Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ 1944 - Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Το ζήτημα της αντιμετώπισης των βρετανικών δυνάμεων ξανά στο προσκήνιο

Σε αυτό το εξαιρετικά κρίσιμο σημείο της μάχης, οι αμφιταλαντεύσεις της ηγεσίας του ΕΛΑΣ ως προς το ζήτημα της αντιμετώπισης των βρετανικών δυνάμεων φαίνεται ότι διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο. Στις 10 Δεκεμβρίου, παρά το γεγονός ότι είχαν συμπληρωθεί πέντε ημέρες μαχών, ο ΕΛΑΣ δεν είχε πραγματοποιήσει επίθεση κατά των βρετανικών δυνάμεων. Την ημέρα που ο στρατηγός Σκόμπη είχε αποφασίσει τη σύμπτυξη των βρετανικών στρατευμάτων στο Φάληρο λόγω της δεινής θέσης στην οποία είχαν βρεθεί μετά τη δεύτερη γενική επίθεση του ΕΛΑΣ (για την οποία θα γίνει αναλυτική αναφορά στη συνέχεια), δύναμη του βρετανικού 11ου Μηχανοκίνητου Τάγματος (11th King's Royal Rifle Corps Battalion - 11 KRRC), που κινούνταν από τη Θήβα μέσω Κάζας προς Αθήνα, κυκλώθηκε στην Ελευσίνα από τον ανεξάρτητο λόχο Μηχανικού της 16ης Ταξιαρχίας και δυνάμεις του 52ου Συντάγματος (Ανατολικής Θεσσαλίας) του ΕΛΑΣ.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στον διοικητή του λόχου Μηχανικού Παναγιώτη Γαλατσάνο και στον Βρετανό διοικητή, με στόχο τον αφοπλισμό της δύναμης αυτής, η εντολή που έφτασε από τον ίδιο τον Σιάντο άφησε εμβρόντητους τους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ: «Να αφεθεί αμέσως ελεύθερο το αγγλικό τμήμα να βαδίσει στον προορισμό του, την Αθήνα. [...] Αυτή είναι η διαταγή, από τον ίδιο το Σιάντο, και να συμμορφωθείτε αμέσως άνευ άλλης συζητήσεως». (Γεώργιος Μπουτσίνης, Το αντάρτικο στην Αττική 1941-1945, Αθήνα, Νεόκοσμος 1979, σ. 511). Σύμφωνα με τον Γιώργο Μπουτσίνη, στέλεχος του 1/34 Τάγματος (Αττικοβοιωτίας), η κίνηση αυτή είχε καθοριστικές συνέπειες για τις λεπτές ισορροπίες που είχαν δημιουργηθεί τις ημέρες εκείνες στη μάχη της Αθήνας:

«Αυτό το επίλεκτο μηχανοκίνητο Τάγμα, των 800 κοκκινοσκούφηδων, έφτασε στην Αθήνα, πάνω στην πιο κρίσιμη ώρα και για τις δύο πλευρές των μαχομένων, και έριξε το βάρος του στην πλάστιγγα της μάχης. Έσωσε τους αμυνόμενους και έτοιμους να παραδοθούν [...] στα κτίρια της Σχολής Ευελπίδων και τη Διοίκηση Αγγλικών Αρμάτων Μάχης, που έδρευε εκεί, με ένα λόχο του που έφτασε την ύστατη στιγμή. Σχημάτισε με άλλο λόχο του προγεφύρωμα στο Πολυτεχνείο, που χρησίμεψε σαν αφετηρία για την κατάληψη του κέντρου. Και με τους υπόλοιπους λόχους του βάρυνε αποτελεσματικά στην έκβαση της μάχης της Αθήνας.» (Στο ίδιο, σ. 511-513. Ανάλογο επεισόδιο συνέβη στη Λιβαδειά όταν δυνάμεις της Ταξιαρχίας Ιππικού του ΕΛΑΣ κύκλωσαν μια βρετανική φάλαγγα 20 οχημάτων, τριών αρμάτων μάχης και πεζικού, η οποία κατευθυνόταν προς την Αθήνα. Και σε αυτή την περίπτωση η διαταγή που έλαβε ο Τάσος Μπουκουβάλας, καπετάνιος της ταξιαρχίας, από τον ίδιο τον στρατηγό Μάντακα, «Αφήστε τους να τους λιντσάρει ο αθηναϊκός λαός», άφησε άναυδους τους αξιωματικούς του ΕΛΑΣ. Ο Μπουκουβάλας θυμάται: «Έπεσε το ακουστικό από το χέρι μου! Φώναξα τους αξιωματικούς και τους ανακοίνωσα τη διαταγή του Μάντακα. Έμειναν άναυδοι»- Αλέξης Σεβαστάκης, Καπετάν Μπουκουβάλας. Το αντάρτικο ιππικό της Θεσσαλίας, Αθήνα, Διογένης, 1978, σ. 272.)



Αν και, σύμφωνα με βρετανική στρατιωτική έκθεση, στο συγκεκριμένο συμβάν περικυκλώθηκε ένας από τους λόχους του βρετανικού τάγματος, που προπορευότανε των υπολοίπων, και όχι ολόκληρο το τάγμα, η επισήμανση ότι «ακόμη και μερικές μέρες αφότου οι Βρετανοί είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν πλήρη δράση ενάντια στον ΕΛΑΣ [...] ο ΕΛΑΣ δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει ότι τους πολεμούσαμε» είναι χαρακτηριστική της αμηχανίας της ηγεσίας του ΕΛΑΣ απέναντι σε αυτό το κομβικής σημασίας ζήτημα:

«Το Τάγμα διατάχθηκε να έρθει από το βορρά μερικές μέρες μετά την έναρξη των εχθροπραξιών. Η 21C που προπορευόταν αιχμαλωτίστηκε στο χωριό ΕΛΕΥΣΙΝΑ. Κέρδισε την ελευθερία της έπειτα από 90 λεπτά διαπραγματεύσεων. Ομολογουμένως το κατάφερε αυτό λέγοντας σε αυτούς που τη συνέλαβαν ότι ανήκε στην ML, τον οργανισμό βοήθειας, και αν δεν απελευθερωνόταν, οι Έλληνες δεν θα λάμβαναν τρόφιμα [...]. Όμως η ευπιστία του ΕΛΑΣ στο να δεχτεί κάτι τόσο απίθανο αναντίρρητα βοήθησε στη δημιουργία μιας παραπλανητικής συμπεριφοράς για την οποία σύντομα θα πληρώναμε.» (British National Archives, WO 204/8312, 23rd Armoured Brigade, Operations in Greece, 15 Οκτωβρίου 1944 - 7 Ιανουαρίου 1945)

Αυτή δεν ήταν η μοναδική περίπτωση όπου η αναποφασιστικότητα που έδειξε η ηγεσία του ΕΛΑΣ απέναντι στην αντιμετώπιση των βρετανικών στρατευμάτων αποδείχθηκε μοιραία για τις δυνάμεις του και τελικά για την ίδια την έκβαση της μάχης. Στην παραπάνω έκθεση γίνεται αναφορά σε ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της σύγκρουσης, ότι οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ «ενώ εξαντλούσαν τη μανία τους ενάντια στην Αστυνομία και την 3η Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία, άφηναν τα βρετανικά στρατεύματα σε γειτονικές ή εκτεθειμένες τοποθεσίες ανενόχλητα». (Στο ίδιο)

Σύμφωνα πάντα με την έκθεση, το πλέον αξιοσημείωτο παράδειγμα αυτής της ανεξήγητης στάσης ήταν όταν λίγο μετά την έναρξη των εχθροπραξιών οι Βρετανοί ανακάλυψαν ότι «το σύνολο της διαθέσιμης για δύο ημέρες τροφοδοσίας βρισκόταν σε μια αποθήκη βαθιά μέσα στην ελεγχόμενη από τον ΕΛΑΣ περιοχή». Με μια απεγνωσμένη «μπλόφα», καθώς τα βρετανικά στρατεύματα είχαν αναλώσει τα υπάρχοντα αποθέματα τροφοδοσίας, βρετανικό κομβόι φορτηγών τριών τόνων ξεκίνησε για την αποθήκη αυτή. Το κομβόι «όχι μόνο δεν χτυπήθηκε από τον ΕΛΑΣ, αλλά, όπως αναφέρθηκε, ο ΕΛΑΣ βοήθησε στη φόρτωση των προμηθειών», προσφέροντας στους Βρετανούς πολύτιμες προμήθειες για τη συ­νέχιση της μάχης εναντίον του. (Στο ίδιο)

Όμως δύο άλλα ήταν τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα της επίπτωσης που είχε για την έκβαση της μάχης η αμηχανία της ηγεσίας του ΕΛΑΣ στο θέμα της αντιμετώπισης των βρετανικών στρατευμάτων. Το ένα αφορά την κύρια βρετανική βάση μεταφοράς στρατευμάτων, πολεμοφοδίων και κάθε είδους υλικών στην Αθήνα, δηλαδή το αεροδρόμιο στο Χασάνι (Ελληνικό). Αυτό το κομβικής σημασίας σημείο για τη διατήρηση των βρετανικών στρατευμάτων στην Αθήνα δεν έγινε στόχος επίθεσης από τον ΕΛΑΣ, παρά μόνο στο τέλος των Δεκεμβριανών, όταν μια μικρής κλίμακας επιχείρηση απέτυχε λόγω κακού συντονισμού. Μέχρι τις 15 Δεκεμβρίου το αεροδρόμιο φυλασσόταν από μια μικρή βρετανική δύναμη, εξαιρετικά ευάλωτη σε πιθανή ισχυρή επίθεση, λόγω της αδυναμίας διαφυγής και του επίπεδου του εδάφους. Στην περίπτωση που το αεροδρόμιο έπεφτε στα χέρια του ΕΛΑΣ πριν από την άφιξη των βρετανικών ενισχύσεων, η συνέχιση της μάχης από την πλευρά των Βρετανών θα ήταν ουσιαστικά αδύνατη.

Εξίσου κομβικής σημασίας ήταν η περίπτωση της λεωφόρου Συγγρού, του μοναδικού οδικού άξονα που συνέδεε το αεροδρόμιο και τη βρετανική βάση στο Φάληρο με το κέντρο της Αθήνας. Μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου βρετανικά φορτηγά με τρόφιμα, οπλισμό και στρατιώτες έκαναν ανενόχλητα εκατοντάδες δρομολόγια μεταξύ Φαλήρου και Αθήνας και αντίστροφα, συντηρώντας τις δυνάμεις τους στο κέντρο της πόλης, ενώ οι περιοχές δεξιά και αριστερά της Συγγρού βρίσκονταν υπό τον έλεγχο του ΕΛΑΣ. Χωρίς αυτή τη δίοδο τροφοδοσίας η συνέχιση της μάχης ήταν ουσιαστικά αδύνατη για τους Βρετανούς, τουλάχιστον για την πρώτη εβδομάδα μετά την έναρξη των συγκρούσεων.

Ένας αντάρτης του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου θυμάται την αγανάκτηση που τους προκάλεσε το θέαμα των βρετανικών φορτηγών που κυκλοφορούσαν ανενόχλητα στη λεωφόρο Συγγρού: «Το μεσημέρι πιάσαμε θέσεις κατά μήκος της Λεωφόρου Συγγρού. Αποστολή μας ήταν να κοιτάμε τους Εγγλέζους που κουβαλούσαν στρατό και εφόδια από το Φάληρο. Δαγκώναμε τα ρούχα μας από την αγανάκτησή μας. Μας είχαν δώσει εντολή να μη χτυπάμε τους Εγγλέζους παρά μόνο όταν μας χτυπήσουν. Αυτό δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε». (Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Η νεκρή Μεραρχία. (Η III Μεραρχία του ΔΣ Πελο­πόννησου). Οδοιπορικό, Αθήνα, Αλφειός, 1986, σ. 133.)

Οι ανεξήγητες λοιπόν περιπτώσεις όπου ο ΕΛΑΣ άφησε ελεύθερα βρετανικά τμήματα ή τα βοήθησε να εξασφαλίσουν ζωτικής σημασίας προμήθειες για τη συνέχιση του πολέμου βρίσκουν την εξήγησή τους στην ανεδαφική, όπως αποδείχτηκε στην πράξη, επιδίωξη της ηγεσίας του να κρατηθούν οι Βρετανοί εκτός μάχης. Αλλά και όταν αυτό δεν ήταν πλέον δυνατό, η ηγεσία του ΕΛΑΣ δεν επιδίωξε την πρόκληση ενός καθοριστικού πλήγματος στις βρετανικές δυνάμεις. Για άλλη μια φορά το κενό της απουσίας σχετικού αρχειακού υλικού από την εαμική πλευρά καλύπτεται από τις βρετανικές εκθέσεις. Η ηγεσία του ΕΛΑΣ δεν στόχευε να «πετάξει στη θάλασσα» τους Βρετανούς, αλλά να τους φέρει σε τόσο δύσκολη θέση ώστε να αναγκαστούν να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Από τη στιγμή μάλιστα που ο ΕΛΑΣ θα είχε καταλάβει όλες τις εστίες αντίστασης των ελληνικών κυβερνητικών δυνάμεων, η διαπραγματευτική του θέση θα ήταν σαφώς πιο ενισχυμένη.

Αρχικά οι Βρετανοί, στην προσπάθειά τους να ερμηνεύσουν την ανεξήγητη ανοχή που επέδειξε ο ΕΛΑΣ απέναντι στα στρατεύματά τους, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως: «φαίνεται ότι δεν είχαν σχεδιάσει ούτε επιθυμούσαν μια σύγκρουση με τις βρετανικές δυνάμεις. Οι αναρίθμητες περιπτώσεις φιλίας που έχει δείξει ο ΕΛΑΣ στα βρετανικά στρατεύματα [...] και οι δηλώσεις πολλών αιχμαλώτων ότι είχαν εντολές να μην πυροβολούν κατά βρετανικών στρατευμάτων εκτός και εάν πρώτα αυτά τους πυροβολήσουν, υποστηρίζουν αυτή την άποψη» (British National Archives, WO 170/581, Arkforce and 23rd Armoured Brigade Group, 23rd Armoured Brigade Information Bulletin, 12 Δεκεμβριου 1944). Στην εξέλιξη της μάχης παρουσιάστηκαν στοιχεία που τεκμηρίωναν καλύτερα τη στάση αυτή από την πλευρά του ΕΑΜ. Σύμφωνα με αυτά, ο ΕΛΑΣ δεν πραγματοποίησε την αναμενόμενη γενική επίθεση στο κέντρο της Αθήνας γιατί στόχευε σε μια στρατιωτική «ισοπαλία» που θα του έδινε την ευκαιρία να νικήσει με πολιτικά μέσα:

[...] παρά τις επίμονες αναφορές για επικείμενες μαζικές επιθέσεις στο κέντρο της πόλης, ο ΕΛΑΣ δεν πραγματοποίησε κάποια σημαντική επίθεση. [...] Η κύρια ελπίδα του ΕΛΑΣ εξακολουθεί να είναι η πίεση της παραπληροφορημένης κοινής γνώμης σε Αγγλία, Αμερική και Ρωσία [...] [...] η πολιτική του ΕΛΑΣ στην Αττική έχει ως πιθανό στόχο να εξασφαλίσει στρατιωτική ισοπαλία οργανώνοντας ισχυρές αμυντικές θέσεις και εξασθενώντας τις βρετανικές επικοινωνίες, ενώ ο προπαγανδιστικός τους μηχανισμός προσπαθεί να εξασφαλίσει τη νίκη την οποία απέτυχαν να κατακτήσουν με στρατιωτικά μέσα. (British National Archives, WO 170/581, Arkforce and 23rd Armoured Brigade Group, 23rd Armoured Brigade Information Bulletin, 18 Δεκεμβριου 1944).

Όσο όμως περνούσαν οι ημέρες, με αυτήν του τη στάση ο ΕΛΑΣ διακινδύνευε το σύνολο της παρουσίας του στην Αθήνα. Από ένα σημείο και μετά η ανοχή απέναντι στους Βρετανούς συνεπαγόταν θύματα τόσο για τον ΕΑΑΣ όσο και για τους αμάχους. Η πρώτη προσπάθεια του ΕΛΑΣ να προσβάλει τον οδικό άξονα της Συγγρού πραγματοποιήθηκε μόλις στις 11 Δεκεμβρίου. Ελεύθεροι σκοπευτές τοποθετήθηκαν σε κτίρια και από τις δύο πλευρές της λεωφόρου και ένα πολυβολείο εγκαταστάθηκε στο εργοστάσιο ζυθοποιίας Φιξ επί της Συγγρού στο ύψος του Κουκακίου. Αυτή η κίνηση δημιούργησε τεράστια προβλήματα στις βρετανικές δυνάμεις, καθώς «έπρεπε να οργανώνονται φάλαγγες αυτοκινήτων με κατάλληλη συνοδεία στη διαδρομή Αθήνας-Φαλήρου» και δεν υπήρχαν «διαθέσιμες δυνάμεις για τέτοιου είδους επιχειρήσεις». (Στο ίδιο)
Μενέλαος Χαραλαμπίδης, ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ 1944 - Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΣΕΛ 150-153

Δεν υπάρχουν σχόλια: