τάξη, το προλεταριάτο θεωρητικά, θα πρέπει να είναι η κύρια δύναμη του Λαϊκού Μετώπου. Αυτό σημαίνει ότι στην πράξη θα πρέπει επίσης να είναι η ηγετική δύναμη. Θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η θεωρία χωρίς την πράξη είναι απλά κούφια λόγια, και η πράξη χωρίς τη θεωρία είναι σαν τυφλά χτυπήματα.

Με δεδομένη την ευρεία πολιτική φύση των δυνάμεων που θα μπορούσαν να γίνουν μέρος του Μετώπου, το κόμμα θα πρέπει να προσπαθήσει να είναι επικεφαλής, να είναι ο ηγέτης (σε σχετικούς όρους, ανάλογα με τις συνθήκες), έτσι ώστε το προλεταριάτο να μπορεί να ασκήσει την επιρροή του ως η κύρια δύναμη . Αυτός ο ηγετικός ρόλος δεν επιτυγχάνεται με τη δύναμη της θέλησης, ή με διατάγματα, πρέπει να κερδηθεί στην καθημερινή πρακτική, με τη σαφήνεια των πολιτικών μας προτάσεων, με τον σεβασμό και την πιστή εφαρμογή των συμφωνιών.

Αν το κόμμα δεν πληρεί αυτόν τον ρόλο, σε βάθος χρόνου θα βρίσκεται πίσω από την μικροαστική τάξη και αυτό θα ήταν ένα σοβαρό λάθος. Εδώ πρέπει να έχουμε κατά νου το «νόμο της ενότητας και πάλης των αντιθέτων».

Αυτό μας οδηγεί στο ζήτημα της ιδεολογικής ανεξαρτησίας του Κόμματος. Ένα Λαϊκό Μέτωπο, χτισμένο πάνω σε ελάχιστες συμφωνίες (ανάλογα με τις περιστάσεις), δεν μπορεί να συμπεριλάβει όλες τις προτάσεις μας. Αλλά αυτό δεν πρέπει να μας οδηγήσει να παραιτηθούμε από τις πολιτικές και τις ιδεολογικές μας θέσεις. Στο πλαίσιο των καθηκόντων του Μετώπου, οι κομμουνιστές είναι, και θα είναι πολύ προσεκτικοί κατά τη στιγμή της εκπλήρωσης των συμφωνιών μας, ακόμη και αν αυτές δεν είναι ακριβώς αυτές που θα προτιμούσαμε.

Η πολιτική της ενότητας σε οποιαδήποτε συμμαχία, καθώς επίσης και στο Λαϊκό Μέτωπο, δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχάσουμε την ταξική πάλη. Στην πραγματικότητα, οι συμμαχίες, οι συμφωνίες ή οι τακτικές συμβιβασμού με άλλες πολιτικές δυνάμεις θα πρέπει να μας βοηθήσουν για να ενισχύσουμε τη δύναμη του Κόμματος και όχι ανάποδα. Όταν δεν γίνεται πάντα κατανοητό, τότε το Κόμμα, οι κομμουνιστές, θα διαλυθούν ως αποτέλεσμα μιας τέτοιας συμμαχίας, που θα οδηγήσει σε μια σοβαρή αποδυνάμωση ή, ενδεχομένως, την εξαφάνιση του Κόμματος.

Με μεγάλη ικανότητα και διακριτικότητα, και χωρίς αυθαιρεσίες ή παράξενους ελιγμούς, το Κόμμα πρέπει, όπως δήλωσε ο Λένιν, να οδηγήσει τα πάντα. Αυτό μας αναγκάζει να προβούμε σε σαφή και ειλικρινή συνεργασία με τις δυνάμεις που συνθέτουν το Μέτωπο, να σεβόμαστε και να τηρούμε τις συμφωνημένες δεσμεύσεις και τα προγράμματα, αλλά χωρίς να ξεχνάμε ότι:

«... Μόνο το πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης, δηλαδή, το Κομμουνιστικό Κόμμα, είναι σε θέση να συνενώσει, να διαπαιδαγωγήσει και να οργανώνει την πρωτοπορία του προλεταριάτου και όλης της εργαζόμενων μάζας, πρωτοπορία που είναι μόνη ικανή να αντιταχθεί στις αναπόφευκτες μικροαστικές ταλαντεύσεις αυτής της μάζας (Β. Ι. Λένιν, Αρχικό Σχέδιο Απόφασης του 10ου Συνεδρίου του Ρωσικού Κομμουνιστικό Κόμματος για την αναρχοσυνδικαλιστική παρέκκλιση του Κόμματός μας, 1921, Άπαντα, τόμος 43, 5η έκδοση, σελ. 94. Η έμφαση δική μας)

Θα πρέπει να είμαστε με τις πρωτοπόρες μάζες, να γινόμαστε περισσότεροι και καλύτεροι, να κινητοποιούμαστε εντός του Λαϊκού Μετώπου και σε όλα τα μέτωπα που δημιουργήθηκαν και περιλαμβάνουν μάζες λαού. Αυτό προϋποθέτει να υπερνικήσουμε τη σχετική αδυναμία των κομμάτων, (χωρίς να ξεχνάμε το αναπόφευκτο της άνισης ανάπτυξης), δεδομένου ότι χωρίς ένα ισχυρή κόμμα δε μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα και είναι επίσης απαραίτητο να έχουμε επίγνωση του γεγονότος ότι ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλο και ισχυρό μπορεί να είναι ένα Κόμμα, θα είμαστε πάντα μια μειοψηφία στην κοινωνία:

«... Εμείς οι κομμουνιστές είμαστε σταγόνα στον ωκεανό, μια σταγόνα στη λαϊκή θάλασσα» (Β. Ι. Λένιν, Το 11ο Συνέδριο του ΡΚΚ (μπ.) 27/3-2/4/1922, 1922, Άπαντα, τόμος 45, 5η έκδοση, σελ. 98) αλλά «χωρίς ένα κόμμα του προλεταριάτου δεν μπορούμε ούτε καν να διανοηθούμε ακόμη την ήττα του ιμπεριαλισμού, την κατάκτηση της δικτατορίας του προλεταριάτου ...», καθώς και ότι το Κόμμα «είναι η εμπροσθοφυλακή της τάξης και το καθήκον του είναι να καθοδηγήσει τις μάζες, και να μην αντικατοπτρίζει τη μέση ψυχική κατάσταση των μαζών» (Β. Ι. Λένιν, Ομιλία για το Αγροτικό ζήτημα 22 Mάη (4 Ιούνη), 1917, Άπαντα, τόμος 32, 5η έκδοση, σελ. 168-189), δήλωσε ξεκάθαρα ο Λένιν.

Για τους κομμουνιστές, είναι πρωταρχικής σημασίας να διεξάγουν σταθερή δουλειά πρόσωπο με πρόσωπο με τις μάζες. Αλλά αυτή πρέπει να είναι καλά σχεδιασμένη και δεν θα πρέπει να μιλήσουμε για τις μάζες με ένα επιφανειακό τρόπο, χωρίς να είμαστε ακριβείς: θα πρέπει να οδηγούμε τις πρωτοπόρες μάζες και να έχουμε κατά νου ότι υπάρχουν διάφορα επίπεδα της κατανόησης μεταξύ τους όσον αφορά στον αγώνα. Ο Δημητρώφ, δήλωνε ότι «Ο σεχταρισμός εκφράζεται ιδιαίτερα στην υπερεχτίμηση της επαναστατικοποίησης των μαζών ...» (Γ. Δημητρώφ, Έκθεση στο 7ο Συνέδριο της ΚΔ: Η επίθεση του Φασισμού και τα καθήκοντα της Κομμουνιστικής Διεθνούς στον αγώνα για την ενότητα της εργατικής τάξης ενάντια στο Φασισμό, 1935, Ανασύνταξη, αρ. φυλ. 404Β, 1-30/11/2014) και ανέφερε τα λόγια του Λένιν, «Πρόκειται ακριβώς για το γεγονός, ότι δεν πρέπει να θεωρούμε αυτό που είναι παρωχημένο για μας, σαν να είναι παρωχημένο για την τάξη, σαν να είναι να παρωχημένο για τις μάζες».

Ο Λένιν, όπως οι Στάλιν, Δημητρώφ, οι μεγάλοι ηγέτες, ήταν σταθερά ευαισθητοποιημένοι για τη δουλειά στις μάζες. Ο Λένιν εξειδίκευε και προειδοποιούσε:

«Δεν υπάρχει τίποτε πιο θεμιτό από τις υποδείξεις σχετικά με τη μόνιμη, απόλυτη ανάγκη να επεκτείνεται σε βάθος και πλάτος, σε πλάτος και βάθος η επιρροή μα πάνω στις μάζες, η αυστηρά Μαρξιστική προπαγάνδα και ζύμωσή μας, το πλησίασμά μας προς τον οικονομικό αγώνα της εργατικής τάξης κλπ. Μα ακριβώς επειδή τέτοιες υποδείξεις είναι θεμιτές παντού και πάντα, μέσα σε οποιοσδήποτε συνθήκες και καταστάσεις, γι' αυτό δεν πρέπει να μετατρέπονται σε ιδιαίτερα συνθήματα, δε μπορούν να δικαιολογούν τις προσπάθειες να στηριχθεί πάνω τους οποιαδήποτε ιδιαίτερη κατεύθυνση μέσα στη Σοσιαλδημοκρατία. Εδώ υπάρχει ένα όριο, που ξεπερνώντας το μετατρέπετε τις αδιαφιλονίκητες αυτές υποδείξεις σε στένεμα των καθηκόντων και τις άπλα του κινήματος, σε σχολαστικό ξέχασμα τω επιτακτικών πρωτοπόρων πολιτικών καθηκόντων της στιγμής» (Β.Ι. Λένιν: «Μπέρδεμα πολιτικής και παιδαγωγικής», 1905, Άπαντα τόμ. 8, 4η έκδοση, σελ. 432-433)

«Ακριβώς όμως επειδή αυτή η δουλειά για το βάθεμα και το πλάτεμα της επιρροής πάνω στις μάζες χρειάζεται εξίσου πάντα, και ύστερα από κάθε νίκη και ύστερα από κάθε ήττα, και στην εποχή της πολιτικής στασιμότητας, και τους πιο θυελλώδικους επαναστατικούς καιρούς, ακριβώς γι' αυτό δε μπορούμε να μετατρέψουμε τις υποδείξεις γι' αυτή τη δουλειά σε κάποιο ιδιαίτερο σύνθημα, δε μπορούμε να οικοδομούμε πάνω σ' αυτό το σύνθημα μια ιδιαίτερη κατεύθυνση, χωρίς να ριψοκινδυνεύουμε να πέσουμε σε δημαγωγία και σε μείωση των καθηκόντων της πρωτοπόρας και της μόνης πραγματικά επαναστατικής τάξης.» (Β.Ι. Λένιν: «Μπέρδεμα πολιτικής και παιδαγωγικής», 1905, Άπαντα τόμ. 8, 4η έκδοση, σελ. 433-434)

Η υπερεκτίμηση του ρόλου των μαζών είναι τόσο επικίνδυνη όσο και η υποτίμησή του, αφού και τα δύο λάθη αλλοιώνουν τον ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτό έχει να κάνει και με το Λαϊκό Μέτωπο αφού το έργο του να είναι, ακριβώς, προσανατολισμένο στις λαϊκές μάζες. Μία από τις προϋποθέσεις για την εξέταση της συμμαχίας ως Λαϊκό Μέτωπο είναι να περιλαμβάνει, κατ' ελάχιστον, τα τμήματα των εκμεταλλευομένων και καταπιεζόμενων τάξεων είτε είναι οργανωμένα είτε όχι.

Είναι αναγκαίο να δοθεί προσοχή, σε όλες τις δραστηριότητές μας, στο Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα, τον ηγέτη του προλεταριάτου, των πρωτοπόρων τμημάτων της εργατικής τάξης, έτσι ώστε να μην συγχέεται με το «κόμμα των μαζών» το οποίο είναι άμορφο και περιλαμβάνει τους ρεβιζιονιστές και κάθε είδους δεξιούς. Υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή που δεν πρέπει να υποτιμάται. Οι κομμουνιστές ορίζουμε ως «μαζική γραμμή» το να εφαρμόσει την πολιτική και τις προτάσεις μας με έναν αποφασιστικό και ικανό τρόπο και έξω από το Κόμμα. Δεν πρέπει να περιοριστούμε μόνο στα δικά μας μέλη και στο στενό κύκλο μας.

Είναι σημαντικό να έχουμε μια σαφή κατανόηση των διαχωριστικών γραμμών μεταξύ των μαρξιστών-λενινιστών και των οπορτουνιστών, χρουστσοφικών, μαοϊκών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που κηρύττουν το σοσιαλισμό του 21ου αιώνα. Μήπως αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να έχουμε συμφωνίες, συμβιβασμούς, και συμφώνων ενότητας με όλους εκείνους που δεν συμμερίζονται τις αρχές μας; Σαφώς και όχι! Αν ενωθούμε μόνο με εκείνους που μοιράζονται τις ιδέες και τις αρχές μας, εμείς δεν θα μιλούσαμε για συμμαχίες, τα λαϊκά μέτωπα, κλπ .; θα μιλούσαμε μόνο για την ενότητα με τους κομμουνιστές. Και αυτό είναι ένα άλλο πρόβλημα.

Σήμερα, πολλά από τα κόμματά μας έχουν ένα πρόβλημα: παραμένουν αδύναμα για πολλά χρόνια, και προσπαθούν να εκπληρώσουν το ρόλο των ηγετών τους. Αυτό δεν επιτυγχάνεται με διατάγματα, δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές. Αυτό θα επιτευχθεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, μέσα από τη δουλειά και την αφοσίωσή μας. Οι συμμαχίες τακτικής συμφωνιών, κ.λπ. με άλλες πολιτικές δυνάμεις ή ομάδες μας προτείνονται. Δεν είμαστε σε κατάσταση στην οποία μπορούμε να επιβάλουμε τις θέσεις μας. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αρνηθούμε προτάσεις γι' αυτό το λόγο. Αντίθετα, θα πρέπει να συμμετέχουμε στις συζητήσεις που γίνονται και να προβάλλουμε τις πολιτικές μας προτάσεις. Θα πρέπει να συζητήσουμε και να αντιπαραθέσουμε απόψεις και σιγά-σιγά να κερδίσουμε πολιτικό και ιδεολογικό έδαφος.

Ένα πολύ απλό ζήτημα, το οποίο όμως δεν έχουμε πάντα κατά νου, είναι ότι οι συμμαχίες και τα ευρεία μέτωπα δεν είναι γραφτό να διαρκέσουν για πάντα. Θα πρέπει να θεωρηθούν ως δυναμικές και όχι ως στατικές συμμαχίες. Αυτό που προτείνουμε σήμερα σαν ακριβές και έγκυρο, μπορεί να πάψει να είναι σε άλλη χρονική στιγμή.

Το Λαϊκό Μέτωπο δημιουργείται ανάλογα με τις περιστάσεις και δεν επιλέγουμε εμείς τις συνθήκες, εμείς βρισκόμαστε σ' αυτές και πρέπει να τις εκμεταλλευόμαστε, έχοντας πάντα κατά νου πως εξελίσσονται οι περιστάσεις. Όπως προειδοποιεί ο Δημητρώφ με ιδιαίτερη έμφαση: «είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο να συγχέουμε την επιθυμία με την πραγματικότητα. Πρέπει να ξεκινάμε από τα γεγονότα, από την πραγματική συγκεκριμένη κατάσταση». (Γ. Δημητρώφ, Έκθεση στο 7ο Συνέδριο της ΚΔ: Το Ενιαίο Μέτωπο της εργατικής τάξης ενάντια στο φασισμό, 1935)

Το Λαϊκό Μέτωπο είναι ένα σημαντικό έργο το οποίο πρέπει να πραγματοποιηθεί σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες εξελίσσεται ο πολιτικός αγώνας. Δεν είναι μια επιλογή, είναι ένα αναγκαίο έργο. Για την προώθηση και την ολοκλήρωση αυτής της αποστολής, το επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου πρέπει να καταρτίσει μια σωστή επαναστατική πολιτική που θα παίρνει υπόψη τις συγκεκριμένες συνθήκες, έχοντας κατά νου τους στρατηγικούς στόχους. Η εφαρμογή της πολιτικής αυτής δεν εξαρτάται μόνο από την ορθότητά τους, αλλά και από τις δυνατότητες του Κόμματος, των δυνάμεών του. Μια δίκαιη και σωστή επαναστατική πολιτική μπορεί να μείνει στα χαρτιά αν δεν υπάρχει αποφασιστικότητα για την πραγματοποίησή της με τα πρωτοπόρα τμήματα των μαζών.

Η εμπειρία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, μας οδηγεί να εξετάσουμε σοβαρά τον κίνδυνο παρεκκλίσεων που μπορεί να προκύψουν. Σε γενικές γραμμές, ο υφιστάμενος οπορτουνισμός ήταν, και είναι, από τα δεξιά. Αλλά δεν μπορούμε να ξεχνάμε ότι υπάρχει και αριστερός οπορτουνισμός. Και οι δύο είναι ιδιαίτερα επιβλαβείς για το πλατύ μέτωπο. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε την προειδοποίηση του Μαρξ στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα: «Δεν επιτρέπονται παζαρέματα πάνω σε ζητήματα αρχής». (Κ. Μαρξ, Κριτική του Προγράμματος της Γκότα, 1875, έκδοση της ΚΕ του ΚΚΕ, εκδ. ΝΕΑ ΕΛΛΑΔΑ, Δεκέμβρης 1951, σελ. 5)

Ο δεξιός οπορτουνισμός τείνει να εμφανίζεται με τις παρακάτω εκφάνσεις ή χαρακτηριστικά: να κάνει παραχωρήσεις Αρχών προκειμένου να κάνει συμμαχίες, να μειώνει το πήχη του αγώνα υπό τον φόβο του εχθρού, να υστερεί σε σχέση με το επίπεδο της συνείδησης των μαζών αντί να είναι μπροστά από αυτό, να υπερβάλλει τη σημασία των εθνικών ή περιφερειακών ιδιαιτεροτήτων χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις γενικές Αρχές, και να έχει φιλελεύθερο πνεύμα σε θέματα οργάνωσης, εκ των οποίων το πιο επικίνδυνο είναι να κρύβει το Κόμμα σαν να μην υπάρχει. Θα πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου τον Λένιν: «να συνάπτετε συμφωνίες για την ικανοποίηση των συγκεκριμένων στόχων του κινήματος, αλλά δεν επιτρέπετε καμία διαπραγμάτευση επί της αρχής» (Β.Ι. Λένιν: Τι να κάνουμε;).

Ο αριστερός οπορτουνισμός έχει τα ακόλουθα κύρια χαρακτηριστικά: τα ψεύτικα κριτήρια του «όλα ή τίποτα», δεν ξέρει πώς να κάνει τις απαραίτητες υποχωρήσεις και συμβιβασμούς χρήσιμα για την ανάπτυξη αυτού του στόχου, δε ξέρει πώς να προσαρμόσει το μαρξισμό-λενινισμό στις ιδιαίτερες συνθήκες της πραγματικότητας στην οποία ζούμε. Αυτό μας οδηγεί να επηρεαζόμαστε από τις εμπειρίες των άλλων και αυτό με τη σειρά του στο να μην ξέρουμε πώς να προσαρμοστούμε ή να κάνουμε λάθη σχετικά με το επίπεδο και τη μορφή του αγώνα και των αντικειμενικών συνθηκών των μαζών, στην υιοθέτηση αυστηρών κριτηρίων σε θέματα οργάνωσης.

Στην Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, ο Μαρξ επέκρινε τον οπορτουνισμό. Αναφερόμενος στον Juvenal (“Σατυρικά”, 8, 84): «Et propter vitam Vivendi perdere causas», με άλλα λόγια, «Και για να συνεχίσει να ζεί χάνει το λόγο για τον οποίο ζει!» Ας μην ξεχνάμε αυτό το παλιό μάθημα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: