Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Με τον Νίκο Ζαχαριάδη στο Νταχάου: Μαρτυρία του συγκρατούμενου του Βλαντίμιρ Ιβάνοβιτς Τζελαλή, Έλληνα από τη Μαριούπολη-Ανατολική Ουκρανία (αφήγηση στο Στέλιο Ελληνιάδη)

Με τον Νίκο Ζαχαριάδη στο Νταχάου

Μαρτυρία του συγκρατούμενου του Βλαντίμιρ Ιβάνοβιτς Τζελαλή, Έλληνα από τη Μαριούπολη-Ανατολική Ουκρανία (αφήγηση στο Στέλιο Ελληνιάδη)

clip_image002

ΕΛΛΗΝΙΑΔΗΣ: «Συγκρατούμενοι στο Νταχάου

Το Νταχάου ήταν Konzentrationslager, ένα από τα πιο γνωστά στρατόπεδα συγκέντρωσης και καταναγκαστικής εργασίας, με δεκάδες διάσπαρτα «παραρτήματα», όχι πολύ μακριά από το Μόναχο. Κατά την απελευθέρωση, τον Απρίλη του 1945, υπήρχαν περίπου 30 χιλιάδες κρατούμενοι στο Νταχάου. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του είχαν «περάσει» από τα παραπήγματά του πάνω από 200.000 άτομα, εκ των οποίων πάρα πολλά, μεταξύ 32 και 42 χιλιάδων, άφησαν την τελευταία τους πνοή στο lager και αποτεφρώθηκαν στα κρεματόριά του.

Ο Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας Νίκος Ζαχαριάδης, κρατούμενος στις φυλακές της δικτατορίας του Μεταξά από τις 17 Σεπτεμβρίου 1936, παραδόθηκε, στις 26 Απριλίου 1941, από τις ελληνικές αρχές, μαζί με άλλους κομμουνιστές φυλακισμένους στη Γκεστάπο, η οποία τον προώθησε στη Βιέννη κι από εκεί, στις 30 Νοεμβρίου 1941, στο Νταχάου, όπου παρέμεινε μέχρι την άφιξη του αμερικάνικου στρατού, στις 29 Απριλίου 1945· Συνολικά, είχε συμπληρώσει στις ελληνικές φυλακές και τα γερμανικά κάτεργα κάτι παραπάνω από αδιάσπαστα οκτώμισι χρόνια. Σ’ αυτό το στρατόπεδο, όπου «η εργασία απελευθέρωνε», ο Έλληνας κρατούμενος Βλαδίμηρος Τζελαλή, από τη Μαριούπολη, με αριθμό εγγραφής στους «φιλοξενούμενους» του Νταχάου «32771», συναντήθηκε με τον γενικό γραμματέα του ΚΚΕ Νίκο Ζαχαριάδη, παλιότερο τρόφιμο, με αριθμό «28777»·

(Η συνέντευξη έγινε με τη βοήθεια της Αλεξάνδρας Προτσένκο Πιτσατζή, της Ίνγκας Αμπγκάροβα και της Ναταλίας Μηάσενκο Κόρμαλη).»

Με τις οδηγίες του Ζαχαριάδη

ΤΖΕΛΑΛΗΣ: «Σ” αυτό το εργοστάσιο δούλευε και ο Νίκος. Ήταν ο άνθρωπος που στην αρχή της βάρδιας μας έδινε τα εργαλεία με τα οποία δουλεύαμε. Σμίλη, πριόνι και άλλα. Εγώ βεβαίως δεν γνώριζα ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος, Είδα ότι είναι κάπως σκουρόχρωμος, έμοιαζε με “Ελληνα, αυτός όμως εμένα με κατάλαβε αμέσως από τη φάτσα. Αυτός ονόμαζε τον εαυτό του Νικόλα, και εμείς τον φωνάζαμε Νικόλα. Με κατάλαβε και ρώτησε με καθαρά ρωσικά, «είσαι Έλληνας;». Απάντησα, «ναι, αλλά πώς με καταλάβατε;». «Από το πρόσωπό σου», μου είπε και με ρώτησε από πού είμαι. Εγώ απάντησα ότι είμαι από τη Μαριούπολη και αυτός στη συνέχεια μου είπε κάτι για τον εαυτό του. Τον ρώτησα, πρώτα, από πού ξέρει τόσο καλά τα ρωσικά, αφού είναι από την Ελλάδα, και τότε μου είπε ότι τελείωσε την Ανώτατη Κομματική Σχολή στη Μόσχα, ότι έχει ζήσει και στο Λένινγκραντ και είναι παντρεμένος με μία Τσέχα με την οποία έχει μία κόρη. (σημ. Ο Ζαχαριάδης είχε και ένα γιο με την Τσέχα Μάνια ΝόΒακ).

Κάθε φορά που πήγαινα στη δουλειά με καλούσε και μου έδινε λίγο φαγητό, ένα κομματάκι ψωμί ή κάτι άλλο. Επειδή ήταν εκεί από πολύ καιρό πριν πάω εγώ, είχε σχέσεις με τους κατοίκους (των γύρω περιοχών που εργάζονταν στον ίδιο χώρο) και γι’ αυτό είχε καλή εμφάνιση, δηλαδή δεν πεινούσε. Και μετά, όχι από την αρχή, μου ζητούσε να περνάω κάποια πράγματα που ήταν μυστικά στο στρατόπεδο. Αυτός ανήκε σε μία οργάνωση μυστική. Δεν μου επέτρεπε να δω το περιεχόμενο των πραγμάτων που μετέφερα. Ήταν μικρά δεματάκια. Εγώ τον ρωτούσα τι είναι μέσα. Μου έλεγε ότι ήταν κάποιες πληροφορίες για την κατάσταση στο μέτωπο. Μου τα έδινε και έπρεπε να τα παραδώσω στον ίδιο ή σε ένα φίλο του μόλις περάσουμε τον έλεγχο στην είσοδο του στρατοπέδου. Σ” αυτόν μπορεί να έκαναν έλεγχο, εμένα όμως, επειδή ήμουν πιτσιρίκι, δεν με ψάχνανε και τα έβαζα στο ξύλινο παπούτσι που είχα, κάτω από τους πάτους. κι αυτό περισσότερο γινόταν τις νυχτερινές βάρδιες όταν γυρίζαμε πίσω στο στρατόπεδο. Και με παρακαλούσε να τα περνάω από την πύλη. Πολύ συχνά έκανα αυτή την εξυπηρέτηση, έγινα μεταφορέας.

Κάποια στιγμή, ο Ζαχαριάδης μου είπε να γραφτώ σε ομάδα εξωτερικών εργασιών. Την ομάδα αποτελούσαν περίπου 300 άτομα και δουλεύανε σε όλα τα εργοστάσια. Έτσι και έκανα, και βρέθηκα σε μία μικρή κωμόπολη, σε ένα στρατόπεδο μικρό μόνο με μία σειρά συρματοπλέγματος. Εκεί αναγκάστηκα να δουλέψω με φτυάρι, παράγαμε τσιμέντο, φόρτωνα και ξεφόρτωνα· ένα όχημα 60 τόνων γεμάτο με τσουβάλια 50 κιλών έπρεπε να το ξεφορτώσουμε τρία άτομα στη Βάρδια.

Όταν γνώρισα τον Ζαχαριάδη, στο στρατόπεδο, υποψιαζόμουν ότι μπορεί να ήταν σοβιετικός πράκτορας, γιατί μιλούσε άπταιστα ρώσικα. Και δεν μου έλεγε και πολλά πράγματα. Τα περισσότερα για αυτόν τα έμαθα αργότερα. Μετά το στρατόπεδο. Ο εγγονός μου βρήκε στοιχεία στο ίντερνετ για αυτόν, όταν του μίλησα για τον Ζαχαριάδη. Από το ίντερνετ μάθαμε ότι ήταν στη Σιβηρία κι ότι ξαναπαντρεύτηκε. Όμως, δεν μπορούσε να φύγει από εκεί γιατί ανοιχτά δεν συμφωνούσε με τη σοβιετική πολιτική σε πολλά πράγματα, και δεν απαγχονίστηκε μόνος του, τον απαγχόνισαν, Έτσι νομίζω. Επικοινωνούσε με τους Γερμανούς, αλλά μόνο με αυτούς που του χρειάζονταν, με Γερμανούς κομμουνιστές. Στο στρατόπεδο ήταν οι περισσότεροι κομμουνιστές, γιατί μόλις ήρθε ο Χίτλερ στην εξουσία έβαλε όλους τους κομμουνιστές στα στρατόπεδα. Όλους που ήταν ενάντια στον εθνικοσοσιαλισμό.

Δεν μου έλεγε αν είχε επαφή με έξω κόσμο, αλλά σίγουρα είχε με αυτούς που μπορούσαν να τον βοηθήσουν, να φέρουν τρόφιμα και φάρμακα. Τέτοιες ήταν οι επαφές του Ζαχαριάδη και όχι συνεργασία με τους ναζί. Ήταν μυστική η οργάνωση αυτή και γι” αυτό ήταν λογικό να μην ρωτάμε και να μην συζητάμε. Γνώριζα μόνο δύο άτομα από την οργάνωση, τον ίδιο τον Ζαχαριάδη και ένα φίλο του. “Ηταν ένας Αυστριακός, μιλούσε πολύ καλά γερμανικά, μιλούσε και ρώσικα, αλλά με λάθη. Κι αυτός κομμουνιστής. Δεν ήξερα ποιοι άλλοι ήταν, θα σας τα πω έτσι όπως μου τα είπε μία φορά ο ίδιος ο Ζαχαριάδης: «Εμείς παλεύουμε για να βοηθήσουμε τους κρατουμένους, για παράδειγμα με φάρμακα. Και εσύ πρόσεχε – μην το λες πουθενά. Και αν έχεις έμπιστους φίλους, πρόσεχε και αυτούς, μην λες τίποτα. Να παρατηρείς σε ποιούς μπορείς να μιλήσεις και σε ποιους όχι». Στρατόπεδο ήταν, φρικτό πράγμα, για μία λέξη μπορούσαν να σε σκοτώσουν

(Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από: «δρόμος της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ» 10-10-2015, σελ.31,πρώτο μέρος)

Βλαδίμηρος Τζελαλής: Δραπέτευσα από το Νταχάου με παρότρυνση του Ζαχαριάδη

ΕΛΗΝΙΑΔΗΣ-ΤΖΕΛΑΛΗΣ:

«‘Ο Βλαδίμηρος Τζελαλή , Έλληνας της Μαριούπολης από μητέρα και πατέρα, ενηλικιώθηκε στο Νταχάου, στα καταναγκαστικά έργα που δούλεψε σαν ξυλουργός, εκεί που γνώρισε τον Νίκο Ζαχαριάδη και πήρε μέρος στο σαμποτάζ που οργάνωναν οι παράνομες «τρόικες» μέσα στο στρατόπεδο, από το οποίο δραπέτευσε με παρότρυνση του Γενικού Γραμματέα του ΚΚΕ και κρύφτηκε μέχρι το τέλος του πολέμου σε ένα φιλικό γερμανικό αγροτόσπιτο. Τον συνάντησα, στα ενενήντα του, στην καρδιά της εμπόλεμης Ανατολικής Ουκρανίας, διαυγή και φιλικό, να γράφει ποιήματα…

Η δεύτερη δραπέτευση

Ακούγοντας την αφήγηση του Τζελαλή, τον ρώτησα τι εντύπωση σχημάτισε για τον Ζαχαριάδη ως άνθρωπο. «Στις πολιτικές του, πώς να το πω, δεν είχα διεισδύσει. Σαν άνθρωπος ήταν καλός.» Η απάντησή του ήταν σαφής και λιτή. Όταν, όμως, του είπα ότι προκειμένου να τον καθαιρέσουν από Γενικό Γραμματέα, και στη συνέχεια να τον στείλουν εξορία στη Σιβηρία, όπου και πέθανε, τον είχαν κατηγορήσει ότι, στο στρατόπεδο, είχε σχέσεις με τους Γερμανούς ναζί, είδα τον Τζελαλή να κρατάει για λίγο την ανάσα του και να λέει με κατηγορηματικό ύφος: «ο Νικόλας με τους φασίστες δεν συνεργαζόταν!» Και να συμπληρώνει: «ήμουν περίπου ένα χρόνο μαζί με τον Ζαχαριάδη. Ευθέως είπα στο γιο του ότι ο πατέρας σου δεν αυτοκτόνησε, τον σκότωσαν γιατί δεν συμφωνούσε με την πολιτική των κυβερνητών μας.»

Και ποιος ήταν ο λόγος που ο Ζαχαριάδης σας είπε να αλλάξετε τόπο εργασίας; «Επειδή ήταν αδύνατο να δραπετεύσεις από το Νταχάου. Υπήρχαν σοβαρές οχυρωματικές εγκαταστάσεις, συρματοπλέγματα, παρατηρητήρια με πυροβόλα, φαρδιά τάφρος με νερό. Αλλά, από το απλό στρατόπεδο των εξωτερικών εργασιών, μπορούσες να φύγεις· και από τη δουλειά και από το στρατώνα. Τη δεύτερη φορά, εμείς φύγαμε κατευθείαν από το στρατώνα, τη νύχτα, σκάβοντας δίοδο κάτω από τα συρματοπλέγματα. Ο Νικόλας με συμβούλευσε να προσπαθήσω να ξεφύγω από το στρατόπεδο επειδή τέλη 1944 η φύλαξη είχε χαλαρώσει. Και έτσι τον άκουσα και δραπέτευσα για δεύτερη φορά. Αλλά, αυτή τη φορά, ήμουν και μεγαλύτερος και πιο έξυπνος. Πριν κάνω ο,τιδήποτε, κανόνισα με έναν αγρότη, που είχε κτήμα κοντά στο στρατόπεδο, ότι θα με κρύψει για μερικές μέρες

Εννοείτε ότι υπήρχαν κάποιοι άνθρωποι απ’ έξω, Γερμανοί, που ήταν δημοκρατικοί, όπως αυτός ο αγρότης, άρα μπορούμε να υποθέσουμε ότι μ’ αυτούς είχε σχέση ο Ζαχαριάδης, για να του δίνουν φάρμακα, τρόφιμα και πληροφορίες;
«Ακριβώς. Ανάμεσα στους Γερμανούς υπήρχαν πολλοί τίμιοι άνθρωποι. Όταν δούλευα στο εργοστάσιο, ένας Γερμανός με έστελνε σε ένα καφεκοπτείο (καφές από καμένο κριθάρι) που υπήρχε κοντά και εκεί δούλευε μια φράου, μια γυναίκα. Αυτή, όταν γέμιζε το δοχείο με τον καφέ για το φρουρό, μου έδινε πάντα κάτι να τσιμπήσω, μήλο, μανταρίνι, πορτοκάλι ή ένα μικρό σάντουιτς. Και έλεγε, “φάε πρώτα και μετά θα πάς μέσα. Και μην το λες πουθενά”. Παντού υπάρχουν άνθρωποι».

«Το κανόνισα με το φίλο μου, τον Κόλια, ότι θα δραπετεύσουμε και αυτός έφερε ένα ψαλίδι και ένα λαστιχένιο γάντι. Διαλέξαμε μία νύχτα σκοτεινή, κι επειδή οι Αμερικανοί βομβαρδίζανε σχεδόν κάθε νύχτα, στο στρατόπεδο σβήνανε τα φώτα. Για να φύγουμε έπρεπε να κόψουμε μία σειρά από το συρματόπλεγμα, που συνδεόταν με ηλεκτρικό ρεύμα. Όμως, την ώρα των βομβαρδισμών κόβανε το ρεύμα παντού. Στο σκοτάδι, βγήκαμε από το στρατώνα, κόψαμε την κάτω γραμμή του συρματοπλέγματος, που ήταν μόνο μία σειρά, και έτσι ξεφύγαμε με το φίλο μου.

Στην αρχή, κρυφτήκαμε στο δάσος, κι όταν πλησίασε το πρωί και είχε ακόμη σκοτάδι, πήγαμε σε έναν αγρότη, που είχα κανονίσει από πριν μαζί του ότι θα μας έκρυβε .Ήταν κατά των ναζί. Και μας έκρυψε στο πατάρι. Από το πατάρι φαινόταν το στρατόπεδο, ήταν πάνω σε ένα λόφο. Έμεινα εκεί, στον αγρότη, μάκρυναν τα μαλλιά μου, πήρα και κάποια κιλά και είχα ντυθεί με πολιτικά. Αυτός ο Γερμανός μάς έκανε και μία έκπληξη: στο στρατόπεδο αυτό, πριν από εμάς, κρατούνταν Γάλλοι Εβραίοι. Όταν τους βγάλανε για εκτέλεση, δύο από αυτούς δραπέτευσαν. Ήταν νέοι, δουλεύανε ως κουρείς, κουρεύανε τους Γερμανούς. Ήταν νύχτα και είχαν συμφωνήσει ότι, όταν θα τρέχουν θα αλλάζουν, μία θα είναι ο ένας μπροστά – μία ο άλλος, και όποιος θα είναι τυχερός, αφού πίσω τους πυροβολούσαν. Και έτσι, ο ένας σκοτώθηκε από τα πυρά και ο δεύτερος κρύφτηκε στον αγρότη το δικό μας. Τον έκρυψε σε ένα χώρο που έφτιαξε ανάμεσα στο ταβάνι και τη σοφίτα. Και όταν φεύγαμε από τον αγρότη, άνοιξε την κρυψώνα και από εκεί βγήκε ένας νεαρός με μακρύ μούσι. Μας διηγήθηκε την ιστορία του και το ότι τον έκρυβε σχεδόν δύο χρόνια.

Υπήρχαν και μεταξύ των Γερμανών άνθρωποι με κεφαλαία γράμματα. Τη δεύτερη φορά θα μπορούσα να δραπετεύσω πολύ πιο νωρίς, όμως, το έκανα όταν πλησίαζε το τέλος του πολέμου. Είχα πολλές ευκαιρίες και πριν. Μας πηγαίνανε για δουλειά στο δάσος, να πριονίσουμε ξυλεία. Ο φρουρός μας ήταν ένας ηλικιωμένος στρατιώτης. Δεν υπήρχαν άλλοι πιο νέοι για να μας φρουρήσουν. Ήταν όλοι στο μέτωπο. Ο ίδιος ο φρουρός πεινούσε μαζί μας. Με έστελνε στο χωριό, γιατί ήμουν ο πιο μικρός και συμπαθητικός στο πρόσωπο. Πήγαινε, μου έλεγε, και ζήτα ο,τιδήποτε φαγώσιμο. Και πήγαινα και μάζευα ό,τι δίνανε. Δίνανε και ψωμί και κρέας και γάλα. Κάτι τι έτρωγα στο δρόμο, τα υπόλοιπα τα έφερνα στο φρουρό. Τα έπαιρνε για τον εαυτό του και έδινε κάτι κομματάκια στα αγόρια μας. Μας φρουρούσαν γέροι, 60-70 ετών. Οι άλλοι, οι νεότεροι, είχαν σταλεί στο μέτωπο. Και αποφάσισα να δραπετεύσω όταν κατάλαβα ότι πλησιάζει το τέλος του πολέμου

(Αναδημοσίευση αποσπασμάτων από: «δρόμος της ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ» 17-10-2015, σελ.30,δεύτερο μέρος)

Δεν υπάρχουν σχόλια: