Τρίτη, 2 Αυγούστου 2011

Οι τελευταίοι εθελοντές αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας

Το 2003 κυκλοφόρησε το βιβλίο του αγωνιστή αντάρτη του ΔΣΕ ΛΑΜΠΡΟΥ ΕΛ. ΚΟΡΕΛΗ με τίτλο "ΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΕΛΛΑΔΑΣ". Παρακάτω δημοσιεύουμε απόσπασμα από το Ι κεφάλαιο:

Στα τέλη Ιουνίου-αρχές Ιουλίου του έτους 1948, για πρώτη φορά διείσδυσαν τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) στην περιοχή Βάλτου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας και Ζυγοχωρίων του Νομού Άρτας. Εδώ στην περιοχή του Ζέρβα, ο κόσμος ήταν αφάνταστα εχθρικός προς το ΔΣΕ και γενικότερα προς το δημοκρατικό-αριστερό φρόνημα.

Αρχικά ξέσπασαν μάχες στα χωριά Σακαρέτσι, Εμπεσό, Ντούνιστα και την 1η Ιουλίου άρχισε η μεγάλη μάχη της Αμφιλοχίας, η οποία οδήγησε σε ήττα τους αντάρτες, όπως μάθαμε τις επόμενες ημέρες.

Μετά, τα αντάρτικα τμήματα μετά— κινήθηκαν προς την περιοχή Ζυγοχωρίων, όπου επικράτησε αναταραχή στον κόσμο. Σχεδόν στο σύνολο του παράτησε τις δουλειές του, το βίος του και το σπίτι του και έτρεχε να σωθεί προς την Άρτα και τις κωμοπόλεις Κομπότι και Πέτα. Να σωθεί, αλήθεια, από ποιον; Ο ΔΣΕ είχε αποδείξει εμπράκτως ότι ήταν πολύ φιλικός προς τον ελληνικό λαό και ιδιαίτερα φιλικός προς το λαό της υπαίθρου, που ήταν και το στήριγμα του στους αγώνες του.

Υπήρχαν, όμως, και αρκετοί αριστεροί, κυρίως στα χωριά Άνω Πέτρα και Κλειστό. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς είχαν επιχειρήσει να βγούνε από την περιοχή προς τα Θεσσαλικά Άγραφα, ακόμα το έτος 1947, για να πάρουν επαφή με αντάρτικα τμήματα. Δεν τα κατάφεραν, όμως, γιατί ήταν πιασμένα όλα τα περάσματα προς τα εκεί από στρατό, χωροφυλακή και το χειρότερο από άνδρες των Μονάδων Αυτοάμυνας Υπαίθρου (ΜΑΥ). Αυτοί οι αγωνιστές περίμεναν πως και πως να βρούνε την ευκαιρία να φύγουν στο βουνό.

Το βράδυ, στις 7 Ιουλίου, οι αντάρτες μπήκαν στα χωριά Φωτεινό, Δημαριό, Άνω Πέτρα, Διάσελο, Κλειστό, Λεβίτσικο και σε άλλα της γύρω περιοχής. Στην Άνω Πέτρα, στην πλατεία του χωριού και σε άλλα σημεία, οι αντάρτες σε παρέες από τέσσερις και πέντε, συνομιλούσανε εγκάρδια με τους λίγους πολίτες που είχαν μείνει στο χωριό.

Από μια Διμοιρία ανταρτών οργανωμένα αντήχησε το γνωστό από την Εθνική Αντίσταση αντάρτικο τραγούδι

Βροντάει ο Όλυμπος και πάλι
Στη Γκιώνα πέφτουν κεραυνοί
Σιούνται στεριές και τα πελάγη
Όπλων ακούγεται κλαγγή και συνέχεια.

Και σε άλλο σημείο του χωριού, από άλλη παρέα ανταρτών ακούστηκε το τραγούδι:

Το ΕΑΜ ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ μαζί,
Είμαστε όλοι ενωμένοι και πιστοί.
Και ένα σύνθημα απ' όλους αντηχεί,
Εμπρός Δημοκρατία Λαϊκή και συνέχεια.

Εμείς οι λίγοι που είχαμε μείνει στο χωριό ήμασταν όλοι δημοκρατικών και αριστερών πεποιθήσεων, πρώην ΕΛΑΣίτες και ΕΠΟΝίτες, ανταμώσαμε με τους αντάρτες και συμμετείχαμε σε αυτές τις εκδηλώσεις.

Οι αντάρτικες υπηρεσίες δεν είχαν κάνει στο χωριό ούτε επιστράτευση νέων μαχητών ούτε επίταξη ζώων, ούτε πήραν τρόφιμα και άλλα πράγματα από τα εγκαταλειμμένα σπίτια. Πήραν μόνο ότι τους έδωσε ο κόσμος και τους είχε δώσει αρκετά. Για κάποια σκοπιμότητα, ίσως, αγοράσανε από κάποιους δυο-τρία φορτώματα σιτάρι.

Την άλλη μέρα, από τα χαράματα, άρχισε η μάχη. Ο Κυβερνητικός Στρατός κινήθηκε από τρία-τέσσερα σημεία από τις κωμοπόλεις Πέτα και Κομπότι. Κατά το μεσημέρι γίνονταν μάχες στα πρώτα υψώματα και αντερείσματα στις κατευθύνσεις: Πέτα-Κλειστό, Κομπότι-Φωτεινό-Άνω Πέτρα.

Όταν οι αντάρτες ετοιμάζονταν να εγκαταλείψουν το χωριό, εμείς οι εθελοντές ήδη είχαμε μαζέψει τις ισχνές αποσκευές μας και συγκεντρωθήκαμε στην πλατεία του χωριού, έξω από το σχολείο, έτοιμοι να ακολουθήσουμε μαζί τους. Με θερμά λόγια μας μίλησε ο Πολιτικός Επίτροπος της 144 Ταξιαρχίας Παύλος Μπέϊκος. Μας καλωσόρισε στον Επαναστατικό Στρατό, στον αγώνα για ελευθερία, ανεξαρτησία και δικαιοσύνη, για μια καινούρια ζωή του λαού μας.

Από την Άνω Πέτρα βγήκαμε 17 εθελοντές αντάρτες όλοι αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης, οι περισσότεροι πρώην ΕΛΑΣίτες μαχητές, οι νεότεροι αγωνιστές της μαχητικής ΕΠΟΝ. Οι μαχητές και οι αξιωματικοί αντάρτες που παραβρέθηκαν εκεί με βαθιά συγκίνηση παρακολουθούσαν αυτή τη σεμνή τελετή. Θαύμαζαν τον μπάρμπα Βασίλη Τσιάτσιο με τα δυο του παιδιά, τον Αποστόλη και το Γρηγόρη, πρώην ΕΛΑΣίτες και οι δυο. να παίρνουν την ανηφόρα για το αντάρτικο και μάλιστα με τα ζώα τους, τα μουλάρια τους. Πίσω τους αφήνανε την κυρά-Πάτρα, σύζυγο του μπάρμπα-Βασίλη με το μεγαλύτερο γιο τους, το Λάμπρο, κρατούμενο στην χωροφυλακή της περιοχής. Το ζευγάρι των δουλευτάδων μουλαριών τώρα δε χρειαζόταν πια κανενός, τα χωράφια θα παρέμεναν χέρσα, άσπαρτα, για πολύν καιρό.

Εξίσου συγκινητική ήταν και η περίπτωση των Σπυροκωσταίων, του μπάρμπα-Ανδρέα και του αδερφού του Αποστόλη, οι οποίοι αφήνανε πίσω τους συζύγους με τέσσερα και τρία παιδιά αντίστοιχα η καθεμία. Ακολούθησε μαζί τους ο μεγαλύτερος γιος του Ανδρέα, ο ΕΠΟΝίτης Κώστας. Σύζυγο με τρία παιδιά άφησε επίσης και ο Φάνης Κορέλης, ένας φλογερός και δραστήριος επαναστάτης, ο οποίος μόλις είχε γυρίσει από την εξορία στην Ανάφη.

Την ιδια μέρα, εθελοντές αντάρτες βγήκανε και από το χωριό Τσιρκίστα, το σημερινό Κλειστό και ήταν ο Αλέξανδρος και Βασίλης Μπαλαδημαίοι, ο Κώστας Τζαβέλας, δυο Μπαλαδημαίοι ακόμα, ο Γιώργος Λιάχνης και δυο γενναίες όμορφες και χαριτωμένες κοπέλες, η Όλγα Νάκου και η Ελένη Τζαβέλα, αποφασισμένες κι αυτές να συνεχίσουν τον αγώνα που ξεκίνησαν οι δικοί τους και οι ίδιες στα χρόνια της Εθνικής Αντίστασης. Η πράξη αυτών των κοριτσιών ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Το να καταταχτούν εθελόντριες αντάρτισσες τον Ιούλιο μήνα του έτους 1948 ήταν μεγάλο τόλμημα, όταν ακόμα και οι πιο ψύχραιμοι πιστεύανε πως είχαν στενέψει αισθητά τα περιθώρια σύντομης και εύκολης επικράτησης του ΔΣΕ, ιδιαίτερα μετά τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του Κυβερνητικού Στρατού στη Ρούμελη με το κωδικό όνομα «Χαραυγή» και την εκτόπιση του αγροτικού πληθυσμού από την ύπαιθρο χώρα, όπου ελίσσονταν αντάρτικα τμήματα.

Επιτέλους, ήρθε η ώρα να ιδούνε τον ήλιο της λευτεριάς, αυτό που πιστεύαμε εμείς τότε, τα τρία αδέρφια Σαπρίκη, από το χωριό Σελλάδες, οι οποίοι κρύβονταν εκεί στην περιοχή τους επί τρία ολόκληρα χρόνια, από τον καιρό της παράδοσης των όπλων από τον ΕΛΑΣ, για να γλιτώσουν από τα νύχια των παρακρατικών ομάδων. Αυτοί δεν είχαν την τύχη να βρεθούνε στον κατάλογο με εκείνους των πέντε χιλιάδων περίπου στελεχών του ΕΛΑΣ που είχαν φυγαδευτεί στη Γιουγκοσλαβία, στο γνωστό μας Μπούλκες.

Την ίδια μέρα βγήκαν ακόμα δυο-τρεις εθελοντές αντάρτες από τα απέναντι από το Άραχθο χωριά και πάντως σε άλλα αντάρτικα τμήματα, ίσως της Ιης ή της VΙΙΙης Μεραρχίας.

Στο μεταξύ οι μάχες συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση, Φλέγονταν ο τόπος σε πολλά υψώματα και αντερείσματα των Ζυγών της περιοχής (Ζυγοί είναι αντερείσματα και από τις δυο πλευρές της κύριας κορυφογραμμής, που καταλήγουνε σε βαθιές χαραδρώσεις). Τα αντάρτικα τμήματα οργανωμένα οπισθοχωρούσαν προς τον ορεινό όγκο του Γαβρόβου, που είναι η συνέχεια των πανύψηλων Τζουμέρκων προς νοτιοανατολικά, προς τα Αγραφιώτικα βουνά.

Τις επόμενες δυο-τρεις ημέρες γνωριστήκαμε με τα αντάρτικα τμήματα όπου είχαμε ενταχθεί και πάντως μέσω συζητήσεων με τους καινούριους συναγωνιστές μας και όχι με κάποια επίσημη ενημέρωση.

Εδώ ήταν η 144 Ταξιαρχία της ΙΙης Μεραρχίας, με Διοικητή τον πρώην μόνιμο αξιωματικό, Συνταγματάρχη του ΔΣΕ, Γεώργιο Αθανασίου, από το Λιανοκλάδι Φθιώτιδας, με Επιτελάρχη τον επίσης Συνταγματάρχη του ΔΣΕ Τσιοπανάκη και πολιτικό επίτροπο τον Παύλο Μπέϊκο. Η Ταξιαρχία είχε στη δύναμη της εδώ, σε αυτήν την επιχείρηση, μόνο δυο από τα τρία Τάγματα της, το 2° με Διοικητή τον Περικλή (Γιώργο Χουλιάρα) και το 3°, αυτό της Δημοκρατικής Νεολαίας, με Διοικητή τον περίφημο νεαρό Αντισυνταγματάρχη του ΔΣΕ Δαφνομήλη. Είχε ακόμα στη δύναμη της ένα λόχο βαρέων πολυβόλων και όλμων.

Το 1° Τάγμα αυτής της Ταξιαρχίας, με Διοικητή τον άλλο θρυλικό καπετάνιο, τον Παπούα (Νίκο Διένη) είχε μείνει στο χώρο της Ρούμελης. Μαζί με αυτήν την Ταξιαρχία ήταν και η Διοίκηση της Μεραρχίας, με Διοικητή το Διαμαντή (Γιάννη Αλεξάνδρου, από την Αγόριανη Παρνασσίδας) το θρυλικό και δοξασμένο αρχηγό του αντάρτικου της Ρούμελης. Επιτελάρχης της Μεραρχίας ήταν ο Κώστας Ανθής και πολιτικός Επίτροπος ο Κοτσάβρας.

Εμείς οι νεοενταγμένοι ακολουθούσαμε τα αντάρτικα τμήματα. Μερικοί από τους Ανωπετρίτες, μεταξύ των οποίων ο Ευάγγελος Μαλτέζος, ο Αχιλλέας Καραγιώργος, ο Κώστας Γιάννος, ο Φώτης Νικολός, ο Θεοχάρης Τάτσης, ο Κώστας Τάτσης του Νικολάου και άλλα παιδιά, για τρεις ημέρες συνέχεια, μεταφέραμε τραυ­ματίες με φορεία, από την περιοχή Διάσελου-Δημαριού έως τα Άγραφα του Νομού Ευρυτανίας.

Οι μάχες συνεχίζονταν και στις 9 Ιουλίου, έως αργά το βράδυ, όταν όλα τα αντάρτικα τμήματα είχαν υποχωρήσει προς τον ορεινό όγκο του Γαβρόβου, προς τα χωριά Βελεντσικό, Σκουλικαριά, Γιαννιώτη* ενώ και οι δυνάμεις του αντίπαλου στρατού είχαν εγκαταλείψει την καταδίωξη μας.

Αργότερα μάθαμε ότι στα υψώματα Παναγιά Δημαριού σκοτώθηκε ο Κώστας Σαπρίκης, ο ένας από τους τρεις ΕΛΑΣίτες που κρύβονταν τρία ολόκληρα χρόνια εκεί στην περιοχή τους.

Το επεισόδιο αυτό είχε αρνητικό αντίκτυπο στους νεοενταγμένους για τον άδικο χαμό του Κώστα Σαπρίκη, ενώ στους παλιότερους, για τον τρόπο με τον οποίο υποδέχτηκαν τον νέο μαχητή στις γραμμές τους.

Στην περιοχή Βελεντσικού-Σκουλικαριάς η 144 Ταξιαρχία έμεινε τρεις-τέσσερες ημέρες, καθώς στο ορεινό κεφαλοχώρι Βουλγαρέλι, της παραπλεύρως περιοχής, πραγματοποιούνταν εκείνες τις ημέρες ευρεία σύσκεψη στελεχών του Κλιμακίου Γενικού Αρχηγείου Νότιας Ελλάδας (ΚΓΑΝΕ). Μετά ανενόχλητοι δρασκελίσαμε την οροσειρά Γαβρόβου, κατεβήκαμε πίσω στον Αχελώο, τον περάσαμε στη γέφυρα του Αυλακιού και στη συνέχεια τραβήξαμε για τα Άγραφα, διαβαίνοντας από τα ερημωμένα πια χωριά Τοπόλιανα, Λιμέρι, Γράνιτσα και Μοναστηράκι.

Εδώ, στο τελευταίο αυτό χωριό, η επιμελητεία της Ταξιαρχίας άναψε φωτιές και έστησε καζάνια, προκειμένου να σιτίσει τον καταταλαιπωρημένο στρατό της, με τα λίγα αποθέματα που είχε εξοικονομήσει κατά την εκστρατεία του στις περιοχές Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας και Ζυγοχωρίων Άρτης. Την ίδια μέρα ανεβήκαμε στα Άγραφα - είχε νυχτώσει πια, όταν φτάσαμε στο χωριό. Το χωριό έσφυζε από ζωή, πολλοί αντάρτες, λεύθεροι και ανέμελοι, σε παρέες γυρίζανε εδώ και εκεί. Ήτανε και λίγοι πολίτες Αγραφιώτες. Μερικά σπίτια φωτίζονταν μάλιστα, με λάμπες πετρελαίου φυσικά. Στον κορμό ενός δένδρου ήταν καρφωμένη και έκαιγε μια λάμπα ασετιλίνης που έριχνε άπλετο φως στην πλατεία του χωριού. Το τραγούδι έδινε και έπαιρνε σε δυο-τρεις μεγάλες παρέες ανταρτών.

Τα αντάρτικα τραγούδια ενθουσιάζανε αφάνταστα, είχανε συντεθεί κατά τρόπο για να τραγουδιούνται από πολλούς μαζί, χορωδιακά και, είτο δυνατόν, με πολυφωνία. Στα περισσότερα προσαρμόζονταν αρμονικά διάφορα επίκαιρα συνθήματα, όπως π.χ. «Μάααρκος-Μάααρκος!», «Δημοκρατία Λαϊκή-Λαϊκή! »κ.α.

Την άλλη μέρα το βράδυ μετακινηθήκαμε προς την ίδια κατεύθυνση νοτιο-ανατολικά πάντα, για την περιοχή Κεράσοβου-Χρυσοχωρίου-Βίνιανης, πιο κοντά προς το Καρπενήσι. Αυτούς τους ρουμελιώτες τους τράβαγε η ιδιαίτερη τους πατρίδα. Ο τοπικισμός, άλλωστε, ήταν βασικό χαρακτηριστικό ιδιαίτερα του αντάρτικου της ρομαντικής περιόδου.

Διανύσαμε μια απόσταση 15-20 χιλιομέτρων και φτάσαμε και στρατοπεδεύσαμε βορείως του πανύψηλου βουνού Καυκί, απόλυτου υψομέτρου κορυφής 173 3 μ. Εδώ μας περίμεναν τα αντάρτικα τμήματα της 172ης Ταξιαρχίας και το 1ο Τάγμα της 144 Ταξιαρχίας, το Τάγμα του θρυλικού Παπούα. Από τον τρόπο της στρατοπέδευσης μας καταλάβαμε πως εδώ θα καθίσουμε για λίγες ημέρες.

Όποιοι και όταν δεν είχαμε υπηρεσία και πρώτα από όλους τα κορίτσια, κατεβαίνανε λίγο πιο χαμηλά, στα μικρορέματα, για να βάλουμε μπουγάδα, να λουστούνε και να φροντίσουνε το φτωχό ιματισμό τους. Οι ζωηρές κουβέντες, τα αστεία και το χιούμορ των κοριτσιών και των αγοριών μαζί, στο φόντο αυτού του ολάνθιστου και πανέμορφου τοπίου και ιδιαίτερα ο ανεπανάληπτος και καταπραϋντικός ήχος του γάργαρου, τρεχούμενου νερού στα ρέματα συνέθεταν μια μαγευτική αρμονία φυσικού και ανθρώπινου περιβάλλοντος.

Πιο κάτω, χαμηλά, στα ισιώματα του εδάφους, έβοσκαν καμιά δεκαριά γελάδια. Φαίνεται πως είχε φροντίσει η 172 Ταξιαρχία να εξασφαλίσει κάποιες προμήθειες, που ήταν εντελώς απαραίτητες ιδιαίτερα αυτήν την συγκεκριμένη στιγμή. Ανάψαμε φωτιές και στηθήκανε και εδώ τα καζάνια των επιμελητειών.

Ας αφήσουμε όμως τους αντάρτες να ξεκουράζονται και να απολαμβάνουν αυτό το γαλήνιο και μαγευτικό .τοπίο, για το οποίο κάποιοι άλλοι, σε άλλους οπωσδήποτε καιρούς, θα πληρώνανε πανάκριβα για να το απολαύσουνε για δυο-τρεις ημέρες και εμείς ας ασχοληθούμε λίγο ακόμα με τους, όντως πιστούς στις αρχές της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, Ζυγοχωρίτες εθελοντές αντάρτες.

Πως συνέβαινε, λοιπόν, να βγαίνουνε στο βουνό εθελοντές αντάρτες τον Ιούλιο μήνα του έτους 1948, όταν τα γεγονότα και οι εξελίξεις των πολιτικών πραγμάτων έδειχναν ότι ο αγώνας του ΔΣΕ έμπαινε σε μια καθόλα κρίσιμη, αν όχι εντελώς αδιέξοδη φάση;

Τι ήταν η ενέργεια τους αυτή; Υπέρτατη φιλοδοξία για μια καινούργια ζωή; Αδιαφορία για τη ζωή τους; Μήπως άγνοια της πραγματικής κατάστασης; Ας ανατρέξουμε περιληπτικά στην πολιτική κατάσταση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί τα πρώτα χρόνια, 1945, 1946 και αρχές 1947, μετά και εξαιτίας της υπογραφής της συμφωνίας της Βάρκιζας.

“Ανασύνταξη”, Αρ. Φύλ. 210 1-31 Αυγούστου 2005

Δεν υπάρχουν σχόλια: