Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2008

Η ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ (1953-1990) [μ' αφορμή το κείμενο της ΚΕ του «Κ»ΚΕ]

Μ’ αφορμή το αντιμαρξιστικό «Κείμενο της κεντρικής επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για το Σοσιαλισμό», Απρίλης 2008

Η αντισταλινική ηγεσία του «Κ»ΚΕ – σταθερά και με συνέπεια στον αντεπαναστατικό σοσιαλδημοκρατικό δρόμο του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού και η ταυτόχρονη (!)«θριαμβευτική» της «επιστροφή στον Ιωσήφ Στάλιν…» ελέω μεγαλοαστικού «Βήματος»

Στη συνέντευξη τύπου (9/10/2008) του σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ ανακοινώθηκε ότι «στις 19 του μήνα θα δημοσιευτούν οι Θέσεις του δεύτερου θέματος του Συνεδρίου, για το Σοσιαλισμό» («Ρ» 10/10/2008) δηλ. θα δοθεί στη δημοσιότητα το «Κείμενο για το Σοσιαλισμό» (Απρίλης 2008) που ως τώρα διακινείται ακόμα μόνο εσωκομματικά.

Όμως ένα μήνα πριν τη δημοσίευση, η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ φρόντισε η ίδια, απ’ ότι φαίνεται, να διαρρεύσει το «Κείμενο» στον αστικό τύπο και συγκεκριμένα στο «Βήμα», με τη ρητή δέσμευση η εφημερίδα να το πλασάρει στην εργατική τάξη και το λαό ως επαναστατικό «κείμενο», πράγμα που έπραξε ο δημοσιογράφος Λ. Σταυρόπουλος σε εκτεταμένο άρθρο του στις 8 Σεπτέμβρη, προβάλλοντας-παρουσιάζοντάς το με τον παραπλανητικό και ελκυστικό, για πολιτικά αφελείς αγωνιστές, τίτλο: «Επιστροφή στον Ιωσήφ Στάλιν…» («Βήμα», 8/9/2008). Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο δεν υπήρξε καμιά αντίδραση στο άρθρο του «Βήματος» εκ μέρους των κατά τ’ άλλα λαλίστατων δημοσιογραφίσκων του «Ριζοσπάστη», αλλά και της αντισταλινικής ηγεσίας.

Το ολωσδιόλου αντιμαρξιστικό αυτό «κείμενο», παρά την όχι τυχαία διαφήμισή του απ’ τη μεγαλοαστική εφημερίδα, καθόλου δεν αποτελεί «επιστροφή στον Ιωσήφ Στάλιν…», απεναντίας, από πλευράς περιεχομένου, στα ζητήματα του σοσιαλισμου-κομμουνισμού και της οικοδόμησής του, κινείται σταθερά και με συνέπεια στο αστικό σοσιαλδημοκρατικό έδαφος του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού, επειδή, ανάμεσα στ’ άλλα, εξακολουθεί να διατηρεί-υπερασπίζει τη γνωστή βασική αντιμαρξιστική θέση του διεθνούς χρουτσοφικού ρεβιζιονισμού, ότι και μετά το ΄53-΄56 ως το 1989-1991 οικοδομούνταν ο σοσιαλισμός στη Σοβιετική Ένωση και τις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες ή αλλιώς συνεχίζουν να χαρακτηρίζουν «τις εξελίξεις 1989-1991 ως νίκη της αντεπανάστασης, ως ανατροπή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ως κοινωνική οπισθοδρόμηση» («Κείμενο», σελ. 8). Μια αντιμαρξιστική και ολωσδιόλου αστήρικτη θέση που βασίζεται στο γνωστό χρουστσοφικό μύθο, συμφωνα με τον οποίο «συνεχίστηκε» τάχα η οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού στη Σοβιετική Ένωση και μετά το 1953-56, κι’ αυτό όχι μόνο χωρίς Διχτατορία του Προλεταριάτου και επαναστατικό κόμμα, άλλα και στη βάση της «επέκτασης και πλήρους εκμετάλλευσης των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων», της μετατροπής «των μέσων παραγωγής σε εμπορεύματα» και της «επέκτασης της σφαίρας δράσης του νόμου της Αξίας» - μια θέση-μύθος που δεν έχει καμία σχέση με την, μετά το ΄53, ιστορική πραγματικότητα της σοβιετικής οικονομίας και διαψεύστηκε παταγωδώς απ’ την πορεία της Σοβιετικής Ένωσης προς τον καπιταλισμό (1953-1990) και τη διάλυσή της (1991), όπως θα φανεί απ’ την παρακάτω ανάλυση της εξέλιξης της Σοβιετικής Ένωσης απ’ το ΄53 και ύστερα, σε πολιτικό, ιδεολογικό και οικονομικό επίπεδο.

Σ’ αντίθεση με τα παμπάλαια, γερασμένα και πλήρως χρεοκοπημένα αντιμαρξιστικά αυτά μυθεύματα των αντικομμουνιστών προδοτών σοσιαλδημοκρατών ηγετών του «Κ»ΚΕ, για τους επαναστάτες μαρξιστές δηλ. τους λενινιστές-σταλινιστές, η νίκη της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση σημειώθηκε, μετά το θάνατο-δολοφονία του ΣΤΑΛΙΝ, αρχές-μέσα της δεκαετίας του ΄50, με την ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου απ’ την αποστάτρια προδοτική σοσιαλδημοκρατική ομάδα των Χρουστσοφ-Μικογιαν-Μπρεζνιεφ-Σουσλοφ, κλπ.

Το «κείμενο» της αντισταλινικής-αντιζαχαριαδικής σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του «Κ»ΚΕ δεν συνιστά μαρξιστική ανάλυση της ιστορικής περιόδου 1917-1990 της Σοβιετικής Ένωσης, αντίθετα αποτελεί μια αναφορά σ’ αυτή από αστικο-ρεβιζιονιστική χρουστσοφική σκοπιά. Περιορίζεται σε μια απατηλή και εντελώς επιφανειακού χαρακτήρα ψευτο“κριτική” της περιόδου 1953-1990 με πρωταρχική επιδίωξη τον ιδεολογικο-πολιτικό αποπροσανατολισμό του εργατικου-κομμουνιστικού κινήματος και τη συγκαλυμμένη ενσωμάτωση-εγκλωβισμό του στο αστικό αντεπαναστατικό ρεύμα του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού (= παραλλαγή της αστικής ιδεολογίας) – προορίζεται για εξαπάτηση των εντός και εκτός «Κ»ΚΕ κομμουνιστών.

Το σύνολο της τωρινής ψευτο“κριτικής” της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ, που δεν είναι καθόλου νέα και άγνωστη, έχει ως στόχους τη διάσωση, διατήρηση και υπεράσπιση:

πρώτο

, της αντιμαρξιστικής κεντρικής θέσης του διεθνούς χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού ότι στη Σοβιετική Ένωση υπήρχε τάχα και οικοδομούνταν, και μετά το ΄53-΄56, σοσιαλισμός, χωρίς επαναστατικό Κομμουνιστικό κόμμα και Διχτατορία του Προλεταριάτου, δηλ. ως τα τέλη της δεκαετίας του ΄80 (1989-91) – εκτίμηση-θέση που συγκροτεί συνάμα και μια αστικο-ρεβιζιονιστική αντίληψη του σοσιαλισμου-κομμουνισμού, επειδή προπαγανδίζει ως «σοσιαλισμό» το λεγόμενο «υπαρκτό σοσιαλισμό» των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ-Γκορμπατσόφ, δηλ. τον παλινορθωμένο καπιταλισμό εκείνης της περιόδου – παρόλο που σ’ αυτή, απ’ το ΄53 και μετά, είχαν αρχίσει να εξαλείφονται οι σοσιαλιστικές-κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής και να αντικαθίστανται από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, πισωδρομικό προτσές που ολοκληρώθηκε στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 με την πλήρη εμφάνιση-διαμόρφωση στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης ενός κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού ιδιαίτερου τύπου,

δεύτερο

, διάσωση, διατήρηση και υπεράσπιση όλων των αντιμαρξιστικών απόψεων, όπως αυτές διατυπώθηκαν στα 20ο–21ο–22ο κλπ. συνέδρια που αφορούσαν: 1. ζητήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, 2. ζητήματα προλεταριακής επανάστασης, 3. Διχτατορία του Προλεταριάτου-«παλλαϊκό κράτος», 4. κομμουνιστικό κόμμα-«κόμμα όλου του λαού», 5. «ειρηνική συνύπαρξη», 6. ιμπεριαλισμός-αναπόφευκτο πολέμων.

τρίτο

, προπαγάνδιση στην εργατική τάξη και στο λαό του, μετά το ΄53, παλινορθωμένου καπιταλισμού ως «υπαρκτού σοσιαλισμού»,

τέταρτο

, διάσωση, διατήρηση και υπεράσπιση του αντεπαναστατικού χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού γενικά.

Στο σημείωμα αυτό επιχειρείται, σ’ αντιπαράθεση με το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό και όλα τ’ άλλα οπορτουνιστικά ρεύματα, να καταδειχθεί-τεκμηριωθεί η διακοπή, απ΄ τις αρχές-μέσα της δεκαετίας του ΄50, της οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού στη Σοβιετική Ένωση και η έναρξη του πισωδρομικού προτσές της παλινόρθωση του καπιταλισμού σ’ αυτή – αποτελεί απ’ τα κεντρικότερα ζητήματα της αντιπαράθεσης μεταξύ των επαναστατών μαρξιστών και των σοσιαλδημοκρατών χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών για πάνω από μισό αιώνα, απ’ τα μέσα της δεκαετίας του ΄50 ως τα σήμερα, επειδή αυτό, ως γνωστόν, συνδέεται άμεσα με το πιο σπουδαίο ζήτημα της μαρξιστικής θεωρίας και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος: εκείνο του ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ-ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΥ.

Η ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου – απαρχή της κατεδάφισης-εξάλειψης του σοσιαλισμού και έναρξη της σταδιακής παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση

Η όξυνση της ταξικής πάλης, μετά το θάνατο-δολοφονία του ΣΤΑΛΙΝ, κορυφώνεται με ήττα των επαναστατικών δυνάμεων στο ΚΚΣΕ. Κατέληξε σε νίκη και επικράτηση της ρεβιζιονιστικής αντεπανάστασης με εκπρόσωπο-ηγέτη την αποστάτρια προδοτική σοσιαλδημοκρατική ομάδα των Χρουστσοφ-Μικογιαν-Μπρεζνιεφ-Σουσλοφ, κλπ. η οποία ανέτρεψε τη Διχτατορία του Προλεταριάτου, προετοίμασε το κακόφημο 20ο ρεβιζιονιστικό συνέδριο (Φλεβάρης 1956) που ψήφισε-υιοθέτησε ως γραμμή τις γνωστές αντιμαρξιστικές σοσιαλδημοκρατικές θέσεις που εκφράζουν-έκφρασαν και επικύρωσαν επίσημα και ανοιχτά πλέον τη νίκη των αντεπαναστατικών δυνάμεων στη Σοβιετική Ένωση – αντεπαναστατικές απόψεις που συνάμα επιβεβαιώνουν και την ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου, και δείχνουν επιπλέον ότι η οικονομία αυτής της χώρας μπήκε σε τροχιά κατεδάφισης-εξάλειψης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και παλινόρθωσης του καπιταλισμού με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα στις μετέπειτα δεκαετίες ως τη διάλυση και της ίδιας της καπιταλιστικής Σοβιετικής Ένωσης επί Γκορμπατσόφ.

Όμως, παρά τη νίκη και επικράτηση της χρουστσοφικής ρεβιζιονιστικής αντεπανάστασης, την ανατροπή της Διχτατορία του Προλεταριάτου και την απουσία επαναστατικού κομμουνιστικού κόμματος της εργατικής τάξης, και παρά την εφαρμογή, μετά το ΄53, καπιταλιστικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων που οδήγησαν στην παλινόρθωση του καπιταλισμού, οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές (μαζί τους και η ηγεσία του «Κ»ΚΕ) και άλλα αντιμαρξιστικά ρεύματα, αρνούνται, ακόμα και σήμερα, να παραδεχθούν ότι στη Σοβιετική Ένωση μετά το ΄53 δηλ. την περίοδο των Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ-Γκορμπατσόφ είχε παλινορθωθεί ο καπιταλισμός και ισχυρίζονται ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού «συνεχίστηκε» και μετά το ΄53 και μόλις το 1989-90 εξαλείφθηκε – θέση που είναι σε πλήρη ρήξη-αντίθεση με την αντικειμενική πραγματικότητα της οικονομίας εκείνης της περιόδου στη Σοβ. Ένωση και φυσικά δεν έχει απολύτως καμία σχέση με το μαρξισμό, απλά επιδιώκει να συγκαλύψει το πισωδρομικό προτσές της παλινόρθωσης του καπιταλισμού και να παρουσιάσει το διαβόητο «υπαρκτό σοσιαλισμό», που δεν ήταν παρά υπαρκτός καπιταλισμός, ως «σοσιαλισμό».

Στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα μόνο οι επαναστάτες μαρξιστές δηλ. οι λενινιστές-σταλινιστές ήταν εκείνοι που πρώτοι έθεσαν ζήτημα παλινόρθωσης του καπιταλισμού μετά την επικράτηση, αρχές-μέσα της δεκαετίας του ΄50, της χρουστσοφικής ρεβιζιονιστικής αντεπανάστασης, αποκάλυψαν και ξεσκέπασαν τον καπιταλιστικό χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων της περιόδου των Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ-Γκόρμπατσοφ – επαναστατική στάση που τους έφερε σε μόνιμη, σκληρή και οξύτατη πολιτικο-ιδεολογική αντιπαράθεση σε διεθνές αλλά και σε τοπικό επίπεδο με τους προδότες χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές στα θέματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και εξακολουθεί να τους κρατά στην ίδια θέση, ακόμα και σήμερα, γιατί όπως δείχνει το αντιμαρξιστικό «κείμενο της κεντρικής επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για το Σοσιαλισμό» (Απρίλης 2008), αυτοί εμμένουν σταθερά στις ίδιες αστικο-ρεβιζιονιστικές θέσεις, όπως αυτές διατυπώθηκαν απ’ τους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές εδώ και πάνω από μισό αιώνα απ’ τις αρχές-μέσα της δεκαετίας του ΄50, παρόλο που αυτές διαψεύστηκαν από την αντεπαναστατική πορεία της Σοβιετικής Ένωσης ως το 1989-90. Αντίθετα οι μαρξιστικές θέσεις και αναλύσεις των λενινιστών-σταλινιστών επιβεβαιώθηκαν και δικαιώθηκαν ιστορικά.

Πέρα απ’ το κεντρικό και πολύ σπουδαίο ζήτημα της χρονικής έναρξης του πισωδρομικού προτσές της καπιταλιστικής παλινόρθωσης (για τους επαναστάτες μαρξιστές μετά το 1953 – για το διεθνή χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό και την ηγεσία του «Κ»ΚΕ το 1989-1991), η παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση δεν άρχισε απ’ τη σφαίρα της οικονομικής βάσης, όπως υπονοούν στο «κείμενό» τους οι αντισταλινικοί σοσιαλδημοκράτες ηγέτες (αντιμαρξιστική προσέγγιση για την περίοδο Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ-Γκορμπατσόφ) αλλά εντελώς αντίθετα: άρχισε απ΄ τη σφαίρα του εποικοδομήματος δηλ. απ’ την πολιτική εξουσία με την ανατροπή, μετά το 1953, της Διχτατορίας του Προλεταριάτου, που άνοιξε το δρόμο στις αντιμαρξιστικές αποφάσεις του 20ο συνεδρίου και στην μετέπειτα εφαρμογή στον τομέα της οικονομίας καπιταλιστικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεων.

Την ίδια ρεβιζιονιστική άποψη εκπροσωπεί και η Νίνα Αντρέγιεβα: « οι παραμορφώσεις του σοσιαλισμού άρχισαν πρώτα από τη σφαίρα της οικονομίας» (ΚΟΜΕΠ, 1/1998, σελ. 84) και πως τάχα αργότερα «σταδιακά παρακμάζει το πολιτικό εποικοδόμημα της κοινωνίας», ότι «το κράτος σταδιακά έχανε τη λειτουργία του οργανωτή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης», ότι τάχα «στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 το προλεταριακό κράτος μεταμορφώθηκε σε “παλλαϊκό κράτος”» (σελ.92). Αυτό, όμως, που έγινε στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 δεν ήταν η «μεταμόρφωση» του προλεταριακού κράτους σε «παλλαϊκό κράτος» – γιατί το προλεταριακό κράτος, όσο υπάρχει, δε «μεταμορφώνεται» σε οτιδήποτε άλλο, αυτό μελλοντικά απονεκρώνεται όταν ωριμάζουν οι συνθήκες – αυτό που τότε συνέβηκε είναι ότι οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές παραδέχτηκαν πλέον ανοιχτά ότι στη Σοβ. Ένωση δεν υπήρχε πια Διχτατορία του Προλεταριάτου (ήδη αυτή είχε ανατραπεί πριν το 20ο Συνέδριο, Φλεβάρης 1956) και ότι είχε αντικατασταθεί απ’ το λεγόμενο «κράτος όλου του λαού» δηλ. τη διχτατορία της νέας μπουρζουαζίας. Και αφού δεν υπήρχε οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές υποχρεώθηκαν, μετά από τόσα χρόνια, να εγκαταλείψουν και σε θεωρητικό επίπεδο την έννοια «Διχτατορία του Προλεταριάτου» και να την αντικαταστήσουν με την αστική έννοια «κράτος όλου του λαού».

Είναι φανερό, πως, όπως είναι εντελώς αδύνατη η κατάργηση της ατομικής καπιταλιστικής ιδιοκτησίας σε μια χώρα και η εφαρμογή επαναστατικών σοσιαλιστικών οικονομικών μέτρων για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού χωρίς να προηγηθεί η νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση, δηλ. να ανατραπεί η διχτατορία της αστικής τάξης και να καταλάβει την πολιτική εξουσία η εργατική τάξη, εγκαθιδρύοντας, μετά τη συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής, τη Διχτατορία του Προλεταριάτου, άλλο τόσο είναι αδύνατη και η εφαρμογή καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων όσο υπάρχει η Διχτατορία του Προλεταριάτου (ακριβώς γι’ αυτό δεν είχαμε τέτοιο φαινόμενο την εποχή των ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ στη Σοβ. Ένωση). Επομένως πρώτη και εντελώς απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή των, μετά το ΄53, καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία της Σοβ. Ένωσης ήταν η νίκη της χρουστσοφικής ρεβιζιονιστικής αντεπανάστασης και η ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου.

ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΜΑ-ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ.

Το πισωδρομικό προτσές στη Σοβιετική Ένωση άρχισε απ΄ τη σφαίρα του εποικοδομήματος δηλ. απ’ το επίπεδο της πολιτικής εξουσίας με την νίκη και κυριαρχία του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού στο ΚΚΣΕ και την πραξικοπηματική ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου απ’ την προδοτική σοσιαλδημοκρατική ομάδα των Χρουστσοφ-Μικογιαν-Μπρεζνιεφ-Σουσλοφ, κλπ. – ανατροπή που οδήγησε σε απώλεια της πολιτικής εξουσίας της εργατικής τάξης.

Στη Σοβιετική Ένωση, μετά το ΄53-΄56, δεν υπήρχε πια ούτε Κομμουνιστικό Κόμμα ούτε Διχτατορία του Προλεταριάτου και επομένως χωρίς αυτά δεν υπήρχε σ’ αυτή μα ούτε μπορούσε να υπάρξει Σοσιαλισμός:

Α.

ΚΚΣΕ: απ’ το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης στο αντεπαναστατικό σοσιαλδημοκρατικό «κόμμα ολόκληρου του λαού». Στη Σοβ. Ένωση δεν υπήρχε πια επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα, επειδή: α) το κομμουνιστικό κόμμα άλλαξε χαρακτήρα με τη νέα σοσιαλδημοκρατική γραμμή του 20ου συνεδρίου απ’ την οποία πλέον καθοδηγείται (ζητήματα επανάστασης-σοσιαλισμού) και έτσι από επαναστατικό που ήταν, μετατράπηκε σ’ ένα αστικό σοσιαλδημοκρατικού τύπου κόμμα, στη δράση του (και σε κανένα επίπεδο) δεν καθοδηγούνταν πλέον απ’ τον επαναστατικό μαρξισμό δηλ. το λενινισμό-σταλινισμό, αλλά απ’ το αντεπαναστατικό ρεύμα του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού, β) οι ίδιοι οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές (και ο διεθνής χρουστσοφικός ρεβιζιονισμός) αναγκάζονται να παραδεχθούν (και μάλιστα μόλις 5 χρόνια αργότερα) στο 22ο συνέδριο (1961) ότι το μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα έχει αντικατασταθεί από το λεγόμενο «κόμμα όλου του λαού»: «το μαρξιστικό-λενινιστικό μας κόμμα, που γεννήθηκε σαν κόμμα της εργατικής τάξης, έγινε το κόμμα ολόκληρου του λαού» («Το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ», σελ. 250, Αθήνα 1961).

Όμως οι κομμουνιστές γνωρίζουν ότι δεν υπάρχουν κόμματα «υπεράνω τάξεων» δηλ. κόμματα «ολόκληρου του λαού» αλλά μόνο κόμματα συγκεκριμένων κοινωνικών τάξεων. Επομένως, το τότε σοβιετικό κόμμα που «γεννήθηκε» μεν «σαν κόμμα της εργατικής τάξης» δεν ήταν πλέον κόμμα της εργατικής τάξης: είχε ήδη μετατραπεί σε κόμμα της νέας, υπό διαμόρφωση-συγκρότηση, αστικής τάξης της σοβιετικής κοινωνίας.

Β.

Απ’ τη Διχτατορία του Προλεταριάτου στο «παλλαϊκό κράτος» δηλ. στη διχτατορία της νέας αστικής τάξης. Στη Σοβιετική Ένωση δεν υπήρχε πια Διχτατορία του Προλεταριάτου γιατί: α) αυτή είχε ήδη ανατραπεί την περίοδο ΄53-΄56 απ’ τη ρεβιζιονιστική ομάδα των Χρουστσοφ-Μικογιαν-Μπρεζνιεφ-Σουσλοφ, κλπ. – ανατροπή που αποτέλεσε την πρώτη μα και εντελώς αναγκαία προϋπόθεση για τη σύγκληση του αντεπαναστατικού ρεβιζιονιστικού σοσιαλδημοκρατικού 20ου συνεδρίου (Φλεβάρης 1956) αλλά και την έναρξη της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη Σοβ. Ένωση, β) αυτή αντικαταστάθηκε, όπως παραδέχτηκαν-ομολόγησαν και οι ίδιοι οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές, απ’ το διαβόητο «κράτος όλου του λαού» ή αλλιώς στην περίοδο αυτή σημειώνεται «το πρόβλημα της ανάπτυξης του κράτους της δικτατορίας της εργατικής τάξης σε παλλαϊκό κράτος» και ότι το «παλλαϊκό κράτος είναι το καινούριο στάδιο στην εξέλιξη του σοσιαλιστικού κράτους» («Το 22ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ», σελ. 205, Αθήνα 1961). Αργότερα η αντικατάσταση της Διχτατορίας του Προλεταριάτου απ’ το «κράτος όλου του λαού» κατοχυρώθηκε και στο νέο Σύνταγμα. Στο άρθρο 1 του «Σοβιετικού» Συντάγματος της Μπρεζνιεφικής περιόδου (1977) αναφέρεται: «η Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών είναι σοσιαλιστικό παλλαϊκό κράτος» («Το Σύνταγμα της ΕΣΣΔ», σελ. 42, 1977).

Για το μαρξισμό «κράτος όλου του λαού» δεν υπάρχει (γιατί απλούστατα δεν υπάρχει κράτος υπεράνω τάξεων) και αφού το νέο κράτος των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών δεν είναι κράτος (όπως παραδέχονται-διαβεβαιώνουν ακόμα και οι ίδιοι) της Διχτατορίας του Προλεταριάτου, τότε αυτό δεν μπορεί παρά να είναι – στην ιστορική εποχή της σύγκρουσης καπιταλισμού-σοσιαλισμού – κράτος της νέας «σοβιετικής» μπουρζουαζίας.

Ορθότατα σημειώνει ο διάσημος άγγλος μαρξιστής George Thomson: «ο μαρξισμός διδάσκει, ότι η μόνη εναλλακτική λύση στη Διχτατορία του Προλεταριάτου στη σύγχρονη κοινωνία είναι η διχτατορία της μπουρζουαζίας. Ακριβώς αυτό είναι στην πραγματικότητα το «κράτος όλου του λαού» του Χρουστσόφ… το «κράτος όλου του λαού» είναι στην πραγματικότητα μια διχτατορία της μπουρζουαζίας» (G.Thomson, 1971).

Η παραπάνω άποψη των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών, δεν έχει καμιά σχέση με το μαρξισμό γιατί η Διχτατορία του Προλεταριάτου πρώτο, δεν μετατρέπεται σ’ οτιδήποτε άλλο κατά τη διάρκεια της οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και δεύτερο, παραμένει ως την οικοδόμηση της ολοκληρωμένης κομμουνιστικής κοινωνίας: «ανάμεσα στην καπιταλιστική και στην κομμουνιστική κοινωνία βρίσκεται η περίοδος της επαναστατικής μετατροπής της μιας στη άλλη. Και σ’ αυτή την περίοδο αντιστοιχεί μια πολιτική μεταβατική περίοδος, που το κράτος της δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο παρά η ε π α ν α σ τ α τ ι κ ή δ ι χ τ α τ ο ρ ί α τ ο υ π ρ ο λ ε τ α ρ ι ά τ ο υ» (ΜΑΡΞ). Αργότερα όταν υπάρξουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις το κράτος απονεκρώνεται.

Η ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου και η αντικατάστασή της απ’ το διαβόητο «κράτος όλου του λαού» σημαίνει, ότι η εργατική τάξη στη Σοβιετική Ένωση έχασε οριστικά την πολιτική της εξουσία προς όφελος της νέας μπουρζουαζίας, που τα ταξικά της συμφέροντα εκφράζονταν-εκπροσωπούνταν απ’ το νέο αστικό κράτος δηλ. το «παλλαϊκό κράτος».

Οι αντεπαναστατικές απόψεις των 20ου-22ου, κλπ. συνεδρίων που βρίσκονται σε ανοιχτή ρήξη με το μαρξισμό, εκφράζουν πρώτο, την πλήρη εγκατάλειψή του σ’ όλα γενικά τα ζητήματα, και δεύτερο, την απώλεια της εξουσίας της εργατικής τάξης, ειδικότερα η εφαρμογή αυτών των απόψεων στα ζητήματα οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού, σήμαινε: 1) διακοπή υποχρεωτικά της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, 2) οριστική εγκατάλειψη του δρόμου του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και συνάμα 3) έναρξη του πισωδρομικού προτσές της παλινόρθωσης του καπιταλισμού.

Σε μια χώρα που δεν υπάρχουν πλέον ούτε επαναστατικό κομμουνιστικό κόμμα ούτε Διχτατορία του Προλεταριάτου δεν μπορεί να συνεχιστεί η οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού. Επομένως η παραπέρα οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού στη Σοβ. Ένωση κατέστη όχι μόνο αδύνατη αλλά και συνάμα διακόπηκε οριστικά, ενώ η χώρα μπήκε επιπλέον στον αντεπαναστατικό δρόμο της παλινόρθωσης του καπιταλισμού, βαδίζοντας έτσι οριστικά και αμετάκλητα το δρόμο της τότε Τιτοϊκής καπιταλιστικής Γιουγκοσλαβίας (γι’ αυτό βαφτίστηκε απ’ την ομάδα των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ η Γιουγκοσλαβία «σοσιαλιστική» χώρα) - παλινόρθωση που επιβεβαιώθηκε απ’ τη μετά το ΄53 ιστορική πορεία της Σοβ. Ένωσης της περιόδου των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ και τη διάλυσή της επί Γκορμπατσόφ.

Απ’ τα παραπάνω γίνεται φανερό και βγαίνει αβίαστα το συμπέρασμα ότι σε πολιτικό επίπεδο στη Σοβιετική Ένωση της περιόδου των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ-Γκορμπατσόφ δεν υπήρχε ούτε κομμουνιστικό κόμμα ούτε Διχτατορία του Προλεταριάτου – πράγμα που ομολογούν, όπως διαπιστώθηκε, και οι ίδιοι οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές. Και είναι πασίγνωστο, σύμφωνα με το μαρξισμό, ότι σε μια χώρα που δεν υπάρχει Διχτατορία του Προλεταριάτου, δηλ. δεν υπάρχει εξουσία της εργατικής τάξης, η χώρα αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σοσιαλιστική. Επομένως σε πολιτικό επίπεδο στη Σοβιετική Ένωση, όπου, μετά το 1953-1956, δεν υπήρχε Διχτατορία του Προλεταριάτου και δεν ήταν δυνατό - ακριβώς γι’ αυτό – να υπάρχει μα ούτε υπήρχε σοσιαλισμός.

Το εκεί κράτος – σύμφωνα και με τους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές – δεν ήταν πλέον Διχτατορία του Προλεταριάτου, αλλά είχε αντικατασταθεί από το «κράτος όλου του λαού», που δεν ήταν παρά διχτατορία της νέας «σοβιετικής» μπουρζουαζίας. Το καθεστώς της περιόδου των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ-Γκορμπατσόφ (1953-1990) ήταν ένα αντιδραστικό αστικό μονοκομματικό πολιτικό, φασιστικού τύπου, καθεστώς, στο οποίο απαγορεύονταν η ύπαρξη και δράση επαναστατικών κομμουνιστικών λενινιστικών-σταλινικών Κομμάτων και Οργανώσεων, ένα καθεστώς που είχε κάψει a la Χίτλερ και πολτοποιήσει πολλές εκατοντάδες χιλιάδες τόμων, αν όχι εκατομμύρια, διαφόρων έργων του μεγάλου επαναστάτη κομμουνιστή ηγέτη και κλασικού του μαρξισμού ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ, που διέκοψε και απαγόρεψε την έκδοση οποιουδήποτε έργου του για περίπου 40 ολόκληρα χρόνια δηλ. καθόλη τη διάρκεια της κυριαρχίας του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού (1953-1990), απαγόρεψε την αναφορά στους 4 κλασικούς ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ-ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ και επέβαλλε φασιστική λογοκρισία ακόμα και στις επανεκδόσεις έργων όλων των επαναστατών στα σημεία που αναφέρονταν το όνομα του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ, μεταξύ των οποίων και σ’ εκείνα του μεγάλου κομμουνιστή ηγέτη και πιστού μαθητή του Στάλιν, Georgi Dimitroff (φασιστική λογοκρισία στα έργα του είχε επιβληθεί και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες, μεταξύ των οποίων και στην πατρίδα του τη Βουλγαρία απ’ τη φασιστική κλίκα του Ζίβκοφ). Σχεδόν σ΄ όλα τα έργα του Dimitroff έχει απαλειφθεί το όνομα του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ, αλλά και ολόκληρα κομμάτια και προπαντός στα έργα του «Η Δίκη για τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ» και η «Εισήγηση στο 7ο Συνέδριο της ΚΔ». Ας αναφερθεί με την ευκαιρία μόνο ένα σημείο: «είμαι πραγματικά ένας ε ν θ ο υ σ ι ώ δ η ς ο π α δ ό ς κ α ι θ α υ μ α σ τ ή ς τ ο υ σ ο β ι ε τ ο ρ ο ύ σ ι κ ο υ Κ ο μ μ ο υ ν ι σ τ ι κ ο ύ Κ ό μ μ α τ ο ς, γιατί αυτό το κόμμα κυβερνάει τη πιο μεγάλη χώρα του κόσμου, το ένα έκτο της γης, και με επικεφαλής το Μεγάλο μας ηγέτη Σ τ ά λ ι ν, οικοδομεί τόσο ηρωϊκά και με επιτυχία το σοσιαλισμό» (G.Dimitroff: «Η Δίκη για τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ», σελ. 57, Μόσχα 1942), ενώ στις μετά το 1956 ανατολικογερμανικές εκδόσεις διαβάζουμε: σημεία «είμαι πραγματικά ένας ε ν θ ο υ σ ι ώ δ η ς ο π α δ ό ς κ α ι θ α υ μ α σ τ ή ς τ ο υ σ ο β ι ε τ ι κ ο ύ Κ ο μ μ ο υ ν ι σ τ ι κ ο ύ Κ ό μ μ α τ ο ς, γιατί αυτό το κόμμα κυβερνάει τη πιο μεγάλη χώρα του κόσμου, το ένα έκτο της γης, και οικοδομεί τόσο ηρωϊκά και με επιτυχία το σοσιαλισμό» (G.Dimitroff: «Η Δίκη για τον εμπρησμό του Ράϊχσταγκ, σελ. 72, Βερολίνο(DDR) 1972 και 1978).

Η προδοτική φασιστική κλίκα των Χρουστσοφ-Μπρέζνιεφ για να εξαφανίσει από προσώπου γης το όνομα του ΙΩΣΗΦ ΣΤΑΛΙΝ δεν απαγόρεψε μόνο τα βιβλία του αλλά γκρέμισε και όλα τα αγάλματα και ότι θύμιζε το όνομά του (ονόματα δρόμων, πλατιών, πόλεων, κλπ.) φτάνοντας ως το πρωτοφανές αίσχος να μετονομάσει το παγκόσμιο Σύμβολο της μεγάλης Αντιφασιστικής ΝΙΚΗΣ των λαών – το ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ – σε Βολγογκράντ (για να ικανοποιήσει και χαροποιήσει τους ανά τον κόσμο χιτλερικούς ναζιφασίστες), μια τόσο επαίσχυντη και προκλητική πράξη που δεν τόλμησαν ούτε οι γάλλοι ιμπεριαλιστές που διατηρούν ακόμα και σήμερα τη στάση «ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ» στο μετρό του Παρισιού.

Η εργατική τάξη στη χρουστσο-μπρεζνιεφο-γκορμπατσοφική Σοβιετική Ένωση γνώρισε άγρια καταπίεση και εκμετάλλευση και οι επαναστάτες άγριες φασιστικές διώξεις, μαζί τους και οι επαναστάτες κομμουνιστές αντάρτες των ΕΛΑΣ-ΔΣΕ με τις συλλήψεις, φυλακίσεις, τις φασιστικές Δίκες (Φλεβάρη 1956) των χρουστσοφικών σε βάρος των γενναίων και ακατάβλητων ηρωϊκων ανταρτών του ΔΣΕ, τις πολύχρονες εξορίες πολλών δεκάδων κομμουνιστών στη Σιβηρία με πρώτο το μεγάλο κομμουνιστή ηγέτη Αρχηγό του ΚΚΕ ΝΙΚΟ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ που η αποστάτρια σοσιαλδημοκρατική κλίκα των ΜΠΡΕΖΝΙΕΦ-ΦΛΩΡΑΚΗ δολοφόνησε στη Σιβηρία τον Αύγουστο του ΄73 μετά από 17 χρόνια εξορία, αλλά και τον εγκλεισμό αγωνιστών, για πολιτικούς λόγους, σε ψυχιατρεία, όπως το αντισυνταγματάρχη του ΔΣΕ Κώστα Κυργιάννη-Λακαρέα, πολιτικού επιτρόπου της 159 επίλεκτης ταξιαρχίας του Σουλίου, επειδή δεν δέχονταν να αποκηρύξει την επαναστατική γραμμή των ΣΤΑΛΙΝ-ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ.

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ.

Στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες μετά την πραξικοπηματική ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου και τη νίκη της χρουστσοφικής ρεβιζιονιστικής αντεπανάστασης – νίκη που επισφραγίστηκε ανοιχτά και επίσημα με το 20ο αντεπαναστατικό Συνέδριο του ΚΚΣΕ (Φλεβάρης 1956) –κυρίαρχη ιδεολογία δεν ήταν πλέον ο επαναστατικός μαρξισμός δηλ. λενινισμός-σταλινισμός αλλά το αντεπαναστατικό ρεύμα του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού (= παραλλαγή της αστικής ιδεολογίας).

Ο επαναστατικός μαρξισμός όχι μόνο έπαψε να είναι κυρίαρχη ιδεολογία, αλλά αντίθετα: πρώτο, τέθηκε αμέσως υπό διαρκή διωγμό με απαρχή την πολτοποίηση αλλά και τη φασιστική απαγόρευση των έργων του Στάλιν, και δεύτερο, δέχτηκε σφοδρότατη επίθεση στις επαναστατικές του Αρχές με πρόσχημα τη διαβόητη «πάλη κατά της προσωπολατρίας» και του «δογματισμού», στα πλαίσια της νέας γραμμής της αποσταλινοποίησης-απομαρξιστικοποίησης. Με την ευκαιρία ας σημειωθεί ότι η έννοια της «π ρ ο σ ω π ο λ α τ ρ ί α ς» των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών είναι: α) αντιεπιστημονική, β) αστική, γ) επιφανειακή, δ) αντιμαρξιστική και τέλος στ) συνιστά ιδεαλιστική αντίληψη της ιστορίας. Ακόμη και διάφοροι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές θεωρούν την «προσωπολατρία» ιδεαλιστική αντίληψη, ανάμεσα στους οποίους ο αυστριακός Theodor Prager, ο οποίος απαντώντας στον ανατολικογερμανό ρεβιζιονιστή Otto Reinhold κατά τη διάρκεια συζήτησης (Σεπτέμβρης 1967) για τα 100 χρόνια του «κεφαλαίου» του Μαρξ είχε πει: «τη θεωρώ μια πέρα για πέρα ιδεαλιστική αντίληψη»!

Στα πρώτα, μετά το ΄53-56, χρόνια της μεγάλης αντεπαναστατικής ρεβιζιονιστικής στροφής, οι χρουστσο-μπρεζνιεφικοί ρεβιζιονιστές υποκατέστησαν, εμμέσως πλην σαφώς, το διαλεκτικό-ιστορικό υλισμό με ιδεαλιστικές αντιλήψεις και αστικές θεωρίες με πρόσχημα τη «συμπλήρωση» και τη «δημιουργική ανάπτυξη» του μαρξισμού «στις νέες συνθήκες».

Αν στην εποχή του μπερνσταϊνικο-καουτσκικού ρεβιζιονισμού κυριαρχούσε το αντιδραστικό σύνθημα «επιστροφή στον Καντ», στην εποχή της κυριαρχίας του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού κυριάρχησαν τα αντιδραστικά συνθήματα «επιστροφή στο νέο Μαρξ» («αλλοτρίωση», «άνθρωπος», κλπ.) και «επιστροφή στο Χέγκελ». Σ΄ αυτή την περίοδο – πέρα απ’ την πλήρη αναθεώρηση του μαρξισμού – απορρίφθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι μαρξιστικές εκτιμήσεις της εποχής του ΣΤΑΛΙΝ για το χαρακτήρα της γερμανικής κλασικής φιλοσοφίας και το Hegel, επιπλέον αποκαταστάθηκαν και άρχισαν να προπαγανδίζονται οι πιο αντιδραστικές πλευρές-απόψεις της φιλοσοφίας του (όπως «το γερμανικό πνεύμα ενσαρκώνει την απόλυτη αλήθεια και την ελευθερία», εθνικισμό, κλπ.) που προωθήθηκαν-διαδόθηκαν, εκτός των άλλων, απ’ την ελεγχόμενη απ’ τους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές «Hegelgesellschaft» με πρόεδρο το Wilhelm Raimund Beyer.

Έτσι αμέσως μετά το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ (Φλεβάρης 1956) σοβιετικοί ρεβιζιονιστές θεωρητικοί P.A. Piontkowski (Αύγουστος 1956), J.Ch. Ljabitsch («Kommunist», Ιούλης 1956), P.N. Galansa (Σεπτέμβρης 1956), κλπ. αφού μας πληροφορούν ότι «στη σοβιετική φιλοσοφική βιβλιογραφία κατά την περίοδο της προσωπολατρίας του Στάλιν, η διατύπωση, η φιλοσοφία των Καντ, Φίχτε και Χέγκελ αποτελεί «μια αριστοκρατική αντίδραση στη γαλλική αστική επανάσταση και το γαλλικό υλισμό» είχε το χαρακτήρα μιας αναμφισβήτητης θέσης», καταλήγουν: «η εκτίμηση της φιλοσοφίας του Χέγκελ σαν αριστοκρατική αντίδραση δεν ανταποκρίνεται λοιπόν στην πραγματικότητα» (P.Α. Piontkowski 1956), ενώ λίγα χρόνια αργότερα και μετά το ΧΧΙΙ Συνέδριο (1961), το 1962: «αντίθετα με τα γεγονότα, αντίθετα με το πραγματικό περιεχόμενο της χεγκελιανής φιλοσοφίας, σ’ αντίθεση με την εκτίμησή της απ’ τους θεμελιωτές του μαρξισμού, αυτή χαρακτηρίστηκε από το Στάλιν σαν «αριστοκρατική αντίδραση στη γαλλική επανάσταση και στο γαλλικό υλισμό»» (Mitin, 1962).

Η σοσιαλδημοκρατική ρεβιζιονιστική περίοδος χαρακτηρίζονταν, ως γνωστόν, από την κ α ν τ ι α ν ο π ο ί η σ η του μαρξισμού (με σύνθημα «πίσω στο Καντ») ως κυρίαρχο ρεύμα, ενώ η περίοδος του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού (απ’ τις αρχές-μέσα της δεκαετίας του ’50) χαρακτηρίζεται κυρίως απ’ τη χ ε γ κ ε λ ι α ν ο π ο ί η σ η του μαρξισμού σ’ όλες τις ρεβιζιονιστικές χώρες (μετά το ’56) – χεγκελιανοποίηση που βρήκε την επίσημη έκφρασή της στην «Internationale Hegelgesellschaft» που ελέγχονταν απ’ τους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές και εκφράστηκε, ανάμεσα στ’ άλλα, σε μια προγραμματικού χαρακτήρα επιγραμματική φράση-θέση (μ’ αφορμή τα 125 χρόνια από το θάνατο του Χέγκελ) του τότε προέδρου της W.R.Beyer, ο οποίος, αφού στο έργο του Χέγκελ είχε ήδη απ’ το 1964 «ανακαλύψει»(!) όχι μόνο «πολιτικές προοδευτικές απόψεις» αλλά και «μερικά χαρακτηριστικά υλισμού» (=γελοία αντιδραστική επινόηση) διακήρυσσε: «η πάλη μεταξύ ιδεαλισμού και υλισμού διεξάγεται σήμερα στο σημαντικό της μέρος στο «έδαφος του Χέγκελ», όπως αποδεικνύουν όλα τα διεθνή για το Χέγκελ συνέδρια»(!), και όχι στο έδαφος του υλισμού του ΜΑΡΞ, δηλ. άρνηση και «ξεπέρασμα»-εξάλειψη της αντίθεσης ι δ ε α λ ι σ μ ο ύ – υ λ ι σ μ ο ύ και παραποίηση του μαρξισμού στην κατεύθυνση του αντικειμενικού ιδεαλισμού του Χέγκελ, μετατροπή του μαρξισμού σε μια a la Hegel ιδεαλιστική διδασκαλία. Όταν αργότερα (τέλη Αυγούστου 1974) πραγματοποιήθηκε στη Μόσχα (Πανεπιστήμιο Λομονόσοφ) το οργανωμένο απ’ τη «Hegelgesselschaft», 10ο «Διεθνές Συνέδριο για το Χέγκελ» με θέμα «Η διαλεκτική του Χέγκελ», το περιεχόμενο των απόψεων που εκεί αναπτύχθηκε έδωσε δικαιολογημένα την αφορμή σε αστό συμμετέχοντα στο συνέδριο (M. Haller) να γράψει: «φωτίζοντας το μαρξισμό ιδεαλιστικά» και να μιλήσει για «νέο φως στο πρόβλημα της διαλεκτικής στο Χέγκελ και στο Μαρξ»!!!

Η χεγκελιανοποίηση του μαρξισμού και η αποκατάσταση της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας του Χέγκελ πήγαινε χέρι-χέρι και υπηρετούσε την παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση και στις άλλες ρεβιζιονιστικές χώρες (εσωτερική καταπίεση-εξωτερικές επεμβάσεις και φιλοπόλεμη πολιτική), ανταποκρίνονταν στα συμφέροντα της νέας αστικής τάξης στη Σοβιετική Ένωση, αφού ο Χέγκελ, ως γνωστόν, στην εποχή του συμφιλίωνε τις ταξικές αντιθέσεις μεταξύ φεουδαρχών-μπουρζουαζίας προς όφελος των ταξικών συμφερόντων των Πρώσων φεουδαρχών – σήμερα τις συμφιλιώνει προς όφελος του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού.

Έτσι η ιδεαλιστική φιλοσοφία του Χέγκελ με τη στραμμένη στο παρελθόν διαλεκτική της, που στην εποχή της δικαιολόγησε την ταξική κυριαρχία της φεουδαρχικής αριστοκρατίας και της υποταγμένης σ’ αυτή μπουρζουαζίας, έρχεται τώρα να υπηρετήσει τη νέα σοβιετική μπουρζουαζία, γίνεται «η φιλοσοφική ευλογία στο δεσποτισμό, το αστυνομικό κράτος, τη λογοκρισία» στο εσωτερικό των ρεβιζιονιστικών χωρών και στην εξωτερική πολιτική σηκώνει ψηλά τη σημαία του εθνικισμού-σοβινισμού, του πολέμου και των στρατιωτικών επεμβάσεων σ’ άλλες χώρες, ενώ στις καπιταλιστές χώρες υπηρετεί τη συμφιλίωση των ανταγωνιστικών αντιθέσεων μεταξύ μπουρζουαζίας-προλεταριάτου, και κατά συνέπεια την υποταγή των συμφερόντων του σε κείνα της αντιδραστικής αστικής τάξης.

Αν ο Κ. Κάουτσκι ισχυρίζονταν ότι «ο διαλεκτικός υλισμός είναι μόνο μια μέθοδος που μπορεί να συνδεθεί με κάθε κοσμοθεωρία που να φέρει το όνομα ρεαλισμός ή μονισμός, θετικισμός ή αισθησιαρχία, εμπειρισμός ή εμπειριοκριτικισμός» (K. Kautsky, 1927) και ο M. Adler, ότι «αν πρέπει να απορρίψουμε τη σύνδεση του μαρξισμού ως θεωρία της κοινωνίας με κάποια κοσμοθεωρία, ειδικά εκείνη με το φιλοσοφικό υλισμό...» (M. Adler1922), οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές σύνδεσαν το μαρξισμό, ακριβέστερα τον υποκατέστησαν, με ολόκληρη στρατιά φιλοσοφικών ιδεαλιστικών ρευμάτων.

Στη καπιταλιστική Σοβιετική Ένωση της χρουστσο-μπρεζνιεφο-γκορμπατσοφικής περιόδου αλλά και σ’ όλες τις ρεβιζιονιστικές χώρες του παλινορθωμένου καπιταλισμού αναβίωσαν ο θρησκευτικός σκοταδισμός και ο ανορθολογισμός. Στον τομέα της φιλοσοφίας, μετά το ΄56, άνθισαν σχεδόν όλα τα αντιδραστικά αστικά ιδεαλιστικά φιλοσοφικά ρεύματα απ’ τον πραγματισμό, υπαρξισμό, στρουκτουραλισμό, φροϋδισμό, νεοθετικισμό, οντολογία, φαινομενολογία, φιλοσοφική ανθρωπολογία, κλπ. φθάνοντας ως το όπιο της θρησκείας αλλά και τα υπεραντιδραστικά ρεύματα του νιτσεϊσμού και του γερμανικού ρομαντισμού,.

Αυτά δεν τα αμφισβητούν ούτε οι χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές. Ο πολωνός οικονομολόγος W. Brus σημειώνει το 1974 σχετικά: «Η μετά τον Στάλιν περίοδος έφερε, στον τομέα της ιδεολογίας μια στροφή προς τον πραγματισμό...» (W. Brus, 1975), ενώ ακόμα και ο αμετανόητος δυτικογερμανός χρουστσοφικός ρεβιζιονιστής θεωρητικός του «D»KP Robert Steigerwald ομολογεί το 1989, έστω και «κατόπιν εορτής», ότι στη Σοβιετική Ένωση «ορισμένοι φιλόσοφοι αυτομόλησαν προς την πλευρά των Heidegger, Popper, Gadamer (ορισμένοι μάλιστα προς το Nietzsche!) ή άλλοι περιόριζαν τη θεωρία σε κοινωνιολογική και θετικιστική ανάλυση γεγονότων» (R. Steigerwald,1991).

Η σταδιακή παλινόρθωση του καπιταλισμού στη Σοβ, Ένωση και η ολοκλήρωσή της στα τέλη της δεκαετίας του ΄60 με την εφαρμογή των πιο ολοκληρωμένων ως τότε καπιταλιστικών μεταρρυθμίσεων του ΄65 (μεταρρύθμιση Μπρέζνιεφ-Κοσσύγκιν Οκτώβρης 1965) και οι αναπόφευκτες αλλαγές στις κοινωνικο-ταξικές σχέσεις δηλ. η νέα αυτή πραγματικότητα προκάλεσε – παράλληλα με τη διατήρηση της δημαγωγικής αναφοράς των ρεβιζιονιστών στο «μαρξισμό» τους – πέρα απ’ την άνθιση στις ρεβιζιονιστικές-καπιταλιστικές χώρες όλων σχεδόν των αντιδραστικών φιλοσοφικών ιδεαλιστικών ρευμάτων, το ανοιχτό πέρασμα ακόμα και στις πιο ακραίες αντιδραστικές φιλοσοφικές απόψεις και αντιλήψεις με την αποκατάστασή τους καταρχήν, την υιοθέτησή τους στη συνέχεια και τέλος την προπαγάνδισή τους με πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις τις αντιδραστικές φεουδαρχικές απόψεις του γερμανικού ρομαντισμού που γοητεύονται απ’ το μεσαίωνα και την επιστροφή σ’ αυτόν (τους πρώσους ρομαντικούς ο Ενγκελς τους αποκαλούσε «θεωρητικούς της φεουδαρχίας») αλλά και τις υπεραντιδραστικές απόψεις του Friedrich Nietzsche (είδωλο των Μουσολίνι-Χίτλερ) αλλά και του νιτσεϊσμού (Spengler, Heidegger,κλπ.) που και τα δύο αυτά ρεύματα συνέβαλλαν τα μέγιστα στη διαμόρφωση των ναζιστικών απόψεων της χιτλερικής Γερμανίας και αξιοποιήθηκαν στο μέγιστο δυνατό βαθμό από τους ναζι-φασίστες. Έτσι σ΄ αυτή την περίπτωση το χρουστσο-μπρεζνιεφικό ρεβιζιονιστικό ρεύμα εγκατέλειψε καταρχήν: 1) το μαρξισμό, 2) τη μαρξιστική εκτίμηση αυτών των αντιδραστικών αντιλήψεων, αλλά έπραξε ακόμα και κάτι χειρότερο: 3) εγκατέλειψε επιπλέον την αντιφασιστική σκοπιά και τις αντιφασιστικές θέσεις, 4) ανέλαβε την προπαγάνδιση αυτών των υπεραντιδραστικών απόψεων, εμφανίζοντάς τες ως «δημοκρατικές» 5) μπόλιασε ιδεολογικά το εργατικό κίνημα όχι μόνο με αστικές «δημοκρατικές» απόψεις αλλά και με ανοιχτά εθνικιστικές και φασιστικές.

Μάλιστα οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές μαζί με τους Ulbricht-Honneker έφτασαν στο σημείο, αρχές της δεκαετίας του ΄60, να επιτρέψουν το άνοιγμα των Αρχείων του Nietzsche στη Weimar(DDR) σε δυο ιταλούς ομοϊδεάτες τους (M.Montinari-G.Colli) για να προετοιμάσουν μια «αποναζιστικοποιημένη» έκδοση των έργων του, που εκδόθηκαν αργότερα.

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΟΜΕΑΣ

. Είναι απαραίτητο να υπογραμμιστεί ευθύς εξαρχής, πως πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα, ότι οι παρακάτω απόψεις και θέσεις, παρά την όποια αντιφατικότητα και ασάφεια, των ρεβιζιονιστών οικονομολόγων – με εξαίρεση του δημαγωγικού τους σκέλους για δήθεν οικοδόμηση του σοσιαλισμου-κομμουνισμού – απ’ τη μια επιτίθενται και απορρίπτουν τις μαρξιστικές απόψεις του ΣΤΑΛΙΝ σχετικά με τα ζητήματα της οικοδόμησης του κομμουνισμού, ενώ ταυτόχρονα απ’ την άλλη δίνουν τον αστικό προσανατολισμό αλλά και την εφαρμογή των απαραίτητων μέτρων για να κινηθεί η οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης και των άλλων ρεβιζιονιστικών χωρών σ’ αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση δηλ. αποτελούν έμμεση-άμεση ομολογία του καπιταλιστικού χαρακτήρα των οικονομικών μεταρρυθμίσεων σ’ αυτές τις χώρες, αντανακλούν τα τεκταινόμενα στην ανάπτυξη της σοβιετικής οικονομίας δηλ. την πορεία του πισωδρομικού προτσές της καπιταλιστικής παλινόρθωσης. (η παράθεση αυτών των αντιμαρξιστικών απόψεων-θέσεων δεν γίνεται για να υποκατασταθεί η ανάλυση του προτσές της παλινόρθωσης του καπιταλισμού, αλλά αντίθετα, ως άμεση-έμμεση ομολογία-επιβεβαίωση και απ’ την αντίπαλη ρεβιζιονιστική πλευρά αυτής της αντεπαναστατικής πορείας της Σοβ. Ένωσης).

Ως τις αρχές του 1953 η οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης κινούνταν στην κατεύθυνση της παραπέρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και βρίσκονταν σε μια φάση ανάπτυξης στην οποία: α. τα μέσα παραγωγής δεν ήταν εμπορεύματα δηλ. δεν πουλιούνται-αγοράζονται μεταξύ των κρατικών επιχειρήσεων, αλλά κατανέμονταν κεντρικά στη βάση του Σχεδίου ανάλογα με τις ανάγκες ανάπτυξης της οικονομίας, β. η εργατική δύναμη δεν ήταν εμπόρευμα, αφού η εργατική τάξη κατείχε και έλεγχε τα μέσα παραγωγής συλλογικά ως τάξη μέσω του κράτους της Διχτατορίας του Προλεταριάτου, γ. ο νόμος της Αξίας είχε περιορισμένη δράση και δεν ρύθμιζε πλέον την παραγωγή, όπως συμβαίνει στον καπιταλισμό, δ. Οι εμπορευματο-χρηματικές-σχέσεις (=Ware-Geld-Beziehungen) περιορίζονταν συνεχώς στην κατεύθυνση της πλήρους εξάλειψής τους στην ολοκληρωμένη κομμουνιστική αταξική κοινωνία. Αλλά ας δοθούν οι σύμφωνες με τα διδάγματα των κλασικών μαρξιστικές απόψεις του ΣΤΑΛΙΝ που συνάμα γενίκευαν-έκφραζαν και την ως τότε πείρα οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και δια γραφίδος ρεβιζιονιστών σοβιετικών οικονομολόγων: «το βασικό περιεχόμενο των σταλινικών ιδεών για τα ζητήματα των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων στο σοσιαλισμό συνίσταται στα παρακάτω: η σοσιαλιστική παραγωγή δεν είναι, ως προς το χαρακτήρα της, εμπορευματική παραγωγή, και οι εμπορευματο-χρηματικές-σχέσεις είναι μια κληρονομιά του καπιταλισμού… η σφαίρα της εμπορευματικής παραγωγής περιορίζεται στα αντικείμενα προσωπικής κατανάλωσης, ενώ τα μέσα παραγωγής δεν είναι εμπορεύματα αλλά έχουν μόνο εμπορευματικό περίβλημα. Ο νόμος της Αξίας δεν συμμετέχει στη ρύθμιση της παραγωγής. Η σφαίρα δράσης εκτείνεται κυρίως στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων, στην ανταλλαγή εμπορευμάτων μέσω αγοράς και πώλησης, κυρίως στην ανταλλαγή εμπορευμάτων ατομικής κατανάλωσης… Ο Ι.Β. Στάλιν αρνούνταν το ρυθμιστικό ρόλο του νόμου της Αξίας στη διαμόρφωση των τιμών για τα μέσα παραγωγής, συμπεριλαμβανομένων και των πρώτων υλών της αγροτικής οικονομίας. Ξεκινώντας απ’ τις παραπάνω απόψεις για τη θέση και το ρόλο των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων στο σοσιαλισμό, κατέληξε στο συμπέρασμα, ότι η εμπορευματική κυκλοφορία είναι ασυμβίβαστη με το σκοπό του περάσματος απ’ το σοσιαλισμό στον κομμουνισμό» (P.G. Saostrowzew / G.G. Bogomasow / A.N. Malafejew, 1972).

Τα παραπάνω δεν ήταν μόνο ιδέες του Στάλιν δηλ. θεωρία, αλλά αποτελούσαν συνάμα και τη ζωντανή πραγματικότητα εκείνης της εποχής: εφαρμόζονταν στην πράξη στην τότε οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης, επιβεβαιώνοντας έτσι πλέρια την ορθότητα των απόψεων των κλασικών του μαρξισμού ΜΑΡΞ-ΕΝΓΚΕΛΣ-ΛΕΝΙΝ-ΣΤΑΛΙΝ σχετικά με τα ζητήματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και έδιναν το συγκεκριμένο περιεχόμενο αυτής της επαναστατικής πορείας προς τον κομμουνισμό – μια πορεία και περιεχόμενο που βρίσκονταν πάντα σε πλήρη αντιπαράθεση με το περιεχόμενο του εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος (οικονομικοί νόμοι και μηχανισμοί λειτουργίας του).

Μετά το θρίαμβο και τη νίκη της χρουστσοφικής ρεβιζιονιστικής αντεπανάστασης και την πλήρη απομάκρυνσή του, στο θεωρητικό επίπεδο, απ’ το μαρξισμό, το αστικό πλέον ΚΚΣΕ, ένα σοσιαλδημοκρατικού τύπου κόμμα, πρωτοστατεί, καθοδηγεί και εφαρμόζει στη σοσιαλιστική οικονομία της Σοβ. Ένωσης σειρά, καπιταλιστικού χαρακτήρα, οικονομικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τη σταδιακή εξάλειψη του σοσιαλισμού και την πλήρη παλινόρθωση του καπιταλισμού, τις οποίες, βέβαια, παρουσίαζε-προπαγάνδισε ως μεταρρυθμίσεις που τάχα θα οδηγούσαν τη Σοβ. Ένωση, και μάλιστα στη δεκαετία του ΄80, στον «κομμουνισμό» (σήμερα όλοι γνωρίζουν ότι αντί γι’ αυτό, στα τέλη της δεκαετίας του ΄80, αυτές οδήγησαν ακόμα και στη διάλυση της καπιταλιστικής Σοβ. Ένωσης), κι αυτά λέγονταν την ίδια στιγμή που και τα δυο πρώτα μέτρα που εφαρμόστηκαν, απ’ τις αρχές-μέσα της δεκαετίας του ΄50, στον τομέα της βιομηχανίας της ως τότε σοσιαλιστικης-κομμουνιστικής οικονομίας δηλ. η αγορα-πωλησία των μέσων παραγωγής (ως τότε τα μέσα παραγωγής δεν ήταν εμπορεύματα) και η «επέκταση και εκμετάλλευση των εμπορευματικο-χρηματικών-σχέσεων» οδηγούσαν κατευθείαν στον καπιταλισμό (είναι γνωστό ότι ως τότε οι εμπορευματο-χρηματικές-σχέσεις περιορίζονταν συνεχώς στην κατεύθυνση της πλήρους εξάλειψής τους στην ολοκληρωμένη κομμουνιστική κοινωνία).

Νωρίτερα, όμως, ήδη από τον Αύγουστο του 1953, στην αγροτική οικονομία πάρθηκε απόφαση για την επέκταση των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων, η οποία άρχισε να εφαρμόζεται αμέσως την ίδια χρονιά: «στην αγροτική οικονομία εφαρμόστηκαν μεταρρυθμίσεις (Αύγουστος 1953: αποφάσεις του Ανωτάτου Σοβιέτ, το Σεπτέμβρη: βασικό πρόγραμμα της ΚΕ του ΚΚΣΕ), οι οποίες κατάργησαν σταθερά τον υπερσυγκεντρωτισμό και επέκτειναν τον τομέα των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων» (W. Brus, 1961).

Η εφαρμογή και των δυο αυτών μέτρων στη βιομηχανία της σοσιαλιστικής οικονομίας: 1. η αγορά-πώληση των μέσων παραγωγής δηλ. η μετατροπή τους σε εμπορεύματα, 2. η επέκταση και πλήρης εκμετάλλευση των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων (αντί του συνεχούς περιορισμού) ή όπως αργότερα διατυπώθηκε με σαφήνεια στο αντεπαναστατικό Πρόγραμμα του 22ου συνεδρίου του ΚΚΣΕ: «για την κομμουνιστική οικοδόμηση πρέπει να γίνει πλήρης εκμετάλλευση των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων…» («Programm und Statut der Kommunistischen Partei der Sowjetunion“, Berlin (DDR) 1961, σελ. 85), σε θεωρητικό επίπεδο συνιστούν πλήρη απομάκρυνση απ’ το μαρξισμό στα ζητήματα της οικοδόμησης του σοσιαλισμου-κομμουνισμού και σε πρακτικό επίπεδο σημαίνουν: α. οριστική διακοπή και εγκατάλειψη της οικοδόμησης του σοσιαλισμού-κομμουνισμού και ταυτόχρονα, β. έναρξη (στον οικονομικό τομέα, γιατί στον πολιτικό είχε ήδη προηγηθεί με την ανατροπή της Διχτατορίας του Προλεταριάτου) του πισωδρομικού προτσές της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση. Πέραν της επίσημης αναφοράς στο 22ο Συνέδριο (1961), ο ρεβιζιονιστής οικονομολόγος G.Koslow (αλλά και άλλοι) μας πληροφορεί ότι η απόφαση για εφαρμογή του δεύτερου καπιταλιστικού μέτρου χρονολογείται ήδη απ’ τα πρώτα, μετά το ΄53, χρόνια: «στα ντοκουμέντα του ΚΚΣΕ μετά το 1953 υποδεικνύεται, ότι είναι αναγκαία η εκμετάλλευση των εμπορευματικών σχέσεων για την οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας» («σύγκρινε εισηγήσεις Ν.Σ.Χρουστσοφ στα χρόνια 1953 ως 1960, ιδιαίτερα η εισήγηση στην Ολομέλεια του Δεκέμβρη 1958 καθώς και τις ανάλογες αποφάσεις στις συνεδριάσεις της ΚΕ του ΚΚΣΕ και του ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ») (G.Koslow, 1961).

1.

Μέσα παραγωγής εμπορεύματα. Τα μέσα παραγωγής στην οικονομία της Σοβ. Ένωσης είχαν, μετά το ΄53, μετατραπεί σε εμπορεύματα, πράγμα που δεν αμφισβητούν ούτε οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές. Ο οικονομολόγος Kusminow παραδέχεται-ομολογεί ότι στη σοβιετική οικονομία της περιόδου των Χρουστσόφ-Μπρέζνιεφ «τα μεγάλα μέσα παραγωγής, που παράγονται απ’ τις κρατικές επιχειρήσεις… είναι εμπορεύματα» (I.I. Kusminow, 1971), ενώ σ’ άλλο σημείο επέκρινε και απέρριψε τη μαρξιστική άποψη του ΣΤΑΛΙΝ που ταυτόχρονα αποτελούσε και σωστή διαπίστωση για τη σοσιαλιστική οικονομία της Σοβ. Ένωσης ως το ΄53, «ότι οι εμπορευματο-χρηματικές-σχέσεις στο σοσιαλισμό περιορίζονται μόνο στα αντικείμενα προσωπικής ανάγκης και τα μέσα παραγωγής δεν είναι εμπορεύματα». Χαρακτήριζε αυτή τη διαπίστωση απλά «επιστημονική υπόθεση», ενώ αυτή ήταν η ζωντανή αντικειμενική πραγματικότητα στη σοσιαλιστική-κομμουνιστική οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης του ΣΤΑΛΙΝ. Ισχυρίστηκε ακόμα, ότι η αντίληψη «τα μέσα παραγωγής δεν είναι εμπορεύματα και δεν υπόκειται στη δράση του νόμου της Αξίας δεν επέζησε» (I.I. Kusminow, 1971). Ασφαλώς και δεν ήταν δυνατόν να επιζήσει, μετά την επικράτηση του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού, ούτε ως μαρξιστική θεωρία αλλά ούτε προπαντός ως ζωντανή πραγματικότητα της σοσιαλιστικής οικονομίας της Σοβιετικής Ένωσης με την επιλογή του δρόμου της καπιταλιστικής παλινόρθωσης και την εφαρμογή του καπιταλιστικού μέτρου αγορα-πωλησίας των μέσων παραγωγής.

Παρόλο που η πρακτική εφαρμογή του καπιταλιστικού μέτρου της αγορα-πωλησίας των μέσων παραγωγής προηγήθηκε των θεωρητικών συζητήσεων μεταξύ των σοβιετικών οικονομολόγων, αξίζει και είναι σημαντικό να γίνει πλατύτερα γνωστό ότι ήδη το Μάη του ΄56 στην ημερίδα του κρατικού πανεπιστημίου της Μόσχας, ο καθηγητής A.W. Batschurin, αφού πρώτα τραγούδησε το γνωστό «μελωδικό» μπουρζουάδικο άσμα της «προσωπολατρίας», αμφισβήτησε ευθέως την ορθότητα της διαπίστωσης του ΣΤΑΛΙΝ ότι «τα μέσα παραγωγής στο σοσιαλισμό δεν είναι εμπορεύματα» (έτσι ήταν ως το 1953) και διατύπωσε την αντιμαρξιστική άποψη-πρόταση ότι «τα μέσα παραγωγής στο σοσιαλισμό είναι εμπορεύματα» (A.W. Batschurin, Μάης ΄56), εκφράζοντας προφανώς τη γενικότερη αντιμαρξιστική κατεύθυνση των ρεβιζιονιστών και τον προσανατολισμό της οικονομίας της Σοβ. Ένωσης προς τον καπιταλισμό μα πρώτ’ απ’ όλα ειδικότερα την πραγματικότητα της μετά το ΄53 περιόδου δηλ. όταν τα μέσα παραγωγής που την εποχή του ΣΤΑΛΙΝ είχαν χάσει τον εμπορευματικό τους χαρακτήρα, τώρα είναι εμπορεύματα. Ο δε καθηγητής F.B. Koscheljow μας διδάσκει: «με κάθε δικαίωμα μπορούμε να ισχυριστούμε, ότι στο σοσιαλισμό τα μέσα παραγωγής είναι εμπορεύματα» (F.B. Koscheljow, Μάης ΄56), εννοώντας προφανώς με την έννοια «σοσιαλισμό» τον παλινορθωμένο καπιταλισμό, γιατί μόνο στον καπιταλισμό τα μέσα παραγωγής είναι εμπορεύματα και όχι στο σοσιαλισμο-κομμουνισμό.

Αφού, λοιπόν, τα μέσα παραγωγής στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης της χρουστσο-μπρεζνιεφικής περιόδου είχαν ήδη μετατραπεί σε εμπορεύματα – σύμφωνα και με τις παραπάνω δικές τους ομολογίες – οι ρεβιζιονιστές οικονομολόγοι συζητούσαν πλέον και μάλιστα απ’ τα πρώτα κιόλας χρόνια για το μηχανισμό διαμόρφωσης των τιμών τους: «η υπάρχουσα διαμόρφωση τιμών για τα μέσα παραγωγής χρειάζεται ουσιαστικά ν’ αλλάξει, ώστε το επίπεδο τιμών γι’ αυτά να πλησιάσει την αξία τους» και «για την πράξη πολύ σπουδαίο είναι το ζήτημα αν οι τιμές για τα μέσα παραγωγής θα πλησιάσουν την αξία τους» (M. Bor, 1957), ενώ άλλος ισχυρίζεται ότι «η διαμόρφωση τιμών για τα μέσα παραγωγής πρέπει οπωσδήποτε ν’ αλλάξει» (S.G. Strumilin, 1957)

2. Επέκταση και πλήρης εκμετάλλευση των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεών

. Πολύ πριν την επίσημη διατύπωση στο 22ο Συνέδριο(1961) της θέσης-πρότασης για επέκταση και εκμετάλλευση των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης είχαν προηγηθεί συζητήσεις αλλά και η πρακτική εφαρμογή αυτού του καπιταλιστικού μέτρου ήταν ένα πραγματικό γεγονός.

Ο ρεβιζιονιστής οικονομολόγος S.W. Atlas σε διάλεξή του τονίζει, ότι «όπως είναι γνωστό, στα «Οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού» ο Ι. Στάλιν έδωσε την προοπτική ενός σταδιακού περιορισμού της σφαίρας των εμπορευματικών και χρηματικών-σχέσεων προς όφελος της ανάπτυξης της ανταλλαγής προϊόντων… αυτή η προοπτική δεν επιβεβαιώθηκε από την πράξη της κομμουνιστικής οικοδόμησης, δεν ανταποκρίνεται στα καθήκοντα της οικοδόμησης του κομμουνισμού. Στην ΕΣΣΔ οι εμπορευματικές και χρηματικές-σχέσεις δεν μειώθηκαν, αλλά αντίθετα, τα τελευταία χρόνια σημείωσαν μια παραπέρα και πολύ σημαντική ανάπτυξη» (S.W.Atlas, Μάης 1959).

Ασφαλώς και επιβεβαιώθηκε απ’ την πράξη της κομμουνιστικής οικοδόμησης ο περιορισμός των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων, επειδή αυτό ως το 1953 αποτελούσε όχι μόνο αντικειμενική πραγματικότητα στην σοσιαλιστικη-κομμουνιστική οικονομία της Σοβ. Ένωσης αλλά επιπλέον είναι και το μόνο μέτρο που ανταποκρίνονταν-ανταποκρίνεται πλέρια στα καθήκοντα της οικοδόμησης του κομμουνισμού. Το ότι οι εμπορευματο-χρηματικές-σχέσεις τα «τελευταία χρόνια» δηλ. τη χρουτσο-μπρεζνιεφική περίοδο είχαν σημειώσει «πολύ σημαντική ανάπτυξη», αυτό είναι ένα πραγματικό γεγονός που κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, όμως η ανάπτυξη αυτή είναι ακριβώς εκείνη που συνέβαλλε στη μεγάλη διεύρυνση της εμπορευματικής παραγωγής στην οικονομία της Σοβ. Ένωσης και την ολοκληρωμένη εμφάνιση σ’ αυτή της καπιταλιστικής εμπορευματικής παραγωγής.

Ένας άλλος ο L.A. Leontjew παραδέχεται ότι οι εμπορευματο-χρηματικές-σχέσεις όχι μόνο υπήρχαν και επεκτείνονταν στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης εκείνης της περιόδου, αλλά θα παραμείνουν και στην κομμουνιστική αταξική κοινωνία και ότι «το Σχέδιο όχι μόνο δεν αποκλείει την ύπαρξη της εμπορευματικής παραγωγής, αλλά αντίθετα την προϋποθέτει» (L.A. Leontjew 1966).

Αλλά και ο I.I. Kusminow, αφού επικρίνει το Στάλιν γι’ αυτό το ζήτημα, παραδέχεται-υποστηρίζει ότι « η εμπορευματική παραγωγή στο σοσιαλισμό συνδέεται με τη νέα ουσία της οικονομίας, το προτσές της διαρκούς δυναμικής ανάπτυξής της. Η άρνηση της εμπορευματικής παραγωγής και των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων στο σοσιαλισμό είναι θεωρητικά αβάσιμη και επιζήμια» στην πράξη (I.I. Kusminow, 1971), θεωρώντας την επέκταση-ανάπτυξη και των δυο απαραίτητη για την οικοδόμηση της «σοσιαλιστικής-κομμουνιστικής κοινωνίας» του δηλ. για την προώθηση του προτσές της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη Σοβ. Ένωση, πράγμα που επιβεβαιώθηκε απ΄ την μετέπειτα πορεία της.

Άλλοι οικονομολόγοι μας πληροφορούν και παραδέχονται: «πριν την έναρξη της οικονομικής μεταρρύθμισης η οικονομική επιστήμη πέτυχε να ξεπεράσει ορισμένες απαρχαιωμένες θέσεις και δόγματα στα ζητήματα της εκμετάλλευσης των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων» και να ξεπεραστεί η «λαθεμένη άποψη», ότι «τα μέσα παραγωγής, ως προς την ουσία τους, δεν είναι εμπορεύματα, αλλά έχουν μόνο εμπορευματικό περίβλημα, η οποία έπρεπε να εγκαταλειφθεί» (P.G. Saostrowzew / G.G. Bogomasow / A.N. Malafejew, 1972).

Όλων βέβαια των οικονομολόγων είχε προηγηθεί ο αρχιπροδότης κλόουν Νικήτα Χρουστσόφ που με το απύθμενο και προκλητικό θράσος του αποστάτη διακήρυττε απ’ το βήμα της Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΣΕ (Δεκέμβρης 1957) ότι με την επέκταση των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων θα οικοδομούνταν τάχα αργότερα ο κομμουνισμός, ενώ γνώριζε ότι η επέκταση και ανάπτυξή τους οδηγούν, όπως και έγινε, κατευθείαν στον καπιταλισμό: «μπορούμε να πούμε: βαδίζουμε προς τον κομμουνισμό και ταυτόχρονα αναπτύσσουμε τις εμπορευματικές σχέσεις. Δεν έρχεται σε αντίθεση το ένα με το άλλο; Όχι, δεν αντιφάσκουν» (Ν.Σ. Χρουστσόφ, 1957).

Στην περίπτωση και των δυο αυτών μέτρων, οι σοβιετικοί χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές δεν έχουν περιθώρια δημαγωγίας: ομολογούν ανοιχτά ότι εφαρμόστηκαν, μετά το ΄53, στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης και άλλαξαν εντελώς την κατεύθυνσή της σε σχέση μ’ εκείνη της περιόδου του ΣΤΑΛΙΝ. Εκείνο που αποτελούσε δημαγωγία και πολιτική απάτη ήταν ο ισχυρισμός ότι παρουσίαζαν τις καπιταλιστικού χαρακτήρα αυτές μεταρρυθμίσεις ως «σοσιαλιστικές» και πως μ’ αυτές, παρά την αλλαγή κατεύθυνσης απ’ το σοσιαλισμό προς τον καπιταλισμό, η οικονομία της Σοβ. Ένωσης θα έφτανε τάχα στον κομμουνισμό, ενώ έφτασε, όπως όλοι σήμερα γνωρίζουν, στην καπιταλιστική καταστροφή – μια πορεία αναπόφευκτη που είχαν προβλέψει οι επαναστάτες μαρξιστές δηλ. οι λενινιστές-σταλινιστές, που δικαιώθηκαν ιστορικά.

Είναι φανερό, πως πρώτο, η εφαρμογή των δυο παραπάνω μέτρων στην οικονομία της Σοβιετικής Ένωσης είχε ως στόχο και κινήθηκε στην κατεύθυνση της οριστικής, στην πορεία, εξάλειψης των σοσιαλιστικων-κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και την αντικατάστασή τους με καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής (ήδη με τη μετατροπή των μέσων παραγωγής σε εμπορεύματα εμφανίζεται στη σοβιετική οικονομία και το πρώτο βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής) και δεύτερο, βρίσκονταν σε πλήρη ρήξη με τις απόψεις των κλασικών για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικης-κομμουνιστικής κοινωνίας, γιατί είναι γνωστό ότι οι θεμελιωτές του μαρξισμού Marx-Engels εκπροσωπούσαν στα έργα τους («Das Kapital», «Kritik des Gothauer Programms», «Anti-Duehring», κλπ.) την ακριβώς αντίθετη άποψη: ότι στο σοσιαλισμό δεν υπάρχει πλέον θέση για την εμπορευματική παραγωγή και για τις εμπορευματο-χρηματικές-σχέσεις (=Ware-Geld-Beziehungen), εννοώντας προφανώς την μετά την οικοδόμηση της οικονομικής του βάσης περίοδο και φυσικά την ολοκληρωμένη κομμουνιστική αταξική κοινωνία. Θεωρούσαν τις εμπορευματο-χρηματικές-σχέσεις «υπόλειμμα» του παλιού καπιταλιστικού συστήματος που πρέπει να ξεπεραστεί: «με την κατοχή των μέσων παραγωγής από την κοινωνία εξαλείφεται η εμπορευματική παραγωγή και η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στους παραγωγούς. Η αναρχία της κοινωνικής παραγωγής αντικαθίσταται από τη συνειδητή και σχεδιασμένη οργάνωση» (ΕNGELS). Το ίδιο υπογραμμίζει και ο ΛΕΝΙΝ σε διάφορα έργα του, που κι αυτός θεωρεί εντελώς απαραίτητη και αναγκαία την εξάλειψη της εμπορευματικής παραγωγής για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού-κομμουνισμού: «ότι αφορά το σοσιαλισμό, αυτός συνίσταται ως γνωστόν στην εξάλειψη της εμπορευματικής οικονομίας» (ΛΕΝΙΝ). Και αλλού: «το κρατικό προϊόν, το προϊόν του σοσιαλιστικού εργοστασίου, που ανταλλάσσεται με αγροτικά είδη διατροφής, δεν είναι εμπόρευμα με την έννοια της πολιτικής οικονομίας, πάντως δεν είναι μόνο εμπόρευμα, δεν είναι πια εμπόρευμα, παύει να είναι εμπόρευμα» (ΛΕΝΙΝ). Αλλά και οι σοβιετικοί ρεβιζιονιστές οικονομολόγοι αποδέχονται-επιβεβαιώνουν: «το ασυμβίβαστο του σοσιαλισμού με τις εμπορευματικές σχέσεις είχαν υποδείξει στην εποχή τους ο Karl Marx και ο Friedrich Engels, και πάνω σ’ αυτό έγραψαν οι προπαγανδιστές των ιδεών των κλασικών του μαρξισμού P. Lafargue, A. Bebel και G. Plechanow. Ο Β.Ι. Λένιν σε μια σειρά εργασίες του, ακόμα και σ’ εκείνες που είχε γράψει μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, επανειλημμένα τόνισε, ότι στο σοσιαλισμό εκλείπει η αναγκαιότητα των εμπορευματικών σχέσεων» (P.G. Saostrowzew / G.G. Bogomasow / A.N. Malafejew, 1972), ενώ ένας άλλος γράφει: «πράγματι ο Μαρξ και ο Ένγκελς έγραψαν, ότι στο σοσιαλισμό δε θα υπάρχει θέση για την εμπορευματική παραγωγή και για τις εμπορευματο-χρηματικές-σχέσεις» (I.I.Kusminow, 1971).

Στην αγροτική οικονομία τα πρώτα μέτρα αποκέντρωσης και επέκτασης των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων πάρθηκαν και άρχισαν αμέσως να εφαρμόζονται, όπως προαναφέρθηκε, ήδη από τον Αύγουστο του 1953, ενώ το 1958 ακολούθησε η διάλυση των Μηχανοτρακτερικών Σταθμών (η συγκρότηση και ύπαρξή τους απέβλεπε στον περιορισμό των εμπορευματικο-χρηματικών-σχέσεων και στο πλησίασμα των δυο μορφών (κρατικής-συνεταιριστικής) σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας και τη συγχώνευσή τους σε ενιαία κομμουνιστική ιδιοκτησία) και τα μέσα παραγωγής πουλήθηκαν στους συνεταιρισμούς, μ’ αποτέλεσμα α) τη διεύρυνση των εμπορευματο-χρηματικών-σχέσεων και β) τη μόνιμη απομάκρυνση της συνεταιριστικής από την κρατική ιδιοκτησία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: