Πέμπτη 1 Ιουνίου 2000

ΤΑΥΤΟΤΗΤΕΣ: αντιδραστικό παραλήρημα του εκκλησιαστικού ιερατείου

Όχι στα σκοταδιστικά-εθνικιστικά-ρατσιστικά-φασιστικά κηρύγματα του Χριστόδουλου
- Ενάντια στο ηλεκτρονικό φακέλωμα (ΣΕΝΓΚΕΝ) -κατά της "αόρατης" ηλεκτρονικής αναγραφής οποιωνδήποτε στοιχείων στις νέες ταυτότητες -κατά της αναγραφής υποχρεωτικής ή προαιρετικής του θρησκεύματος στις ταυτότητες
- Για την υποχρεωτική καθιέρωση του πολιτικού γάμου, την καθιέρωση του πολιτικού όρκου, της πολιτικής κηδείας, κλπ.
- Για τον χωρισμό Εκκλησίας-Κράτους
α. Οι δηλώσεις – θέσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και το αντιδραστικό μισαλλόδοξο παραλήρημα του Χριστόδουλου

Η πρώτη δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης Μ . Σταθόπουλου στη συνέντευξή του στο «ΕΘΝΟΣ» (8.5.2000) στην οποία τάχθηκε υπέρ της επιλογής του όρκου αλλά και του πολιτικού όρκου ως «μόνο κοινό όρκο για όλους τους έλληνες» και των διαφόρων τύπων ταφής και εξέφρασε την άποψη ότι η αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες είναι αντίθετη με τον νόμο περί «προσωπικών δεδομένων» (2472/97) τάραξε τα κατάμαυρα «λιμνάζοντα νερά» της καθυστερημένης αστικής κοινωνίας της χώρας μας με τους γνωστούς παρωχημένους, αναχρονιστικούς και αντιδραστικούς θεσμούς της – κατάλοιπα της φεουδαρχικής εποχής.
Σε ερώτηση για τον «πολιτικό όρκο» ο Υπουργός Δικαιοσύνης απάντησε, ότι «είναι μόνος κοινός όρκος για όλους τους έλληνες πολίτες» και ότι δεν θα απέκλειε «πολλούς τύπους όρκων (θρησκευτικό , πολιτικό)» («ΕΘΝΟΣ» 8.5.2000), ενώ για την καθιέρωση της πολιτικής κηδείας, απάντησε ότι  «το επιβάλει η ελευθερία θρησκευτικής συνείδησης, έστω και για τους λίγους που τυχόν επιλέγουν τη μη θρησκευτική κηδεία». Για το ζήτημα της υποχρεωτικής καθιέρωσης του πολιτικού γάμου απέφυγε να μιλήσει με σαφήνεια, ενώ, τέλος, για το ζήτημα της «υποχρεωτικής αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες» δήλωσε ότι η αναγραφή είναι «αντίθετη προς το νόμο 2482/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων» («ΕΘΝΟΣ» 8.5.2000).
Οι προτάσεις Σταθόπουλου που έρχονται με καθυστέρηση πολλών δεκαετιών και για ζητήματα που ήδη είχε θέσει η γαλλική επανάσταση και έχουν λυθεί προ πολλού στις ευρωπαϊκές χώρες είναι φανερό πως εντάσσονται και στα πλαίσια έντονων τωρινών πιέσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για «εκσυγχρονισμό»-κατάργηση -  για την καλύτερη εξυπηρέτηση του κεφαλαίου στην παρούσα φάση – των διάφορων ξεπερασμένων θεσμών (φεουδαρχικά κατάλοιπα) της ελληνικής καπιταλιστικής κοινωνίας, θεσμοί που σχετίζονται και αφορούν στην περίπτωσή μας τις σχέσεις κράτους – εκκλησίας και έχουν εξαλειφθεί στις χώρες κράτη – μέλη.
Αναφερόμενος ο εκπρόσωπος τύπου της κυβέρνησης Δ. Ρέππας στις παραπάνω δηλώσεις – προτάσεις, κι υποκύπτοντας προφανώς στις πιέσεις της ηγεσίας της εκκλησίας, άφησε ουσιαστικά ακάλυπτο τον Υπουργό Δικαιοσύνης Σταθόπουλο δηλώνοντας (8.5.2000) ότι «ο Υπουργός Δικαιοσύνης εκφράζει τις απόψεις του». Όμως λίγο αργότερα ακολουθούν δηλώσεις του Κ. Δαφέρμου, προέδρου της «αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων», ο οποίος, σ’ αντίθεση με την κυβέρνηση, συντάχθηκε – στήριξε πλέρια τις προτάσεις Σταθόπουλου.
Παρόλο που όσα ζητήματα έθιξε στη συνέντευξή του ο καθηγητής Μ. Σταθόπουλος, όπως της μη αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες, του πολιτικού όρκου αλλά και άλλα που δεν ανέφερε με κορυφαίο εκείνο του  διαχωρισμού εκκλησίας – κράτους είναι πολύ γνωστά, χρονολογούνται αιώνες, τουλάχιστον από τη γαλλική επανάσταση, κι υπήρξαν αιτήματα της τότε επαναστατικής και σήμερα υπεραντιδραστικής αστικής τάξης, τα οποία σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν λυθεί εδώ και πολλές δεκαετίες και θα ανέμενε κανείς θετική αντίδραση και ανταπόκριση που έστω και με τόση και ολωσδιόλου αδικαιολόγητη καθυστέρηση τέθηκαν για «λύση», παρατηρήθηκε ακριβώς το αντίθετο. Το φαινόμενο αυτό εκφράζει αλλά και φέρνει στην επιφάνεια την υπαρκτή κραυγαλέα καθυστέρηση της σημερινής αστικής κοινωνίας, που συνίσταται στη διατήρηση και υπεράσπιση αναχρονιστικών θεσμών που συνδέονται και είναι κατάλοιπα της φεουδαρχίας, θεσμοί που δείχνουν το μέγεθος της καθυστέρησης μιας κοινωνίας παρακμασμένης και παπαδοκρατούμενης, σάπιας και ιστορικά ξεπερασμένης.
Έτσι οι δηλώσεις – προτάσεις Σταθόπουλου προκάλεσαν θύελλα αποδοκιμαστικών αντιδράσεων εκ μέρους του συνόλου της ντόπιας αντίδρασης, μαζί και της ηγεσίας της Εκκλησίας, η οποία δια στόματος του αντιδραστικού εθνικιστή Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου εκδήλωσε την πλήρη αντίθεσή της σ’ αυτές και επιπλέον, ακόμη χειρότερα, αναμείχτηκε με τον πιο ωμό και προκλητικό τρόπο σε ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά και μόνον το αστικό κράτος – κυβέρνηση: «σ’ αυτόν τον τόπο, υπάρχει ένας παράγοντας, ο οποίος ούτε μπορεί ούτε πρέπει να αγνοείται. Αυτός είναι ο λαός»!!! Ο δε γνωστός υπερασπιστής της χούντας Καλλίνικος και πνευματικός πατέρας του Χριστόδουλου δηλώνει προκλητικά: «η Εκκλησία δε δεσμεύεται από νόμους που αντίκεινται στους ιερούς κανόνες. Αν ένας νόμος είναι αντίθετος σ’ αυτούς, τότε θα αποφασίσει η Εκκλησία τι θα κάνει»!!!
Ο Χριστόδουλος, μετά την αρχική έντονη αποδοκιμαστική αντίδρασή του πρότεινε να γίνει «δημοψήφισμα»(!!!), ενώ αργότερα τάχθηκε υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες και καλεί σε «ανένδοτο αγώνα» με τη μορφή του «θρησκευτικού ιερού πολέμου» για της «εκκλησιαστικής περιουσίας την πίστη την αγία»!!! Η πρόταση Χριστόδουλου για δημοψήφισμα κατά πρώτο σημαίνει ανοιχτή ωμή ανάμειξη της Εκκλησίας στα ζητήματα του αστικού κράτους – κυβέρνησης, δεύτερο, αμφισβητεί ευθέως τον κοινοβουλευτικό αστικό τρόπο διακυβέρνησης, υποκαθιστά την εκλεγμένη κυβέρνηση, βάλει κατά της αστικής δημοκρατίας και ουσιαστικά επιχειρεί την εγκαθίδρυση – επιβολή αντιδραστικού θεοκρατικού καθεστώτος και  τρίτο εκφράζει την έμμεση προσπάθεια μέσω ενός δημοψηφίσματος, να επιβληθεί – διατηρηθεί μια αντισυνταγματική διάταξη που έρχεται σε ρήξη με το ίδιο το αστικό Σύνταγμα της χώρας.
Σ’ αυτές τις αντιδραστικές πολιτικές και θεοκρατικού φασιστικού χαρακτήρα επιδιώξεις Χριστόδουλου που αμφισβητεί ευθέως και προκλητικά ακόμα και το αστικό Σύνταγμα πρέπει να αντιταχθεί το σύνολο των δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων της χώρας και απαιτείται να αποκρουστούν τα πολιτικά φασιστικά μισαλλόδοξα και σκοταδιστικά κηρύγματά του.
Σε ιδεολογικό επίπεδο προπαγανδίζει ένα κράμα θρησκευτικού σκοταδισμού – ανορθολογισμού – εθνικισμού – ρατσισμού – φασιστικών απόψεων – καλυπτόμενες κατάλληλα πίσω από έναν «αντιευρωπαϊσμό» (τακτική α λα Χάιντερ Αυστρίας), «αντιευρωπαϊσμός» τον οποίο οι διάφοροι εθνικιστές και η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ σερβίρουν ως «αντιιμπεριαλισμό»(!) ή όπως κάποιοι αστοί δημοσιογράφοι αρέσκονται να τον αποκαλούν (όχι τυχαία) «δεξιό εθνικιστικό αντιιμπεριαλισμό»(!) – που αποτελούν συνέχεια, αναβίωση και επαναπροβολή των γνωστών αντιδραστικών απόψεων του διαβόητου τρίπτυχου «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια» των «εθνικοφρόνων» - μοναρχοφασιστών των μεταπολεμικών δεκαετιών και του κακόφημου «Ελλάς – Ελλήνων – Χριστιανών» των φασιστών συνταγματαρχών της χουντικής επταετίας.
Αυτές τις μέρες ο Χριστόδουλος, εκμεταλλευόμενος το θρησκευτικό συναίσθημα του λαού έχει επιδοθεί σ’ ένα πρωτοφανές και ξέφρενο σκοταδιστικό – εθνικιστικό – φασιστικό παραλήρημα με σημαία την αντιδραστική ιδέα της διαβόητης «ελληνοορθοδοξίας» - που υποκαθιστά το έθνος με τον ορθόδοξο σκοταδισμό και τις χειρότερες αντιδραστικές παραδόσεις του ιερατείου – προβάλλοντας την και κόρον απ’ όλα τα αντιδραστικά αστικά ΜΜΕ. Επαναλαμβάνει καθημερινά σ’ όλους τους τόνους το αντιδραστικό τροπάρι περί «αλησμόνητων πατρίδων» και ως άλλη Κασσάνδρα ξεσπά, άλλη μια φορά, σε προσποιητή «σπαραξικάρδια θρηνωδία» για τα «εθνικά θέματα» που τάχα τα έχουν «ξεπουλήσει όλα» δηλώνοντας προκλητικά και με περισσό θράσος: «είναι ντροπή για το έθνος να έχουμε διανοούμενους που τα έχουν ξεπουλήσει όλα»(!), ταυτίζοντας βέβαια πάντα το έθνος με τον σκοταδισμό και τις αντιδραστικές παραδόσεις της ηγεσίας της Εκκλησίας.
Ας υπενθυμίσουμε για όσους έχουν ξεχάσει ότι ο «Άγιος» Χριστόδουλος είχε και παλιότερα ξιφουλκήσει κατά της καθιέρωσης του πολιτικού γάμου, πολιτικολογούσε ασύστολα, μετά τις εκλογές του ’85, και συμπεριφερόταν σαν κομματάρχης φεουδαρχικού τύπου, επιτίθονταν κατά των πολιτικών και μιλούσε για «θύελλες και δεινά που έρχονται» για τον τόπο, και ήταν τόσο προκλητικός που υποχρέωσε τον τότε Δημοτικό Συμβούλιο του Βόλου να καταγγείλει με ψήφισμά του τα αντιδραστικά κηρύγματα και δημοσιεύματα του που θύμιζαν «ζοφερές καταστάσεις καθολικά καταδικασμένες από τον ελληνικό λαό» και συνδέονταν «με την γενικότερη προσπάθεια των νοσταλγών της ανωμαλίας να τορπιλίσουν την δημοκρατική ομαλότητα», τονίζοντας: «αφού, λοιπόν, ο ίδιος επιφύλαξε για τον εαυτό του το ρόλο του εκφραστή των δυνάμεων της ανωμαλίας, αντί τον ρόλο του θρησκευτικού ηγέτη, είναι πλέον ανεπιθύμητος για την πόλη μας».
Αξίζει να σημειωθούν δύο πράγματα σχετικά με το θέμα των ταυτοτήτων: το ένα είναι ότι το θρήσκευμα δεν αναγράφεται στις ταυτότητες καμιάς ευρωπαϊκής χώρας και δεύτερο ότι στη χώρα μας η αναγραφή του επιβλήθηκε από τις γερμανικές αρχές κατοχής το 1942 – κάτι που προκύπτει από τα φωτοαντίγραφα ταυτοτήτων που παρουσιάστηκαν στον τύπο και δείχνουν ότι στην προκατοχική περίοδο (26.2.1941) δεν αναγράφεται το θρήσκευμα ενώ αναγράφεται σε εκείνες που έχουν εκδοθεί τον Απρίλη και Δεκέμβρη του 1942 – για να χρησιμοποιηθεί απ’ τους καταχτητές για τις διώξεις – εξοντώσεις των εβραίων, κλπ και βέβαια μόνιμα από τον Γενάρη του 1945 (9.1.1945) με το νόμο 87/45 των Πλαστήρα – Σκόμπυ «περί υποχρεωτικού εφοδιασμού των δελτίων ταυτότητας» σαν καταπιεστικό μέτρο σε βάρος των επαναστατικών και προοδευτικών δυνάμεων του τόπου (το άρθρο 2 αυτού του νόμου θέσπισε την υποχρεωτική αναγραφή του θρησκεύματος). Άρα η αναγραφή του θρησκεύματος στις ταυτότητες είναι ουσιαστικά ναζιφασιστικό κατάλοιπο.
 
β. Οι αντιδράσεις των κομμάτων στις δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης

Η κυβέρνηση απ’ την πλευρά της μετά τις πρώτες αντιδράσεις των αντιδραστικών σκοταδιστών ρασοφόρων Χριστόδουλου και λοιπών – υπερασπιστών της αντιδραστικής ιδεολογίας της διαβόητης «ελληνορθόδοξης ταυτότητας» - αφήνει αρχικά τον Υπουργό Δικαιοσύνης ακάλυπτο, αναδιπλώνεται και υπαναχωρεί, υποσχόμενη αναβολή της εφαρμογής της απόφασης της «αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων» ενώ βουλευτές του κυβερνόντος Παπαθεμελής – Βενιζέλος τάσσονται ανοιχτά στο πλευρό του Χριστόδουλου, ηγέτη της εκκλησιαστικής αντίδρασης και λίγο αργότερα συντάσσεται μ’ αυτούς ο Π. Κρητικός που σε ερώτηση των δημοσιογράφων τάχθηκε υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος (ας θυμίσουμε ότι ο Π. Κρητικός όταν καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος, αυτός έκανε θρησκευτικό γάμο στην Αγία Τριάδα του Πειραιά, «ΝΕΑ» 29.12.83).
Τελικά ο πρωθυπουργός μετά την αρχική αναδίπλωση της κυβέρνησης δήλωσε στη Βουλή (24.5.2000), ανάμεσα στ’ άλλα, για το θέμα των ταυτοτήτων: «το δελτίο ταυτότητος είναι δημόσιο έγγραφο που ως αποκλειστικό σκοπό έχει την διευκόλυνση της επικοινωνίας του πολίτη με το κράτος … Ο πολίτης πρέπει να είναι ελεύθερος να πιστεύει και δεν επιτρέπεται να δίνει λόγο για το αν και τι πιστεύει. Γι’ αυτό και δε μπορεί σε καμιά περίπτωση η αναγραφή του θρησκεύματος να εξαρτάται από την συγκατάθεσή του. Η αναγραφή του θρησκεύματος δεν επιτρέπεται, με άλλα λόγια, να είναι υποχρεωτική ούτε προαιρετική» («ΝΕΑ» 25.5.2000).
Στο θέμα των ταυτοτήτων και το ρόλο κράτους – εκκλησίας αναφέρθηκε και ο πρόεδρος της Βουλής Α. Κακλαμάνης που δήλωσε: «κακώς γίνεται όλος αυτός ο θόρυβος για τις ταυτότητες. Πρέπει να εφαρμόζονται οι νόμοι. Ότι αφορά την Εκκλησία να ρυθμίζουν οι ιεροί κανόνες της και ότι αφορά τους πολίτες η Πολιτεία».
Απ’ την πλευρά του ο ακαδημαϊκός και συνταγματολόγος Αρ. Μάνεσης δήλωσε ότι: «έφτασε η ώρα η εκκλησία να εκσυγχρονιστεί και το κράτος να εκκοσμικευτεί» και θεωρεί αντισυνταγματική τόσο την υποχρεωτική όσο και την προαιρετική αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες («ΒΗΜΑ» 21.5.2000). Επίσης το τμήμα της νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης θεωρεί ομόφωνα αντισυνταγματική τόσο την υποχρεωτική όσο και την προαιρετική αναγραφή. Σε επιστολή του ανάμεσα στ’ άλλα αναφέρει: «η πίστη οιουδήποτε δεν πρέπει να αποτελεί στοιχείο του δελτίου ταυτότητος για να μην γίνει αυτό έγγραφο καταγραφής διακρίσεων. Η καταγραφή του θρησκεύματος έρχεται σε αντίθεση και με τις θεμελιώδεις αιτίες ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού». «Το Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας είναι ένα δημόσιο έγγραφο, με βάση του οποίου η πολιτεία αναγνωρίζει τους πολίτες της. Περιέχει τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα για την εξατομίκευση και αναγνώρισή τους. Στοιχεία που συνδέονται με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή άλλες πεποιθήσεις του δεν αποτελούν στοιχείο του Δελτίου Ταυτότητας».
Ας περάσουμε τώρα στις αντιδράσεις των άλλων κομμάτων. Απ’ τα μικρότερα κόμματα το ΔΗΚΚΙ, αποφεύγοντας να πάρει θέση – στην πραγματικότητα συμπαρατάσσεται με τον Χριστόδουλο – χαρακτηρίζει τις συζητήσεις για την αναγραφή του θρησκεύματος ως «ανούσιες και επικίνδυνες συζητήσεις». Επίσης ο Σαμαράς τάχθηκε κατά της απάλειψης του θρησκεύματος απ’ τις ταυτότητες, ο δε Δ. Αβραμόπουλος δήλωσε ότι «ήμουν υπέρ του προαιρετικού της δηλώσεως του θρησκεύματος».
Ο Συνασπισμός απ’ την πλευρά του επικρότησε τις θέσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και άσκησε κριτική στις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου: «η σπουδή του κυβερνητικού εκπροσώπου να τις χαρακτηρίσει «προσωπικές», μετά τις έντονες αντιδράσεις της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, δείχνει ότι η κυβερνητική πλειοψηφία παρά τις πληθωρικές αναφορές περί «εκσυγχρονιστικών τομών», επιλέγει την πολιτική της ατολμίας και της διαιώνισης αναχρονιστικών ρυθμίσεων» («ΑΥΓΗ» 9.5.2000).
Έντονα καταδικαστικές των δηλώσεων – θέσεων του Σταθόπουλου ήταν οι αντιδράσεις απ’ τους ναζιφασίστες της «Χρυσής Αυγής» και λοιπούς ως το μοναρχοφασιστικό κόμμα της Νέας Δημοκρατίας που τάσσεται ανοιχτά στο πλευρό του Χριστόδουλου.
Η ΝΔ δια στόματος Καραμανλή πήρε ανεπιφύλακτα το μέρος της Εκκλησίας και υπερασπίζεται τις θέσεις της μετά την συνάντηση Καραμανλή – Χριστόδουλου, δηλαδή τάχθηκε υπέρ της προαιρετικής αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες δηλώνοντας: «κανείς δεν μπορεί να υποχρεώσει, όπως και κανείς δε μπορεί να εμποδίσει τον οποιονδήποτε πολίτη από το να επιλέξει την καταχώρηση του θρησκεύματός του στο δελτίο της ταυτότητάς του… Είναι αδιανόητο για την δική μας αντίληψη να γίνονται μεθοδεύσεις σαν αυτές που ακολουθήθηκαν τελευταία. Μεθοδεύσεις που προκαλούν το διχασμό της ελληνικής κοινωνίας και πλήττουν τελικά το κύρος της Εκκλησίας και των λειτουργών της». Επίσης ο επίτιμος πρόεδρος Κ. Μητσοτάκης δήλωσε: «η απόφαση που ανήγγειλε ο Κ. Σημίτης είναι βαρύ λάθος, του οποίου τις συνέπειες θα δούμε όλοι μας σύντομα. Και το χειρότερο απ’ όλα, η αλλοπρόσαλλη πολιτική του κ. Σημίτη. Με την πολιτική που ακολούθησε, αγνόησε, αλλά το χειρότερο προσέβαλε την ελληνική ορθόδοξη Εκκλησία αρνούμενος να κάνει ένα στοιχειώδη διάλογο μαζί της».  Τέλος ένας άλλος βουλευτής της, απ’ τους πολλούς που έκαναν δηλώσεις, ο Π. Ψωμιάδης δήλωσε: «μ’ αυτή την κίνηση του πρωθυπουργού έπεσαν οι μάσκες. Η ορθόδοξη Εκκλησία γίνεται έρμαιο κάποιων ολίγων σκοταδιστών και μηδενιστών και δεν μπορεί κάποιοι αόρατοι αφεντάδες να μας θέλουν πνευματικά υπόδουλους, ελεγχόμενους και κατευθυνόμενους… είναι δικαίωμα του κάθε ελεύθερου ανθρώπου να ομολογεί το θρήσκευμά του».
Τα παραπάνω όμως παραδόξως οδήγησαν τον Τίτο Βανδή – πελαγωμένος απ’ τις οπορτουνιστικές δεξιές εθνικιστικό – νεορθόδοξες απόψεις της χρουστσοφικής ηγεσίας του κόμματός του – να καταληφθεί από αδικαιολόγητη και μεγάλη στενοχώρια που η «ΝΔ δεν σκάει μύτη από κάποια άλλη είσοδο ή κάποια άλλη έξοδο γιατί αποφάσισε να είναι για πάντα δεύτερη. Στην ουρά» («Ρ» 23.5.2000).
Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ αποφεύγοντας να τοποθετηθεί ξεκάθαρα, κατηγορηματικά και με την απαιτούμενη σαφήνεια κατά της αναγραφής (υποχρεωτικής – προαιρετικής) του θρησκεύματος στις ταυτότητες και προβάλλοντας επανειλημμένα ως «επιχειρήματα» την «τεχνητή διαίρεση των ανθρώπων σε θρησκευόμενους και μη» («Ρ» 27.5.2000) ότι «το ζήτημα της μη αναγραφής του θρησκεύματος στην ταυτότητα … στοχεύει στον αποπροσανατολισμό του λαού απ’ τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει» («Ρ» 17.5.2000) και ότι «η συζήτηση περί ταυτοτήτων καλύπτει το ηλεκτρονικό φακέλωμα»  και «δράση κατά της ΣΕΝΓΚΕΝ τώρα!» («Ρ» 18.5.2000) κλπ, συμπαρατάσσεται με την αντιδραστική ηγεσία της Εκκλησίας με επικεφαλής το Χριστόδουλο.
Το ότι η ηγεσία του «Κ»ΚΕ συμπαρατάσσεται με τον εθνικιστή Χριστόδουλο και υποστηρίζει τις αντιδραστικές του θέσεις φαίνεται καθαρά και από το άρθρο της λευκοντυμένης τουρκοφάγας εθνικίστριας και «φανταχτερής δημοσιογραφίνας που πολλά χρόνια υπηρέτησε με φλογερό πάθος τη Δεξιά και την αντίδραση» (Βάσος Γεωργίου) και την υπηρετεί και τώρα μέσα απ’ το χώρο πλέον του «Κ»ΚΕ της Λ. Κανέλλη, που κατά την ορκωμοσία της νέας Βουλής έψελνε τα διάφορα τροπάρια μαζί με το ίνδαλμά της τον Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο, στο «Ρ» (28.5.2000) με τον χαρακτηριστικό τίτλο «η Σένγκεν μα την πίστη μου!...»  κάτω απ’ τη γνωστή εθνικιστική της στήλη «Πατριδογνωμόνιο» στο οποίο, πέρα από ότι ορκίζεται στον παπαδίστικο σκοταδισμό, δεν παραλείπει να ασχοληθεί και με το «πουλάκι των παιδιών» γνωστών της, μιλάει για την ΣΕΝΓΚΕΝ και για πολλά άλλα (αλλά από ποια σκοπιά; Προφανώς την εθνικιστική νεορθόδοξη α λα Χριστόδουλο σκοπιά) και αφήνει σαφώς να εννοηθεί ότι είναι υπέρ της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Το ίδιο και ο άλλος τηλεοπτικός σταρ της Παπαρήγα ρασοφόρος Κ. Ζουράρις στις διάφορες τηλεοπτικές εκπομπές τάσσεται αναφανδόν υπέρ των αντιδραστικών ιδεολογικών – πολιτικών απόψεων του Χριστόδουλου ( τον οποίο «καμαρώνει και αγαπά»(!) «Ελευθ.» 16.2.2000) αλλά και σε πρόσφατο άρθρο του ισχυρίζεται ότι «η διοικούσα Εκκλησία μας, εκφράζει, αδέξια μεν, αυθεντικώς δε, το Γένος»  και ότι «σήμερα οι μιας χρήσεως Δαφερμο-Σταθόπουλοι χτυπούν το πνευματικόν μας Αυτεξούσιον, γιατί ξέρουν ότι η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία ανήκει στον όλον Λόγον του αντάρτικου λαού μας» («Ελευθ.» 24.5.2000).
Έτσι λοιπόν, οι «εν Χριστώ θεοσεβούμενοι σύντροφοι» της Παπαρήγα, το αντιδραστικό δίδυμο των Κανέλλη – Ζουράρι κάτι πέτυχε: μετέφερε τον εθνικιστικό – ορθόδοξο σκοταδισμό στο χρουστσοφικό «Κ»ΚΕ, πράγμα που είχαμε ήδη από τις ευρωεκλογές επισημάνει, και σήμερα συμπαρατάσσεται με την αντιδραστική ηγεσία της εκκλησίας στα παραπάνω ζητήματα.
Πέρα απ’ τις δικές μας διαπιστώσεις για τη συγχώνευση του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού με τον εθνικισμό – «νέο»ορθοδοξία, άλλοι που γνωρίζουν καλά και απ’ τα μέσα τις σχέσεις Εκκλησίας – «Κ»ΚΕ, όπως ο στενότατος συνεργάτης του Χριστόδουλου Μητροπολίτης Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού Δανιήλ Πουρτσουκλής σε πρόσφατη συνέντευξή του στην εφημερίδα «Εντός της Καισαριανής και του Βύρωνα» βεβαιώνει δηλώνοντας:  «ύστερα απ’ τις τελευταίες εκλογές πιστεύω ότι το ΚΚΕ και η Εκκλησία έχουν συμβιβαστεί σε μια κοινή πορεία», δηλαδή στην αντιδραστική πορεία του  εθνικιστικού - -«νέο»ορθόδοξου σκοταδισμού. Αλλά και το σύνολο του αστικού τύπου* διαπιστώνει ότι οι θέσεις του «Κ»ΚΕ που διατύπωσε η Παπαρήγα συγκλίνουν σε πολλά σημεία με τις «θέσεις που ανέπτυξε χθες ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος» («Ελευθ.» 27.5.2000) ενώ στο ίδιο φύλλο σ’ άλλη σελίδα της Ελευθεροτυπίας σχολιάζεται με κάποια έκπληξη: «όλα τα περιμέναμε πλέον, αλλά το κομμουνιστικό κόμμα να ταυτίζεται με τις θέσεις του Χριστόδουλου στο θέμα των ταυτοτήτων;».

γ. Οι θέσεις των κομμουνιστών: πάλη κατά του ηλεκτρονικού φακελώματος της ΣΕΝΓΚΕΝ – κατά της «αόρατης» ηλεκτρονικής αναγραφής οποιονδήποτε στοιχείων στις νέες ταυτότητες – για υποχρεωτική καθιέρωση του πολιτικού γάμου, για καθιέρωση του πολιτικού όρκου και της πολιτικής κηδείας κλπ – για διαχωρισμό Εκκλησίας – Κράτους

Όπως είδαμε όλα τα αντιδραστικά μοναρχοφασιστικά κόμματα ΝΔ κλπ απ’ τη μια τασσόμενα υπέρ της διατήρησης του θρησκεύματος στις ταυτότητες, συντάσσονται έτσι με την αντιδραστική ηγεσία της Εκκλησίας με επικεφαλής τον Χριστόδουλο και απ’ την άλλη δεν θέτουν καθόλου το ζήτημα του ηλεκτρονικού φακελώματος, αντίθετα το υποστηρίζουν.
Η μεγαλοαστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με την απάλειψη του θρησκεύματος προσπαθεί να καλλιεργήσει την απατηλή εντύπωση ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ηλεκτρονικού φακελώματος με τις νέες ταυτότητες στα πλαίσια της συνθήκης «ΣΕΝΓΚΕΝ», την οποία η ίδια επικύρωσε, με στόχο να αποσπάσει την προσοχή του λαού από την αναγκαιότητα της πάλης κατά του φακελώματος.
Όσον αφορά τα ρεβιζιονιστικά κόμματα, ο Συνασπισμός που τάσσεται υπέρ της απάλειψης του θρησκεύματος απ’ τις ταυτότητες, δεν κάνει καθόλου λόγο ούτε καλεί σε πάλη κατά του ηλεκτρονικού φακελώματος (σε επίπεδο της ιμπεριαλιστικής ΕΕ στη βάση της συνθήκης «ΣΕΝΓΚΕΝ»), καλλιεργώντας και αυτός την απατηλή εντύπωση πως η απάλειψη του θρησκεύματος από μόνη της διασφαλίζει και από το ηλεκτρονικό φακέλωμα.
Η χρουστσοφική ηγεσία του «Κ»ΚΕ, αρνούμενη να ταχθεί με σαφή και κατηγορηματικό τρόπο υπέρ της απάλειψης του θρησκεύματος απ’ τις ταυτότητες και προβάλλοντας μόνο την πάλη κατά της ΣΕΝΓΚΕΝ – απλά χρησιμοποιεί την ΣΕΝΓΚΕΝ ως προπέτασμα καπνού για να αφήσει στο απυρόβλητο την εκκλησιαστική εθνικιστική – «νέο»ορθόδοξη αντίδραση – συμπαρατάσσεται έτσι με τον πιο προκλητικό τρόπο με την αντιδραστική ηγεσία της Εκκλησίας στην προσπάθειά της για διατήρηση του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Την «πάλη» κατά της ΣΕΝΓΚΕΝ και της ΕΕ, δηλαδή τον «αντιευρωπαϊσμό» - που δεν έχει καμιά σχέση με τον αντιιμπεριαλισμό των αντιφασιστών – αντιεθνικιστών – αντιιμπεριαλιστών – κομμουνιστών αλλά είναι ένας  αντιδραστικός «αντιευρωπαϊσμός» α λα Χάιντερ Αυστρίας – χρησιμοποιεί και ένα μέρος της εκκλησιαστικής αντίδρασης ως προπέτασμα καπνού για να διατηρήσει τους αναχρονιστικούς και αντιδραστικούς θεσμούς, μεταξύ των οποίων τη διατήρηση του θρησκεύματος στις ταυτότητες, τις δύο μορφές γάμου (θρησκευτικό – πολιτικό), τη θρησκευτική κηδεία, το θρησκευτικό όρκο και τέλος τη διατήρηση της σύμφυσης εκκλησίας – κράτους, εμφανίζοντας μάλιστα τον εαυτό της ως δύναμης «αντιιμπεριαλιστικής» (Χριστόδουλος «αντιιμπεριαλιστικός ταγός»!) που «αγωνίζεται» κατά του ηλεκτρονικού φακελώματος.
Η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ προβάλει τον αντιδραστικό «αντιευρωπαϊσμό» της Εκκλησίας και των εθνικιστικών – «νέο»ορθόδοξων ρατσιστικών κύκλων ως «αντιιμπεριαλισμό» (κάποιοι μιλούν για «δεξιό και χριστιανο – ορθόδοξο αντιιμπεριαλισμό»), μη διστάζοντας ακόμα όπως η Παπαρήγα να φτάσει στο σημείο να διαφημίζει το αντιδραστικό μοναρχοφασιστικό κόμμα της ΝΔ ως «αντιιμπεριαλιστική» δύναμη που πήρε θέση στον «περίπτωση του πολέμου στη Γιουγκοσλαβία» («Ρ» 13.5.2000). Και στην περίπτωση των φακέλων επιβεβαιώνεται εκ νέου η ορθή διαπίστωση της Οργάνωσής μας για εθνικιστικο – νεορθόδοξη στροφή της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ, δηλαδή συγχώνευση του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού με το αντιδραστικό εθνικιστικό νέο«ορθόδοξο» ρεύμα.
Σ’ αντίθεση με άλλες δεξιές οπορτουνιστικές θέσεις των ρεβιζιονιστικών κομμάτων, η θέση των κομμουνιστών δεν μπορεί παρά να είναι: πάλη τόσο κατά του ηλεκτρονικού φακελώματος (ΣΕΝΓΚΕΝ) και της «αόρατης ηλεκτρονικής αναγραφής οποιωνδήποτε στοιχείων στις νέες ταυτότητες όσο και κατά της διατήρησης του θρησκεύματος στις ταυτότητες, πάλη για την απάλειψή του.
Τα αιτήματα της υποχρεωτικής καθιέρωσης του πολιτικού γάμου, της καθιέρωσης πολιτικού όρκου, και της  πολιτικής κηδείας κλπ καθώς και ο χωρισμός κράτους –εκκλησίας ήταν τα γνωστά αστικά αιτήματα της πάλαι ποτέ επαναστατικής και σήμερα υπεραντιδραστικής αστικής τάξης και στη συνέχεια έγιναν αιτήματα του Λαϊκού Δημοκρατικού Επαναστατικού Κινήματος και οι κομμουνιστές πρέπει να συνεχίσουν τη πάλη για την ικανοποίησή τους στη χώρα μας και όχι να σέρνονται πίσω απ’ την αντιδραστική ηγεσία της Εκκλησίας – να συμμαχούν μαζί της και να τη στηρίζουν – που θέλει να διατηρήσει να προνόμιά της, όπως κάνει η προδοτική σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ. Οι κομμουνιστές δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να στηρίξουν την εκκλησιαστική αντίδραση ούτε την ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση: ο αγώνας τους στρέφεται και στους δυο.
Ο δημοκρατικός λαός της χώρας μας, θρησκευόμενοι (όλων των αποχρώσεων) και μη, ας γνωρίζει ότι πίσω απ’ την προσποιητή «σπαραξικάρδια θρηνωδία» και τις υστερικές θεοκρατικές φασιστικές και μισαλλόδοξες κραυγές του «Άγιου» Χριστόδουλου, πίσω απ’ τους «θρήνους και οδυρμούς» του αντιδραστικού Ιερατείου κρύβονται τα οικονομικά συμφέροντα της κάστας της Εκκλησίας που θέλει να διατηρήσει τα προνόμιά της, ανάμεσα στ’ άλλα την τεράστια εκκλησιαστική περιουσία, μα και τα προερχόμενα απ’ την Ευρωπαϊκή Ένωση 126 δισεκατομμύρια.

* «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» (20.5.2000): Το επαναλαμβανόμενο επιχείρημα ότι «το θέμα των ταυτοτήτων μας αποπροσανατολίζει απ’ τα πραγματικά προβλήματα του τόπου», όπως λέει ο κ Σπηλιοτόπουλος, ανήκει επίσης στη κλασική συνταγή του λαϊκισμού. Στην ίδια συχνότητα κινούνται και οι υπόλοιποι συνοδοιπόροι του κ. Χριστόδουλου. «περιττή και άκαιρη» θεωρεί την ανακίνηση του ζητήματος ο Κ. Μητσοτάκης, όπως ακριβώς ο Στ. Παπαθεμελής, ο Β. Βενιζέλος, ο Α. Λοβέρδος, όλοι οι Μητροπολίτες (πλην του Ιωαννίνων) και πλήθος παραγόντων, από την Βάννα Μπάρμπα ως τον Λάκη Λαζόπουλο. Αλλά και ο «ριζοσπάστης», αναζητώντας μάλλον την ευκαιρία για ένα ευρύ «αντιεκσυγχρονιστικό μέτωπο», δεν διστάζει να σημειώσει ότι με τις «ευρωπαϊκές ταυτότητες γίνεται μια σαφής προσπάθεια να χωριστεί ο λαός με βάση τις θρησκευτικές ή μη αντιλήψεις του, με πρωτοφανή στόχο τον αποπροσανατολισμό του από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει» («Ρ» 18.5.2000).

Εφημερίδα Ανασύνταξη, 15-31/5/2000
Διαβάστε Περισσότερα »

Τετάρτη 31 Μαΐου 2000

Γιάννης Λιάτος (2.2.1946-24.1.2000)

Τον περασμένο Γενάρη συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τότε που «έφυγε» πολύ πρόωρα και για πάντα από κοντά μας ο αγαπημένος σύντροφός μας και μέλος της «Κίνησης για ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ του ΚΚΕ 1918-55» Γιάννης Λιάτος.

Ο Γιάννος Λιάτος γεννήθηκε στις 2.2.1946 στα Μεγάλα Καλύβια Τρικάλων, όπου πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια.

Σε νεαρή ηλικία υποχρεώθηκε υποχρεώθηκε να μεταναστεύσει στην Ελβετία όπου δούλεψε εργάτης σε εργοστάσιο και εκεί ήρθε σε επαφή με το επαναστατικό σταλινικό-ζαχαριαδικό κομμουνιστικό κίνημα. Στα τέλη της δεκαετίας του '70 επέστρεψε στην πατρίδα και εργάστηκε σε διάφορες αγροτικές δουλειές.

Υπήρξε από τα πρώτα νεώτερα μέλη της ΟΚΜΛΕ και από τα πιο δραστήρια και στη συνέχεια της «Κίνησης για Ενιαίο ΚΚΕ» και της «Κίνησης για ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ του ΚΚΕ 1918-55».

Ανέπτυξε πλούσια δράση στην περιοχή του όχι μόνο σε επίπεδο Οργάνωσης αλλά και στον Αγροτικό Σύλλογο της περιοχής. Επίσης δραστηριοποιήθηκε και στην «Επιτροπή Στάλιν» για αρκετό χρονικό διάστημα και ως τη διάσπασή της από τον δεξιό οπορτουνιστή αντιζαχαριαδικό (υπερασπιστή των λασπολόγων του Ζαχαριάδη) και αντισταλινικό (με τη μορφή της «λαθολογίας») εκδότη του Περιοδικού «Στάλιν» και τη μετατροπή της σε δεκανίκι-παράρτημα των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών του Περισσού. *

Κατά τη διάρκεια της επαναστατικής του δράσης και στις συγκρούσεις με τους διάφορους οπορτουνιστές αντιζαχαριαδικούς και αντισταλινικούς με τη μορφή της «λαθολογίας» (εκδότης «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ», εκδότης περιοδικού «ΣΤΑΛΙΝ») στάθηκε πάντα αδιάλλακτα και με συνέπεια στον επαναστατικό δρόμο του μαρξισμού-λενινισμού, στον επαναστατικό δρόμο των Στάλιν-Ζαχαριάδη.

Υπήρξε πάντα σταθερός ιδεολογικοπολιτικός αντίπαλος του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού, του ευρωκομμουνισμού, του τροτσκισμού και των διαφόρων άλλων οπορτουνιστικών αντισταλινικών ρευμάτων με οποιαδήποτε μάσκα κι αν εμφανίζονταν. Υπεράσπισε και προπαγάνδισε πάντα την επαναστατική κοσμοθεωρία των Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν, τις επαναστατικές παραδόσεις του ΚΚΕ 1918-55 και εκείνες των ΚΟΜΙΝΤΕΡΝ-ΚΟΜΙΝΦΟΡΜ.

Σαν επαναστάτης κομμουνιστής σταλινιστής-ζαχαριαδικός διακρίνονταν για τη συνέπεια και σταθερότητα από Αρχές, την ευγένεια, την πραότητα και τον καλό χαρακτήρα του, κερδίζοντας το σεβασμό και την εκτίμηση όχι μόνο των συναγωνιστών και συντρόφων του αλλά και των πολιτικών αντιπάλων. Μακριά από εγωισμούς και μικροαστική συμπεριφορά ήταν παράδειγμα σύνεσης και αγωνιστικής σεμνότητας.

Ο θάνατός του στερεί το επαναστατικό κομμουνιστικό κίνημα από έναν αγνό και μαχητικό επαναστάτη με απεριόριστη αφοσίωση στην υπόθεση της προλεταριακής επανάστασης και του κομμουνισμού, την «Κίνηση για ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ του ΚΚΕ 1918-55» από ένα διαλεχτό μέλος της και τους συντρόφους και συναγωνιστές του από έναν αγαπημένο σύντροφο που θα θυμούνται για πάντα για την ευγενική επαναστατική μορφή του.

* Ο δεξιός οπορτουνιστής αντιζαχαριαδικός και αντισταλινικός (με τη μορφή της «λαθολογίας») εκδότης του περιοδικού «ΣΤΑΛΙΝ» με την αποτυχία του να μετατρέψει την τότε «ΚΙΝΗΣΗ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» σε εκλογικό δεκανίκι της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας των Φλωράκη-Παπαρήγα με πρότασή του για εκλογική στήριξη του «Κ»ΚΕ στις εκλογές του Οχτώβρη του 1993, πρόταση που απορρίφθηκε από το Γραφείο, αποχώρησε από την «ΚΙΝΗΣΗ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» και στη συνέχεια προχώρησε στη διάσπαση της «Επιτροπής Στάλιν», την οποία έχει μετατρέψει από τότε σε παράρτημα της χρουστσοφικής ηγεσίας του Περισσού, στην οποία δεν ασκεί ποτέ κριτική με το διάτρητο πρόσχημα ότι δεν είναι πολιτική Οργάνωση αλλά «Επιτροπή».

Ο σύντροφος Θωμάς Αναστασίου, πρόεδρος τότε της «ΚΙΝΗΣΗΣ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» είχε πει, γι' αυτή του την προσπάθεια και στάση σε επόμενη συνεδρίαση, στα υπόλοιπα μέλη του Γραφείου: «αυτή την εντολή είχε απ' τους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές του "Κ"ΚΕ και αφού δεν τα κατάφερε να την περάσει αποχώρησε».

Ανασύνταξη, Αρ. Φύλ. 110 15-31 Μάη 2001
Διαβάστε Περισσότερα »

Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου 2000

Η ΝΕΑ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΗ «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ»

Η ΝΕΑ ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΤΙΚΗ «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ»
3 χρόνια ρεβιζιονιστικής και διασπαστικής «δράσης»
Για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας αλλά προπαντός για την υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού και την ΕΝΟΤΗΤΑ των κομμουνιστών
Στο φύλλο 61 της νέας οπορτουνιστικής «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ» (Δεκέμβριος 1999) δημοσιεύεται άρθρο με τίτλο «3 χρόνια νέας πολιτικής ζωής και δράσης ΚΚΕ(1918)», στο οποίο επιχειρείται να αποσιωπηθεί-συγκαλυφθεί: πρώτο, ο διασπαστικός ρόλος αυτής της ρεβιζιονιστικής ομάδας, δεύτερο, οι ρεβιζιονιστικές απόψεις της (συνονθύλευμα χρουστσοφικών, σοσιαλδημοκρατικών και της νέας παραλλαγής του σύγχρονου ρεβιζιονισμού a la Martens), αλλά και τρίτο, επιχειρείται αδίστακτη διαστρέβλωση των σχέσεων της «ΦΩΝΗΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ» και της «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ» της πρώτης περιόδου.
Στο άρθρο θα ταίριαζε αντί του παραπάνω τίτλου: «3 χρόνια νέας ρεβιζιονιστικής διασπαστικής πολιτικής ζωής και δράσης».
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά και ας παρουσιάσουμε όσο γίνεται πιο σύντομα τι σχέσεις μεταξύ του πολιτικού υπεύθυνου της τότε «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ» και της «ΦΩΝΗΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ»-«ΚΙΝΗΣΗΣ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ».
Ο μετέπειτα πολιτικός υπεύθυνος της «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ», όντας μέλος του σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ, ήρθε σε επαφή με την «ΚΙΝΗΣΗ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ»-«ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ», λέγοντας ότι συμφωνεί με την επαναστατική της γραμμή, και πρότεινε σε μέλη του Γραφείου ότι θα ήταν διατεθειμένος να αναλάβει ως πολιτικός υπεύθυνος μιας νέας εφημερίδας που θα την εκδίδει η «ΚΙΝΗΣΗ» χωρίς αυτή να φαίνεται και η οποία θα κινείται στην ίδια επαναστατική πολιτική κατεύθυνση με τη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ», αλλά η κριτική της στο χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό θα είναι περισσότερο προσεκτική και όχι εντελώς ανοιχτή για να διαδίδεται ευκολότερα στα μέλη του «Κ»ΚΕ. Στις συζητήσεις που έγιναν αποφασίστηκε να εκδοθεί μια εφημερίδα ως το 15ο Συνέδριο του «Κ»ΚΕ και ύστερα να κλείσει και όλοι οι σύντροφοι που θα έχουν συσπειρωθεί γύρω από τις δυο εφημερίδες να ενωθούν σε μια Οργάνωση και να εκδοθεί νέα εφημερίδα που θα αντικαθιστούσε τη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ» και τη «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ». Τα σχετικά ζητήματα συζητήθηκαν 3 φορές με τους συντρόφους της «ΚΙΝΗΣΗΣ» και αργότερα 4 φορές στη Συντακτική Επιτροπή της «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ».
Έτσι η «ΚΙΝΗΣΗ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» αποφάσισε να εκδοθεί μια τέτοια εφημερίδα και να πλαισιωθεί από συντρόφους της, μεταξύ των οποίων και ο τότε εκδότης της. Η πρόταση ως τίτλου της νέας εφημερίδας «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ» ήταν του πολιτικού υπεύθυνου και παρόλο που οι σύντροφοι της «ΚΙΝΗΣΗΣ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» είχαν διαφορετική γνώμη, επειδή ο τίτλος είναι αντικομμουνιστικός (κατά τα γνωστά των αστών ιδεολόγων «μετακομμουνισμός», κλπ.), δέχτηκαν την πρόταση για να προχωρήσει η δουλειά. Εκ των υστέρων πρέπει να πούμε ότι ο πολιτικός υπεύθυνος επέλεξε τότε αυτόν τον αντικομμουνιστικό τίτλο εντελώς συνειδητά – τίτλος που αρνείται ευθέως την επαναστατική κομμουνιστική-σοβιετική προοπτική.
Όμως ο πολιτικός πλέον υπεύθυνος της τότε «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ»(Νο1, Νοέμβρης 1994), που συνέχιζε να είναι μέλος του «Κ»ΚΕ, δεν είχε κατά νου, όπως έδειξαν τα πράγματα, να συμπαραταχθεί με το επαναστατικό κίνημα αλλά να το σύρει σε ρεβιζιονιστικό αντισταλινικό-αντιζαχαριαδικό δρόμο. Ασφαλώς πολλοί σύντροφοι είχαν διαπιστώσει τις αντισταλινικές με τη μορφή της «λαθολογίας» αλλά και τις αντιζαχαριαδικές του απόψεις, «ήλπιζαν» όμως πως θα τις «ξεπερνούσε»(!).
Η «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ» και σε κείνη την περίοδο από πλευράς πολιτικής γραμμής εμφάνιζε σωρεία ρεβιζιονιστικών θέσεων στις στήλες της μ’ αποτέλεσμα πολλοί σύντροφοι να ασκούν κριτική τόσο στη «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ» όσο και στην «ΚΙΝΗΣΗ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ», τονίζοντας τις ευθύνες και επιστήνοντας την προσοχή τους για την ενδεχόμενη και σε κάποιο βαθμό διαφαινόμενη διασπαστική πορεία του πολιτικού υπεύθυνου. Ένας απ’ τους τελευταίους συντρόφους που πλαισίωσε τη «Μ.Ε.», ο εξαίρετος σύντροφος μας, μακαρίτης πια, Γιάννης Γκόγκος, όταν ρωτήθηκε για το περιεχόμενο της πολιτικής γραμμής της «Μ.Ε.» είχε πει χαρακτηριστικά: «διαφέρει πολύ λίγο απ’ το «Ριζοσπάστη», είναι πολύ κοντά στο «Ριζοσπάστη» » - άποψη που συμμερίζονταν η πλειοψηφία των συντρόφων και οπαδών των δύο εφημερίδων.
Δεν ήταν όμως μόνο οι ρεβιζιονιστικές θέσεις που παρουσιάζονταν στις σελίδες της αλλά και το πρόβλημα της διπροσωπίας του πολιτικού της υπεύθυνου, πράγμα που είχε διαπιστωθεί από πολλούς συντρόφους. Όσο πλησίαζε ο καιρός προς το 15ο Συνέδριο του «Κ»ΚΕ άρχισαν να εκδηλώνονται δειλά-δειλά αλλά σταθερά οι διασπαστικές ενέργειες του, η αθέτηση και παραβίασητων συμφωνηθέντων για κλείσιμο των δύο εφημερίδων, πράγμα που υποχρέωσε το τότε Γραφείο της «ΚΙΝΗΣΗΣ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» να τοποθετηθεί με γραπτό κείμενο του (16 Μάη 1996) και στη συνέχεια να θέσει ανοιχτά πλέον το θέμα για συζήτηση σε συνάντηση της Συντακτικής Επιτροπής της «Μ.Ε.», στην οποία ο πολιτικός της υπεύθυνος δήλωσε ότι δεν τον ενδιαφέρει τίποτε άλλο παρά μόνο η έκδοση της «Μ.Ε.» και με το χαρακτηριστικό για μικροαστούς θράσος ρώτησε αν η «ΚΙΝΗΣΗ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» θα συνεχίσει να εκδίδει την τη «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ»: δηλαδή, μ’ άλλα λόγια, αν θα συνεχίσει και μετά τη λήξη της μεταξύ τους συμφωνίας να υπηρετεί τις ρεβιζιονιστικές του απόψεις και «εγκρίνει» τις διασπαστικές του ενέργειες και μάλιστα αν θα εξακολουθήσει να πληρώνει γι’ αυτές(!), θεωρώντας προφανώς την «ΚΙΝΗΣΗ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» «Ταμείο Φιλόπτωχων οπορτουνιστών»(!) και τους συντρόφους μέλη της δουλοπάροικους(!) του (ας παρθεί υπόψη ότι για την έκδοση της «Μ.Ε.» το κοινό ταμείο πλήρωσε μόνο το τυπογραφείο, τα υπόλοιπα έξοδα γύρω στα 2.000.000 τα χρωστά ακόμα στους συντρόφους που δούλεψαν για την έκδοση).
Ήδη από καιρό νωρίτερα βρισκόταν σε μόνιμη επαφή με τον ομοϊδεάτη του αντιζαχαριαδικό οπορτουνιστή εκδότη του περιοδικού «ΣΤΑΛΙΝ», παρόλο που γνώριζε, ότι αυτός είχε επιχειρήσει να μετατρέψει την «ΚΙΝΗΣΗ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» σε εκλογικό δεκανίκι της σοσιαλδημοκρατικής ηγεσίας του χρουστσοφικού «Κ»ΚΕ, είχε διασπάσει την Επιτροπή «ΣΤΑΛΙΝ» και το χειρότερο υπεράσπιζε τους αισχρούς λασπολόγους του Ν. Ζαχαριάδη – που διέδιδαν ότι ο Ζαχαριάδης είχε «προσχωρήσει»(!) στους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές και έκανε «ελεύθερος βόλτες στη Μόσχα»(!), τη στιγμή που αυτός αργοπέθαινε στο Σουργκούτ της Σιβηρίας – ηγετικά στελέχη της διαβόητης «Προσωρινής Κεντρικής Επιτροπής» (ΠΚΕ-Ρουμανία) Πολύδωρο Δανιηλίδη – Γαβρίλο Παπαδοπουλο – Βάσκο Πασχάλη, κλπ. –που ήταν «πρακτορείο του αντεπαναστατικού ρεβιζιονισμού» (ΣΟΦΙΑΝΟΣ, Γράμμα 6.1.1968).
Τελικά μετά από συνεχείς προστριβές αφού οριστικά «διαπίστωσε» ότι δε γίνεται διαφορετικά, προσαρμοζόμενος αλλά χωρίς να παραιτηθεί απ’ τις διασπαστικές επιδιώξεις και ρεβιζιονιστικές θέσεις, ήρθε με «νταούλια και βιολιά» στη συνέλευση της 25.7.1996 των συντρόφων της «ΦΩΝΗΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ» και της «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ», στην οποία αποφασίστηκε ομόφωνα: 1. να κλείσουν οι δύο εφημερίδες, 2. να βγει κοινή ανακοίνωση (που τελικά δε βγήκε εξαιτίας της μετέπειτα άρνησης του), 3. να συγκροτηθεί Οργάνωση με την επωνυμία «ΚΙΝΗΣΗ για ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ του ΚΚΕ 1918-55», και 4. να εκδοθεί η «ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ» στη θέση των δύο εφημερίδων (υπάρχουν τα πρακτικά της συζήτησης και των Αποφάσεων σ’ αυτή τη Συνέλευση στο Γραφείο).
ΔΙΑΣΠΑΣΤΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ: Τελικά έκλεισαν οι δύο εφημερίδες και με χίλια-δυο προβλήματα προχωρούσαν τα πράγματα προς την έκδοση της «ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗΣ» όταν έθεσε δύο νέα ζητήματα: να απορριφθεί ο όρος «σταλινισμός» και να μην υπάρχει στην προμετωπίδα της εφημερίδας το «στο δρόμο του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού». Παρόλο που αυτά είχαν γίνει αποδεκτά από όλους τους συντρόφους (συνέλευση 25.9.1996), στο τέλος μιας συνεδρίασης της «Πολιτικής Επιτροπής» αρχές Οχτώβρη 1996 με το γνωστό πρωτοφανές θράσος μικροαστού οπορτουνιστή επιστρέφει-δίνει το σχέδιο, σβήνοντας, εν αγνοία όλων των συντρόφων και καταπατώντας την απόφαση τους, το «στο δρόμο του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού». Έτσι στην αμέσως επόμενη Συνεδρίαση τέθηκαν για συζήτηση τα θέματα «σταλινισμός», «Στάλιν-Ζαχαριάδη», «στο δρόμο του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού».
Σ’ αυτή τη συζήτηση προσπάθησε ανεπιτυχώς να «τεκμηριώσει»(!) την απόρριψη της επιστημονικής έννοιας «ΣΤΑΛΙΝΙΣΜΟΣ» με τα εξής «σπουδαία»(!) αλλά και πολύ χαρακτηριστικά, αποκαλυπτικά δηλ. χρουστσοφικά «επιχειρήματα»: πρώτο, τον όρο τον χρησιμοποιεί η αντίδραση, δεύτερο, θυμίζει «προσωπολατρεία», τρίτο, θυμίζει το «δικτατορικό χαρακτήρα του μεγάλου ηγέτη». Στην ίδια συνεδρίαση μαζί με το Σ.Μ. υποστήριξε την άποψη ότι το «ζήτημα Στάλιν» είναι «ζήτημα τακτικής» και όχι αρχών!!!
Μετά από πολύωρη και εξαντλητική συζήτηση και τα τρία ζητήματα τέθηκαν σε ψηφοφορία και έγιναν αποδεκτά από την πλειοψηφία των παρόντων μελών της «Πολιτικής Επιτροπής»(7 προς 2). Εκνευρισμένος για το αποτέλεσμα δηλώνει: «εσείς θέλετε να μας γυρίσετε στην εποχή του πατερούλη, εγώ δεν αναλαμβάνω ευθύνες για τα λάθη του Στάλιν και του Ζαχαριάδη», αρπάζει την τσάντα του και αποχωρεί.
Αργότερα σε συνεργασία με νέο εκδότη, τον οπορτουνιστή και υπερασπιστή των λασπολόγων (Π. Δανιηλίδη, κλπ.) του Ν. Ζαχαριάδη εκδότη του περιοδικού «ΣΤΑΛΙΝ», με τον οποίο ήδη από καιρό ενεργούσαν διασπαστικά και συνεργάζονταν, εκδίδει τη νέα οπορτουνιστική «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ» (Νοέμβρης 1996), συνεργασία που δεν κράτησε, ως τη διάσπαση τους, ούτε καν χρόνο. Μετά και την εντελώς ανοιχτή διασπαστική ενέργεια της επανέκδοσης της «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ» - σε πλήρη αντίθεση με την Απόφαση της Συνέλευσης της 25.7.1996 – έρχεται τώρα μετά 3 χρόνια να ισχυριστεί ότι με την οπορτουνιστική σοσιαλδημοκρατική-ρεβιζιονιστική του «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ της 20.11.1996 υλοποιήθηκε η ιστορική απόφαση της μικτής γενικής Συνέλευσης φίλων και οπαδών των εφημερίδων «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ» και «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ»» («Μετ. Εποχή», Νο 61, Δεκέμβριος 1999). Εδώ η οπορτουνιστική παροιμιώδης χρουστσοφική ψευδολογία, ανταποκρινόμενη πάντα στις ρεβιζιονιστικές απόψεις, δε γνωρίζει όρια.
Και είναι σοσιαλδημοκρατική-χρουστσοφική η «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» («Μ.Ε.», Νο 25, Δεκέμβριος 1996) επειδή σ’ αυτή γίνεται λόγος για «κομμουνισμό» και μια κοινωνία «πανανθρώπινης ευτυχίας χωρίς τέλος» που θα φέρει τάχα μόνο η «επαναστατική βία» ή «η κομμουνιστική επανάσταση» χωρίς να ακολουθήσει η συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής και να εγκαθιδρυθεί η Διχτατορία του Προλεταριάτου. Ας σημειώσουμε ακόμα ότι και το ζήτημα της επαναστατικής βίας (αποφεύγεται σκόπιμα η ταύτιση της με τον ένοπλο αγώνα) προσεγγίζεται από αντιμαρξιστική ιδεαλιστική σκοπιά, δηλ. από μια ηθικολογική και αστική νομικίστικη σκοπιά. Επίσης η «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» είναι σοσιαλδημοκρατική-χρουστσοφική επειδή περιορίζει το «μαρξισμό-λενινισμό» (δε μιλά για «σταλινισμό» επειδή τον απορρίπτει), σε σχέση με τα ζητήματα της κομμουνιστικής επανάστασης μόνο στην «επαναστατική βία». Όμως ο μαρξισμός-λενινισμός, σε σχέση μ’ αυτό το ζήτημα, δεν είναι μόνο η «επαναστατική βία», όπως ισχυρίζονται οι δεξιοί οπορτουνιστές της «Μ.Ε.», αλλά: επαναστατική βία (=ένοπλος αγώνας) – συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής – Διχτατορία του Προλεταριάτου σ’ άρρηκτη διαλεχτική ενότητα.
Απ’ τα παραπάνω γίνεται φανερός ο ρόλος και οι επιδιώξεις του: Αφού «θυμήθηκε»(!) το επαναστατικό κίνημα στα μέσα της δεκαετίας του ’90, όταν τα πάντα είχαν καταρρεύσει, και υπηρέτησε δεκαετίες ολόκληρες το χρουστσο-μπρεζνιεφο-γκορμπατσοφικό ρεβιζιονισμό απ’ τις γραμμές του σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ, πλησίασε την «ΚΙΝΗΣΗ για ΕΝΙΑΙΟ ΚΚΕ» όχι για να δράσει στην κατεύθυνση της παραπέρα συσπείρωσης των κομμουνιστών αλά – υποκρινόμενος και προσποιούμενος πως συμφωνούσε με την επαναστατική γραμμή – για να τη σύρει σε αντισταλινικό-αντιζαχαριαδικό δρόμο και αν αυτό αποτύχει, όπως απέτυχε, να τη διασπάσει, ενεργώντας και εφαρμόζοντας με συνέπεια, σε βάρος των επαναστατικών σταλινικών-ζαχαριαδικών δυνάμεων, τη γνωστή διασπαστική τακτική των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών ηγετών του «Κ»ΚΕ και του διεθνούς χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού. Και αυτό ακριβώς έπραξε. Μάλιστα άθελα του εκ των υστέρων πάνω στη σύγχυση του αυτοαποκαλύπτεται, ομολογώντας ότι δε συμφωνούσε ευθύς εξαρχής και ποτέ με την επαναστατική πολιτική σταλινική-ζαχαριαδική γραμμή της «ΦΩΝΗΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ». Σ’ ένα άθλιο αλλά και πολύ αποκαλυπτικό λιβελογράφημα που προοριζόταν «Για την σύσκεψη της 23.10.1996», στην οποία δεν εμφανίστηκε και χρησιμοποίησε «ταχυδρόμο» για τη διάδοση του γράφει αναφερόμενος στη «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ» και στο σύνθημα «στο δρόμο του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού»: «το σύνθημα αυτό είναι «σήμα κατατεθέν» της Φ.τ.Α. και αναγραφόμενο στη μετόπη της καινούργιας εφημερίδας, παραπέμπει συνειρμικά στη Φ.τ.Α. και στην πολιτική της γραμμή. Πολιτική γραμμή η οποία δε με εκφράζει. Αν με εξέφραζε, θα έγραφα σ’ αυτή και δε θα υπήρχε λόγος να βγει η Μ.Ε.»!!! (σελ.2), αποδεικνύοντας ότι είναι ολωσδιόλου πολιτικά αναξιόπιστος.
Αφού, λοιπόν, ολοκλήρωσε το «έργο» της διάσπασης προς όφελος των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών, δημιουργώντας μια επιπλέον νέα οπορτουνιστική ρεβιζιονιστική ομάδα, που καθοδηγείται απ’ τη γνωστή παραλλαγή του σύγχρονου ρεβιζιονισμού της αντισταλινικής «λαθολογίας» a la Martens, τώρα, ο πρωταθλητής και χρυσός Ολυμπιονίκης ων διασπάσεων (δύο ούτε καν σε διάστημα ενός χρόνου), μιλάει για «ΕΝΟΤΗΤΑ» και μάλιστα στην προμετωπίδα της οπορτουνιστικής του εφημερίδας γράφει: «απαιτείστε από τις ηγεσίες των εξωκοινοβουλευτικών κομμουνιστικών κομμάτων μικτή πανελλαδική γενική συνέλευση με στόχο την ενότητα»!!! Αυτή και αν δεν είναι πολιτική «σοβαρότητα»(!) – πολιτική «σοβαρότητα» που πάει χέρι-χέρι με την πολιτική αναξιοπιστία και τον οπορτουνισμό του.
Να ποιο ήταν και είναι το «ενδιαφέρον» του για το επαναστατικό κίνημα και την «ΕΝΟΤΗΤΑ» των κομμουνιστών: να προσθέσει και μια ακόμα οπορτουνιστική «αντιχρουστσοφική» Ομάδα δίπλα σε τόσες άλλες που υπάρχουν, λες κι όσες υπήρχαν δεν ήταν αρκετές («Λαϊκός Δρόμος», «Προλ. Σημαία», «Νέα Ανατολή», «Αριστερά», «Περιοδικό Στάλιν», «Μέτ. Εποχή», και δύο χωρίς εφημερίδες ΕΚΚΕ και «Αρ. Πολιτική», αφήνοντας έξω το τροτσκίζον «ΠΡΙΝ» και τις τροτσκιστικές Οργανώσεις). Το «ενδιαφέρον» του, λοιπόν, συνίσταται: στην παραπέρα διάσπαση των κομμουνιστών και τη διατήρηση του κατακερματισμού τους.
Πρέπει εδώ να υπενθυμίσουμε μα κυρίως να υπογραμμιστεί ότι τη διάσπαση της μεγάλης μάζας των επαναστατών κομμουνιστών σταλινικών-ζαχαριαδικών την προκάλεσαν απ’ τα μέσα οι προδότες χρουστσοφικοί ρεβιζιονιστές με όργανο τους την «αντιχρουστσοφική» Ομάδα της ΠΚΕ (Π. Δανιηλίδης-Γ. Παπαδόπουλος,κλπ. Ρουμανία) – «πρακτορείο του αντεπαναστατικού ρεβιζιονισμού» (ΣΟΦΙΑΝΟΣ, Γράμμα 6.1.1968) – αλλά και άλλους, που μετά τη μεταπολίτευση (ΟΜΛΕ-Δανιηλίδη-Χοτζέα-Ιορδανίδη) βγήκαν με τη σημαία της αντισταλινικής «λαθολογίας», τον αντιζαχαριαδισμό και τις χρουστσοφικές συκοφαντικές επινοήσεις («προσωπολατρία», «ανώμαλη εσωκομματική ζωή», κλπ.).
ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ. Πέρα από το συνειδητό διασπαστικό ρόλο προς όφελος των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών ας περάσουμε σύντομα στον ιδεολογικό-πολιτικό προσανατολισμό αυτής της οπορτουνιστικής ομάδας. Η ομάδα της «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ» είναι μια ρεβιζιονιστική ομάδα επειδή:
Πρώτο, δεν καθοδηγείται απ’ το μαρξισμό-λενινισμό-σταλινισμό, αλλά από τη νέα παραλλαγή του σύγχρονου ρεβιζιονισμού της αντισταλινικής «λαθολογίας», που στον ευρωπαϊκό χώρο εκπροσωπείται από το βέλγο τροτσκίζοντα ρεβιζιονιστή Ludo Martens, τις αντισταλινικές απόψεις του οποίου υπερασπίζει και προπαγανδίζει απ’ τις στήλες της η «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ» (Νο 35, Οχτώβριος 1997, κλπ.) – γνωστός τρόφιμος της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ και του διεθνούς χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού και «επιφανής επαναστάτης» για τη «Μ.Ε.» (Νο 33, Αύγουστος 1997). Η ομάδα αυτή όχι μόνο απορρίπτει τον επιστημονικό όρο «σταλινισμός» ως παραπέρα ανάπτυξη του μαρξισμού-λενινισμού απ’ τον ΣΤΑΛΙΝ αλλά, ξεπερνώντας και τους χρουστσοφικούς της ηγεσίας του «Κ»ΚΕ, τον χαρακτηρίζει «αντεπαναστατικό» («ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ! ΔΙΑΛΕΞΤΕ: ή ΕΝΟΤΗΤΑ ή ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ», σελ. 2, Απρίλης 1998).
Στο ίδιο κείμενο προτείνεται «ενότητα» στη βάση απόρριψης της «λίστας των κλασσικών» δηλ. στη βάση της απόρριψης του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού και ακόμα πως «δεν έχει άμεση πραχτική αξία για μας η λίστα των κλασσικών»(!) (σελ.3) – κάτι που δεν τόλμησαν ποτέ να προπαγανδίσουν ανοιχτά οι εκάστοτε σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες του «Κ»ΚΕ ούτε η σημερινή των Φλωράκη-Παπαρήγα.
Επίσης, σύμφωνα με το παραπάνω κείμενο, στα έργα των κλασσικών οι κομμουνιστές πρέπει «να διαβάζουν ιστορία»(!) (σελ.3) δηλ. αυτά είναι, μ’ άλλα λόγια, «ξεπερασμένα» και«απαρχαιωμένα» - άριστη αντιγραφή-προπαγάνδιση των πασίγνωστων θέσεων της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας των δεκαετιών ‘50-60. Σ’ αντίθεση μ’ αυτή τη σοσιαλδημοκρατικήάποψη της νέας «Μ.Ε.» ο Λένιν διδάσκει τους κομμουνιστές να μελετούν το έργο των κλασσικών γιατί σ’ αυτό, όπως σημείωνε για το «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος», εκτίθεται «με μεγαλοφυή σαφήνεια και ακρίβεια η νέα κοσμοθεωρία: ο συνεπής υλισμός που αγκαλιάζει και την περιοχή της κοινωνικής ζωής, η διαλεχτική σαν η πιο ολόπλευρη και η πιο βαθιά διδασκαλία της εξέλιξης, η θεωρία της ταξικής πάλης και ο κοσμοϊστορικός επαναστατικός ρόλος του προλεταριάτου, του δημιουργού της νέας κοινωνίας, της κομμουνιστικής κοινωνίας» (ΛΕΝΙΝ).
Δεύτερο, στο σπουδαιότερο ζήτημα του κομμουνιστικού κινήματος, εκείνο του σοσιαλισμού-κομμουνισμού έχει μια αντιμαρξιστική αστικορεβιζιονιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία στο σοσιαλισμό πρέπει να διατηρηθούν οι εκμεταλλεύτριες και ανταγωνιστικές τάξεις ή όπως γράφει ο δάσκαλος τους L.Martens επιτιθέμενος κατηγορώντας τον Στάλιν: επειδή «δεν έφτασε στη διατύπωση μιας συνεκτικής θεωρίας για τη διατήρηση των τάξεων και των ταξικών αγώνων στη σοσιαλιστική κοινωνία» (L.Martens: «Μια άλλη ματιά στον Στάλιν», σελ. 382, Αθήνα 1997). Η αστικο-ρεβιζιονιστική αυτή αντίληψη του σοσιαλισμού της διατήρησης των εκμεταλλευτριών και ανταγωνιστικών τάξεων στο σοσιαλισμό σημαίνει πρώτο, άρνηση της διχτατορίας του προλεταριάτου, δεύτερο, άρνηση του τελικού σκοπού του επαναστατικού κινήματος: της αταξικής κομμουνιστικής κοινωνίας, και τρίτο, διατήρηση-διαιώνιση του καπιταλισμού.
Στη δε σοσιαλδημοκρατική-χρουστσοφική «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ»(«Μ.Ε.», Νο25, Δεκέμβριος 1996) γίνεται λόγος για «κομμουνισμό»(;) και για «ανατολή…πανανθρώπινης ευτυχίας χωρίς τέλος»δηλ. «ανατολή» μιας κοινωνίας «σοσιαλιστικής» χωρίς Δικτατορία του Προλεταριάτου – μια σαφέστατα αντιμαρξιστική σοσιαλδημοκρατική-χρουστσοφική αντίληψη και σε πλήρη και κραυγαλέααντίθεση με τον Μαρξ (και τους Ένγκελς-Λένιν-Στάλιν), για τον οποίο ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ είναι η «ταξική διχτατορία του προλεταριάτου σαν το αναπόφευκτο μεταβατικό στάδιο για τη κατάργηση των ταξικών διαφορών γενικά, για την κατάργηση όλων των κοινωνικών σχέσεων που αντιστοιχούν στις παραγωγικές αυτές σχέσεις, για την ανατροπή όλων των ιδεών που απορρέουν από τις κοινωνικές αυτές σχέσεις» (ΜΑΡΞ).
Τρίτο, στο ζήτημα της επανάστασης παρόλο που κάνουν λόγο για «βίαιη επανάσταση»(πέρα απ’ τη μαρξιστική ηθικολογική προσέγγιση του ζητήματος αποφεύγουν και τη έννοια «ένοπλος αγώνας») στη «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» δε γίνεται καθόλου λόγος για τη συντριβή-τσάκισμα της αστικής κρατικής μηχανής – «το πιο σπουδαίο και το πιο βασικό στη διδασκαλία του μαρξισμού για το κράτος» (ΛΕΝΙΝ) – που σημαίνει πρώτο, ότι το «πέρασμα» στο σοσιαλισμό θα γίνει, κατ’ αυτούς, με τη «βοήθεια»(!) του αστικού κράτους και δεύτερο, σημαίνει συνάμα άρνηση της διχτατορίας του προλεταριάτου – καραμπινάτος χρουστσοφικός ρεβιζιονισμός. Στην ίδια «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» πουθενά δε γίνεται λόγος για Διχτατορία του Προλεταριάτου (ο ευρωκομμουνιστκός ρεβιζιονισμός στο μεγαλείο του). Τέλος «μαρξισμός-λενινισμός» πέρα απ’ τα άλλα, σε σχέση με την κομμουνιστική επανάσταση, δεν είναι μόνο «επαναστατική βία» αλλά σε διαλεκτική ενότητα:επαναστατική βία(=ένοπλη πάλη)-συντριβή της αστικής κρατικής μηχανής-Διχτατορία του Προλεταριάτου. Σ’ αντίθεση μ’ αυτές τις ρεβιζιονιστικές απόψεις ο Στάλιν υπογραμμίζει ότι «ο νόμος της βίαιης επανάστασης του προλεταριάτου, ο νόμος της συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής, σαν προκαταβολικός όρος για μια τέτοια επανάσταση, είναι νόμος αναπόφευκτος» και ότι «η διχτατορία του προλεταριάτου… μπορεί να γεννηθεί μονάχα σαν αποτέλεσμα της συντριβής της αστικής κρατικής μηχανής, του αστικού στρατού, του αστικού υπαλληλικού μηχανισμού, της αστικής αστυνομίας» (ΣΤΑΛΙΝ).
Τέταρτο, στο ζήτημα του επαναστατικού κόμματος, αρνούνται το κόμμα νέου τύπου, υποστηρίζοντας την άποψη του Martens ότι ο Στάλιν «δε μπόρεσε να διατυπώσει μια θεωρία για την πάλη ανάμεσα στις δύο γραμμές μέσα στο κόμμα» (σελ. 383), πράγμα που σημαίνει αποδοχή ύπαρξης δύο φραξιών και επομένως άρνηση του λενινιστικού-σταλινικού κόμματος νέου τύπου. Επιπλέον στη «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» πουθενά δε γίνεται λόγος για τη βασική Αρχή λειτουργίας του Κομμουνιστικού Κόμματος, την Αρχή του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού», αλλά για «διασφάλιση εσωκομματικής δημοκρατίας», «ελεύθερο δημοκρατικό διάλογο», «δημοκρατικό πρόσωπο του κόμματος», κλπ. – απόψεις που οδηγούν σ’ άρνηση του λενινιστικού-σταλινικού κόμματος νέου τύπου – για να καταλήξει στον «αυταρχισμό»(!), κλπ., λες και τα επαναστατικά κομμουνιστικά κόμματα ήταν καταπιεστικά. Επίσης αντί να γίνεται λόγος για υποδειγματικούς κομμουνιστές επαναστάτες προπαγανδίζονται οι αστικές αντιλήψεις περί «υποδειγματικού επαγγελματία», «υποδειγματικού πολίτη», κλπ.
Πέμπτο, στο ζήτημα της παλινόρθωσης του καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση υποστηρίζουν την άποψη ότι αυτή άρχισε επί Γκορμπατσόφ ή όπως γράφει ο L.Martens, στο 28ο Συνέδριο τον Ιούλη του 1990 «επιβεβαιώνεται σαφώς η ρήξη με το σοσιαλισμό και το πέρασμα στην καπιταλιστική οικονομία» (σελ. 17) – η γνωστή θέση του διεθνούς χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού και του σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ. Γι’ αυτό και η «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» θεωρεί ότι «η «ΠΕΡΑΣΤΡΟΙΚΑ» υπήρξε η τελευταία πράξη της αντεπαναστατικής διαδικασίας και της ολοκλήρωσης της σοσιαλιστικής ήττας» («Μ.Ε.», Νο 25, Δεκέμβρης 1996). Επιπλέον δε μιλούν καν για ανατροπή διχτατορίας του προλεταριάτου στη Σοβιετική Ένωση μετά το θάνατο-δολοφονία του Στάλιν – αφετηρία και προϋπόθεση της σταδιακής παλινόρθωσης του καπιταλισμού.
Έκτο, παρά την τυπική αναφορά στον Στάλιν με την αντισταλινική «λαθολογία» αρνούνται ουσιαστικά την αναγνώριση του ως κλασσικού του μαρξισμού-λενινισμού και επιπλέον επαναφέρουν στο πολιτικό προσκήνιο τις χρουστσοφικές συκοφαντικές επινοήσεις περί «προσωπολατρίας» και «δικτατορικό χαρακτήρα του μεγάλου ηγέτη» («ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ! ΔΙΑΛΕΞΤΕ: ή ΕΝΟΤΗΤΑ ή ΠΕΡΙΘΩΡΙΟ», σελ. 2), προπαγανδίζει δηλαδή ότι δε μπορεί να προπαγανδίσει αυτή τη στιγμή η σοσιαλδημοκρατική ηγεσία του «Κ»ΚΕ.
Έβδομο, ακολουθώντας τη γνωστή χρουστσοφική τακτική (που μιλάει για ΚΚΣΕ χωρίς τον Στάλιν) όταν αναφέρεται στο παλιό επαναστατικό Κόμμα μιλάει για κόμμα που έκανε «αγώνες, κλπ., κλπ. χωρίς να αναφέρει ότι αυτό καθοδηγούνταν απ’ το Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ» »(«ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΝΟΤΗΤΑ…», σελ. 5) και ακόμα θεωρεί τον όρο «ζαχαριαδικός» αντεπαναστατικό (στο ίδιο σελ.2). Το ίδιο και στη «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» γίνεται λόγος για «κόμμα ηρωικών αγώνων», κλπ. με επικεφαλής φαίνεται το «άγιο πνεύμα»(!). Μάλιστα σ’ αυτή δε γίνεται πουθενά λόγος για την πάλη των ελλήνων κομμουνιστών ενάντια στο χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό και τις χρουστσοφικές ηγεσίες του «Κ»ΚΕ, μηδενίζοντας έτσι ολοκληρωτικά και αποσιωπώντας την πάλη των ελλήνων κομμουνιστών σταλινικών-ζαχαριαδικών με επικεφαλής το μεγάλο προλετάριο επαναστάτη ΝΙΚΟ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ στις ρεβιζιονιστικές χώρες, πάλη που σήμερα συνεχίζεται από απ’ την «ΚΙΝΗΣΗ για ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ του ΚΚΕ 1918-1955». Σ’ αυτή την τιτάνια και μεγαλειώδη ολόκληρων δεκαετιών επαναστατική πάλη των ελλήνων κομμουνιστών κατά του χρουστσοφικού ρεβιζιονισμού, που εκδηλώθηκε ανοιχτά το Σεπτέμβρη του 1955 στην Τασκένδη, ο σημερινός πολιτικός υπεύθυνος της νέας οπορτουνιστικής «ΜΕΤΑΣΟΒΙΕΤΙΚΗΣ ΕΠΟΧΗΣ» βρισκόταν στην «απέναντι όχθη»υπηρετώντας, απ’ τις γραμμές του σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ, το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90.
Τώρα τελευταία αρνούμενη η ομάδα αυτή τον ηγετικό-καθοδηγητικό ρόλο του μεγάλου επαναστάτη Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ στην πάλη ενάντια στο χρουστοφικό ρεβιζιονισμό, αναπροσαρμόζοντας την τακτική της (εμφανίζεται με «φιλοζαχαριαδικό» μανδύα) τον μεταμορφώνει σε έναν ακίνδυνο για το χρουστοφικό ρεβιζιονισμό «πρωτομάρτυρα»(!) απ’ τον οποίο το μόνο που λείπει είναι ο«σταυρός του μαρτυρίου» (ίσως καθυστερεί η παραγγελία του στα Ιεροσόλυμα!). Όμως όλοι οι κομμουνιστές γνωρίζουν ότι ο Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ, ούτε «άγιος» ούτε «πρωτομάρτυρας» ήταν, αλλά ήταν ένας επαναστάτης κομμουνιστής ηγέτης, και μάλιστα: πρωτο-επαναστάτης και πρωτο-καθοδηγητής της πάλης ενάντια στο χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό σε παγκόσμια κλίμακα. Επίσης στη «ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ» πουθενά δεν καταγγέλλεται και γίνεται έμμεσα αποδεχτή η βρωμερή λασπολογία της διαβόητης ΠΚΕ (Π. Δανιηλίδης, κλπ.) και των εδώ υποστηρικτών της σε βάρος του ΝΙΚΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ για δήθεν «προσχώρηση»(!) του στο χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό κατά τη διάρκεια της εξορίας του στο Σουργκούτ της Σιβηρίας – αυτό το ΠΕΛΩΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΨΕΥΔΟΣ.
Όγδοο, η ομάδα αυτή, πέρα απ’ τη διατήρηση του αντικομμουνιστικού τίτλου της εφημερίδας της, επέλεξε για τον εαυτό της την ονομασία «ΚΚΕ 1918», ονομασία που αφήνει ανοιχτή τη διάρκεια ύπαρξης του κόμματος ως τα σήμερα, κινούμενη έτσι στο ίδιο κανάλι προπαγάνδας με τους χρουστσοφικούς ρεβιζιονιστές ηγέτες του «Κ»ΚΕ, που κι αυτοί για το ίδιο κόμμα μιλούν, που ιδρύθηκε το 1918. Καθόλου τυχαία επιλογή. Όμως το επαναστατικό ΚΚΕ τελείωσε την επαναστατική του ζωή και δράση το 1955, και επομένως μαρξιστική τοποθέτηση πάνω σε αυτό το ζήτημα είναι εκείνη που οριοθετεί με σαφήνεια την ηλικία ύπαρξης του, δηλαδή «ΚΚΕ 1918-55». Μόνο αυτή διαχωρίζει με σαφήνεια το παλιό επαναστατικό Κόμμα απ’ το σημερινό σοσιαλδημοκρατικό «Κ»ΚΕ.
Τέλος όσο για τον ισχυρισμό ίδρυσης Κόμματος απ’ αυτή την οπορτουνιστική Ομάδα που μόνο γέλια μπορεί στους κομμουνιστές να προκαλέσει – αφού είναι γνωστό ότι η ομάδα αυτή αγκομαχώντας καταφέρνει να εκδίδει ένα μηνιάτικο τετρασέλιδο και πουθενά αλλού δεν εμφανίζεται – σημαίνει διασυρμό και γελοιοποίηση της έννοιας του επαναστατικού κόμματος νέου τύπου. Ο πομπώδης επιπόλαιος και ανυπόστατος ισχυρισμός της εκφράζει έλλειψη πολιτικής σοβαρότητας, κραυγαλέα και πρωτοφανή πολιτική ανευθυνότητα. Αυτό το ζήτημα ο οπορτουνιστής μικροαστός το είχε θέσει και παλιότερα, αλλά και στη συνέλευση της 25.9.1996, όμως με την τεκμηριωμένη μαρξιστική παρέμβαση του συντρόφου Γιάννη Γκόγκου απορρίφθηκε απ’ όλους τους παρόντες συντρόφους η άποψη «ίδρυσης Κόμματος στα χαρτιά», χωρίς να πληρούνται γι’ αυτό οι ελάχιστες αναγκαίες προϋποθέσεις, δηλ. ενός κόμματος φάντασμα.
ΛΑΣΠΟΛΟΓΙΑ: Μετά την παταγώδη αποτυχία να σύρει την «ΚΙΝΗΣΗ για ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ του ΚΚΕ 1918-55» σε αντισταλινικό-αντιζαχαριαδικό δρόμο και την πλήρη ανικανότητα και αδυναμία του να αντιπαρατεθεί στις επαναστατικές σταλινικές απόψεις καταφεύγει αμέσως, για να πλήξει την Οργάνωση, στο γνώριμο επαγγελματικό «σπορ» των χρουστσοφικών ρεβιζιονιστών: την ασφαλίτικη μέθοδο της ΛΑΣΠΟΛΟΓΙΑΣ. Με ασφαλίτικη ταλαντούχα μαεστρία «ξερνάει» οχετούς λάσπης: «θα ήμουν ειλικρινά ευτυχής αν διέψευδε τεκμηριωμένα και πειστικά την εκδοχή που αναφέρεται σε κέντρο στο εξωτερικό. Αυτός ξέρει»(!) (σελ. 19 του λιβελογραφήματος «Για τη σύσκεψη της 23.10.1996»). Όταν ρωτήθηκε λίγο καιρό αργότερα από βετεράνο κομμουνιστή απάντησε: «πληρώνεται από γερμανούς κομμουνιστές για να γίνει στην Ελλάδα σταλινικό κόμμα»!!! Αθλιότητα που έπεσε βέβαια στο κενό. Όμως δεν πρωτοτυπεί – και ας σημειώσουμε για τους νεότερους – απλά επαναλαμβάνει τις γνωστές συκοφαντίες των διεθνών μυστικών υπηρεσιών του καπιταλισμού-ιμπεριαλισμού για «πληρωμένους» κομμουνιστές απ’ τη σταλινική Μόσχα, Τίρανα, Πεκίνο, Αβάνα, κλπ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι κατά τη διάρκεια των πολλών δεκαετιών που υπηρέτησε το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό απ’ τις γραμμές του σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ φαίνεται να έχει αποφοιτήσει με άριστα τη χρουστσοφική «Τσολάκειο» Σχολή Λασπολογίας (απ’ το όνομα του διαβόητου Ταρζάν ή «μικρού Πατακού» της Τασκένδης Κ. Τσολάκη), που τη γνώρισαν καλά όλοι οι κομμουνιστές σταλινικοί-ζαχαριαδικοί της Τασκένδης και όλων των πρώην Λαϊκών Δημοκρατιών, όμως στην Ελλάδα βρίσκεται σε μειονεκτικότερη θέση απ’ ότι ο Τσολάκης στην Τασκένδη: λείπουν τα χρουστσο-μπρεζνιεφο-γκορμπατσοφικά τανκς, οι παγωμένες στέπες της Σιβηρίας, τα ψυχιατρεία, κλπ., κλπ.
Το «εγχείρημα» βέβαια παρόμοιων ασφαλίτικων μεθόδων λασπολογίας είναι καταδικασμένο σε αποτυχία, επειδή είναι ίσως λίγο δύσκολο να λασπώσεις επαναστάτες κομμουνιστές σταλινιστές που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πάλης ενάντια στο χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό, οι μεν αντάρτες των ΕΛΑΣ-ΔΣΕ απ’ το ’55 στην Τασκένδη και στις άλλες χώρες (ορισμένοι απ’ αυτούς πέρασαν κάποια χρόνια «διακοπές» στην παγωμένη Σιβηρία), οι δε νεότεροι σύντροφοι μας πολεμούν το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό εδώ και 30 χρόνια και ορισμένοι εδώ και μια δεκαετία – οι νεότεροι για όσο χρονικό διάστημα βρέθηκαν στις γραμμές του «Κ»ΚΕ ασφαλώς έβλαψαν αντικειμενικά το επαναστατικό κίνημα ανεξάρτητα απ’ τη θέληση τους – και μάλιστα όταν υπηρέτησες ως τα «χθες» δηλ. ως τα μέσα της δεκαετίας του ’90, το χρουστσοφικό ρεβιζιονισμό απ’ τις γραμμές του σοσιαλδημοκρατικού «Κ»ΚΕ. Η «ΚΙΝΗΣΗ για ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ του ΚΚΕ 1918-55» γνωρίζει πολύ καλά τη ζωή, τη δράση και την πάλη όλων των συντρόφων μας, παλιών και νέων. Τέλος τόσο για τα ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα όσο και για τη λασπολογία σε βάρος οποιουδήποτε συντρόφου μας προσκαλούμε-προκαλούμε αυτόν τον οπορτουνιστή και οποιονδήποτε άλλον σε μια δημόσια, μπροστά σε ακροατήριο, ζωντανή αντιπαράθεση σε μια οποιαδήποτε αίθουσα της Αθήνας.

Οι επαναστάτες κομμουνιστές σταλινικοί-ζαχαριαδικοί έχουν υποχρέωση, αγνοώντας οποιεσδήποτε «πιέσεις» και συκοφαντίες, να υπερασπιστούν μαχητικά, αποφασιστικά και με συνέπεια το μαρξισμό-λενινισμό-σταλινισμό, τις επαναστατικές παραδόσεις του ΚΚΕ 1918-55 με επικεφαλής το σ. Ν. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗ, να ξεσκεπάσουν τη λασπολογία σε βάρος των Στάλιν-Ζαχαριάδη και τέλος να ξεσκεπάσουν-καταπολεμήσουν αμείλικτα κάθε οπορτουνιστική ρεβιζιονιστική άποψη που εμφανίζεται με «μαρξιστική» μάσκα, να καταπολεμήσουν όλες τις παραλλαγές του σύγχρονου ρεβιζιονισμού, υπερασπίζοντας την καθαρότητα της επαναστατικής κοσμοθεωρίας του προλεταριάτου.

Ανασύνταξη, Αρ. Φύλ. 79 1-15 Φλεβάρη 2000
Διαβάστε Περισσότερα »

Δευτέρα 1 Μαρτίου 1999

ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΙΜΗ ΣΤΙΓΜΗ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Επικίνδυνος τυχοδιωκτισμός η ΕΜΠΛΟΚΗ της χώρας στην υπόθεση Οτσαλάν

ΣΕ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΕΚΡΗΚΤΙΚΗ ΚΡΙΣΙΜΗ ΣΤΙΓΜΗ ΓΙΑ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Επικίνδυνος τυχοδιωκτισμός η ΕΜΠΛΟΚΗ της χώρας στην υπόθεση Οτσαλάν
Τυχοδιωκτική η στάση της κυβέρνησης Σημίτη, αλλά και του συνόλου των αστικών και ρεβιζιονιστικών κομμάτων
- όχι στους τυχοδιωκτισμούς της αντιδραστικής αστικής τάξης
- δυνάμωμα της πάλης κατά των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στα Βαλκάνια-Μεσόγειο και τον κίνδυνο του πολέμου, κατά των σοβινιστικών-εθνικιστικών φασιστικών πολεμοκάπηλων δυνάμεων
- δυνάμωμα της πάλης κατά του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου - Ευρωπαϊκής Ένωσης
Η επικίνδυνη και χωρίς προηγούμενο προπαγανδιστική εκστρατεία και σεναριολογία της κυβέρνησης και όλων των κομμάτων της αστικής και ρεβιζιονιστικής αντιπολίτευσης και ο αποπροσανατολισμός της εργατικής τάξης και του λαού, μ' αφορμή την υπόθεση Οτσαλάν, επιβάλει μια τοποθέτηση αυτής της υπόθεσης στις σωστές της διαστάσεις και μέσα στο πλαίσιο της συνολικής κατάστασης στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Είναι γεγονός ότι η παράδοση-κατάληξη του ρεβιζιονιστικά κόμματα, προπαντός τις αρχηγού του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτσαλάν αλυσοδεμένου στα χέρια της στρατιωτικο-φασιστικής διχτατορίας της Τουρκίας τραυμάτισε βαριά τα φιλικά αισθήματα συμπαράστασης του λαού μας προς το δίκαιο αγώνα του κουρδικού-τουρκικού λαού ενάντια στο φασισμό αλλά και τα αντιφασιστικά φρονήματα του. Προκάλεσε δίκαια οργή και αγανάχτηση απέναντι στην κυβέρνηση Σημίτη, έντονη δυσφορία και κατακραυγή. Ταυτόχρονα ταρακούνησε, αφύπνισε απ' τον κάποιο μακρόχρονο λήθαργο του εφησυχασμού τμήματα μαζών διαφόρων κοινωνικών τάξεων και στρωμάτων, ευαισθητοποίησε, κινητοποίησε το λαό μας σε σειρά διαμαρτυριών ενάντια στο φασιστικό καθεστώς και πορειών αλληλεγγύης προς τον αγώνα του κουρδικού λαού σε διάφορες πόλεις.
Η ευαισθητοποίηση αυτή και αφύπνιση του λαού μας, και βέβαια και του καλλιτεχνικού κόσμου, μ' αφορμή την υπόθεση Οτσαλάν, αποτελεί αναμφίβολα ένα πολύ θετικό και σημαντικό στοιχείο στη σημερινή πάλη του ενάντια στους ιμπεριαλιστές και τον κίνδυνο του πολέμου καθώς και ενάντια στη σοβινιστική-εθνικιστική υστερία της ντόπιας αντίδρασης σε μια πολύ κρίσιμη περίοδο για τα Βαλκάνια αλλά και για τη χώρα μας και τα εθνικά συμφέροντα -σε μια στιγμή που συνεχίζονται καθημερινά οι επεμβάσεις των ιμπεριαλιστών (ΕΠΑ-ΕΕ-Ρωσία) και απειλείται άμεσα μ' ανάφλεξη ολόκληρη η περιοχή, έχοντας ως στηρίγματα-όργανα για την προώθηση της πολιτικής και των σχεδίων τους τις άρχουσες αντιδραστικές αστικές τάξεις των εξαρτημένων απ' τους ιμπεριαλιστές Βαλκανικών χωρών. Όμως αυτή η συναισθηματική φόρτιση από τη μια έγινε αντικείμενο ανεύθυνης μικροκομματικής εκμετάλλευσης απ' τα αστικά και ρεβιζιονιστικά κόμματα, προπαντός τις σοβινιστικές-εθνικιστικές «τουρκοφάγες»-«αλβανοφάγες»-«σκοπιανοφάγες», κλπ. πόλεμοκάπηλες-πατριδοκάπηλες αντιδραστικές δυνάμεις, ενώ απ' την άλλη επισκίασε και απομάκρυνε απ' το κέντρο της προσοχής της εργατικής τάξης και όλων των πλατιών λαϊκών μαζών μια άλλη, πολύ σπουδαιότερη, πλευρά, την πρώτη και κυριότερη πλευρά της υπόθεσης Οτσαλάν: δηλ. εκείνη της άμεσης ΕΜΠΛΟΚΗΣ της χώρας σ' αυτήν την υπόθεση.
Κι' είναι ακριβώς το ζήτημα της ΕΜΠΛΟΚΗΣ της χώρας η σπουδαιότερη πλευρά της υπόθεσης Οτσαλάν, επειδή αυτή σχετίζεται-συνδέεται άμεσα με τρία σπουδαία αλλά και πολύ κρίσιμα ζητήματα της εξαιρετικά κρίσιμης αυτής ιστορικής περιόδου για τα Βαλκάνια-Μεσόγειο, τα-οποία αναπόφευχτα οξύνει σε επικίνδυνο βαθμό και περιπλέκει ακόμα περισσότερο: πρώτο, τις γνωστές κρίσιμες, πολύ επικίνδυνες εξελίξεις στα Βαλκάνια της τελευταίας δεκαετίας και προπαντός τις σημερινές με τη συνεχιζόμενη άμεση πολιτικο-διπλωματικο-στρατιωτική επέμβαση των ιμπεριαλιστών στα εσωτερικά των Βαλκανικών χωρών, την παραπέρα αποσταθεροποίησή τους, το συνεχιζόμενο αιματοκύλισμα των λαών μ' επίκεντρο αυτή τη στιγμή το Κοσσυφοπέδιο και τον άμεσο κίνδυνο γενίκευσης του πολέμου σ' ολόκληρη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας, δεύτερο, τα εθνικά μας θέματα γενικά, και τρίτο, σε συνδυασμό μ' ορισμένα απ' αυτά, τις σχέσεις Ελλάδας-Κύπρου-Τουρκίας που οξύνονται διαρκώς τόσο εξαιτίας των επιθετικών επεχτατικών βλέψεων της γειτονικής χώρας αλλά πρώτα απ' όλα και κυρίως της προώθησης των σχεδίων των αμερικανο-ΝΑΤΟϊκών ιμπεριαλιστών στη Μεσόγειο και ευρύτερα.
Οι συνεχιζόμενες πολιτικο-διπλωματικο-στρατιωτικές επεμβάσεις των ιμπεριαλιστών στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο, ο άμεσος κίνδυνος πολέμου και τα εθνικά μας συμφέροντα
Μετά την κατάρρευση του ανατολικού ρεβιζιονιστικο-καπιταλιστικού μπλοκ με επικεφαλής τη Σοβιετική Ενωση και τη διάλυση της ως κρατικής υπόστασης στις αρχές της δεκαετίας του '90, το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής στο χώρο των Βαλκανίων -που είχε ήδη αρχίσει απ' τις αρχές της δεκαετίας του '80 με επίκεντρο και πρώτο θύμα την ενιαία τότε καπιταλιστική Γιουγκοσλαβία (διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου σε Σλοβενία-Κροατία) - παίρνει πλέον ανοιχτή μορφή με τις πολιτικο-διπλωματικο-στρατιωτικές επεμβάσεις των ιμπεριαλιστών στη γειτονική χώρα (ΕΠΑ-ΕΕ-Ρωσία).
Οι επεμβάσεις των ιμπεριαλιστών στα εσωτερικά της ενιαίας τότε Γιουγκοσλαβίας αρχίζουν με την υποκίνηση και κορυφώνονται με την ανοιχτή και άμεση ενίσχυση των αποσχιστικών τάσεων των διαφόρων Δημοκρατιών της Γιουγκοσλαβίας και την εξαπόλυση ενός αιματηρού πολέμου μεταξύ των λαών (εργατών- αγροτών) αυτής της χώρας - με στηρίγματα και όργανα των ιμπεριαλιστών τις αντιδραστικές σοβινιστικές-εθνικιστικές κλίκες της άρχουσας αστικής τάξης αυτών των Δημοκρατιών που είχαν αναλάβει να προωθήσουν και διεκπεραιώσουν τα σχέδια των διαφόρων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Το αποτέλεσμα ήταν - πέρα απ' το ότι οι λαοί αυτοί (εργάτες-αγρότες) έγιναν κρέας στα κανόνια για τα συμφέροντα των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων - η διάλυση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, η δημιουργία προτεκτοράτων και η εγκατάσταση ιμπεριαλιστικών στρατιωτικών δυνάμεων κατοχής στην περιοχή.
Οι γερμανοί ιμπεριαλιστές πρωτοστάτησαν στην υπόθαλψη, υποκίνηση και ενίσχυση των αποσχιστικών τάσεων και προσπαθειών στην πρώην ενιαία Γιουγκοσλαβία αλλά και στην εξαπόλυση του αιματηρού πολέμου μεταξύ των λαών (εργατών-αγροτών) των Δημοκρατιών αυτής της χώρας -σηκώνοντας τη σημαία της δήθεν «αυτοδιάθεσης των εθνών» και καλυπτόμενοι πίσω απ' το φαινομενικά «προοδευτικό», αλλά απατηλό και επικίνδυνο σύνθημα της «υπεράσπισης της αυτοδιάθεσης των εθνών» (δήλωση Γκένσερ), πίσω απ' το οποίο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρύβονταν και κρύβεται η στρατηγική των ιμπεριαλιστών του ξαναμοιράσματος μεταξύ τους των σφαιρών επιρροής στην περιοχή.
Ασφαλώς οι κομμουνιστές υποστηρίζουν την «αυτοδιάθεση των εθνών», όμως γνωρίζουν ότι το ζήτημα της «αυτοδιάθεσης των εθνών» συνδέεται αδιάρρηκτα με το ζήτημα της προλεταριακής-αντιιμπεριαλιστικής επανάστασης, το θεωρούν αναπόσπαστο μέρος της και υποταγμένο σ' αυτή και την προοπτική της και επιπλέον «το προλεταριάτο είναι υποχρεωμένο να υποστηρίζει εκείνα τα εθνικά κινήματα που τείνουν στην εξασθένιση, στο γκρέμισμα του ιμπεριαλισμού και όχι στη στερέωση και τη διατήρηση του» (ΣΤΑΛΙΝ). Ποτέ και σε καμιά περίπτωση δεν υποστήριξαν και ούτε πρέπει να υποστηρίζουν τέτοια εθνικά-εθνικιστικά κινήματα που βρίσκονται ευθέως στην υπηρεσία της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του ξαναμοιράσματος των σφαιρών επιρροής των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και της εμπρηστικής-φιλοπόλεμης πολιτικής τους που απειλεί κάθε ώρα και στιγμή - όπως συνέβηκε και συμβαίνει τώρα στη Γιουγκοσλαβία - μ' ανάφλεξη όλες τις Βαλκανικές χώρες, μαζί και τη χώρα μας.
Αυτές τις μέρες οι λαοί των Βαλκανίων ζουν και παρακολουθούν μ' αγωνία την όξυνση της κατάστασης σ' ολόκληρη γενικά την περιοχή εξαιτίας του έντονου ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων και ειδικά την τεταμένη, εκρηκτική και κρίσιμη κατάσταση στο Κοσσυφοπέδιο εξαιτίας των επικίνδυνων τυχοδιωκτικών προσπαθειών απόσχισης του. Η κρισιμότητα της κατάστασης και ο μεγάλος κίνδυνος για ανάφλεξη και αλληλοσφαγή των Βαλκανικών λαών επιβάλλουν:
- Δυνάμωμα της πάλης των λαών κατά των επεμβάσεων των ιμπεριαλιστών στα Βαλκάνια και ξεσκέπασμα των σχεδίων τους (πρώτα και κύρια ΕΠΑ-Γερμανίας, Ρωσίας, Γαλλίας, Βρετανίας, κλπ.).
- Πάλη και ξεσκέπασμα της πολιτικής της υποτέλειας των κυρίαρχων αντιδραστικών αστικών τάξεων των Βαλκανικών χωρών απέναντι στους ιμπεριαλιστές - κύριων στηριγμάτων του ιμπεριαλισμού σε κάθε χώρα.
- Αναγνώριση των σημερινών συνόρων, γιατί κάθε αλλαγή τους εντάσσεται στα σχέδια των ιμπεριαλιστών και εξυπηρετεί τη στρατηγική τους για αναδιανομή των σφαιρών επιρροής - οδηγεί στην αλληλοσφαγή των λαών προς όφελος των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων.
- Υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των μειονοτήτων σε κάθε χώρα, καταδίκη της πολιτικής των διακρίσεων και της καταπίεσης σε βάρος τους και συνάμα ξεσκέπασμα των αντιδραστικών εθνικιστικών συνθημάτων και εκείνου της «αυτοδιάθεσης» που πλασάρουν οι ιμπεριαλιστές για εξαπάτηση των λαών, διχάζοντας τους και οδηγώντας τους στο σφαγείο» («ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ» Νο 34/1-15 Μάρτη 1998).
Απ' όσα ελάχιστα εκτέθηκαν παραπάνω είναι ολοφάνερο πόσο κρίσιμη είναι αυτή τη στιγμή και στο άμεσο μέλλον η κατάσταση στα Βαλκάνια για το ξέσπασμα ενός πολέμου και την αλληλοσφαγή των λαών της περιοχής προς όφελος των συμφερόντων των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (ΕΠΑ-ΕΕ-Ρωσία).
Αν η πρώην ενιαία Γιουγκοσλαβία βρέθηκε πρώτη στο «μάτι του κυκλώνα» του ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστών και διαλύθηκε, ενώ απειλείται άμεσα με διάλυση και η νέα Γιουγκοσλαβία, η Ελλάδα έρχεται δεύτερη στη σειρά. Η χώρα μας, εκτός των προερχόμενων απ' την κατάσταση στα Βαλκάνια κινδύνων (πολέμου, κλπ.), απειλείται επιπλέον άμεσα εξαιτίας της γεωπολιτικο-στρατηγικής θέσης της στη Μεσόγειο - πεδίο οξύτατου ανταγωνισμού των ιμπεριαλιστών δυνάμεων - μιας ζώνης του τριγώνου Καύκασος-Μεσόγειος-Περσικός Κόλπος που συνδέεται και έχει προεκτάσεις με τους αγωγούς πετρελαίων Καυκάσου-Μέσης Ανατολής και επομένως συγκεντρώνει μόνιμα την προσοχή των ιμπεριαλιστών, κατά δεύτερο απειλείται από την επεκτατική πολιτική των φασιστών στρατοκρατών της Άγκυρας και τρίτο βρίσκεται μ' ανοιχτά μια σειρά εθνικά θέματα που οι αμερικανοί ιμπεριαλιστές θέλουν να «κλείσουν» το δυνατό συντομότερο προς όφελος τους και σε βάρος της Ελλάδας.
Ο κίνδυνος για τη χώρα μας αυτή τη στιγμή και στο άμεσο μέλλον είναι πάρα πολύ μεγάλος - στα παλιά προβλήματα μπορεί να προστεθούν νέα (νησιά-Θράκη, κλπ.) - και αυτό πρέπει να το συνειδητοποιήσουν η εργατική τάξη, οι αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις και γενικά ο λαός μας. Πρέπει επίσης να γνωρίζουν και να συνειδητοποιήσουν τον ξενόδουλο χαρακτήρα της υποταγμένης στους ιμπεριαλιστές ντόπιας κυρίαρχης αντιδραστικής αστικής τάξης και των πολιτικών της εκφραστών και να μην έχουν καμιά εμπιστοσύνη και αυταπάτες για το ρόλο τους (υπονόμευση της ΛΔΣ Αλβανίας, αποστολή στρατιωτών στον Περσικό Κόλπο, επικρότηση διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας, αποστολή και στάθμευση στρατευμάτων σε Αλβανία και Βοσνία, για να αναφέρουμε μόνο αυτά της δεκαετίας του '90). Η αστική τάξη, πέρα απ' τον ξενόδουλο χαρακτήρα που την κάνει μόνιμο στήριγμα, πιστό υπηρέτη και διεκπεραιωτή των σχεδίων των ιμπεριαλιστών αφεντικών της, είναι σοβινιστική-εθνικιστική και το χειρότερο: τυχοδιωκτική στην πολιτική της απέναντι στα γειτονικά κράτη, πλευρά που πρέπει να επισημανθεί και να προσεχθεί ιδιαίτερα στη σημερινή κρίσιμη περίοδο που περνάει η χώρα. Και τα δυο στο παρελθόν οδήγησαν τον τόπο σε καταστροφικές περιπέτειες, τις οποίες ο λαός μας πλήρωσε πολύ ακριβά.
Η υπόθεση Οτσαλάν που αναστάτωσε το λαό μας και προκάλεσε γενική κατακραυγή πρέπει να εξεταστεί και κριθεί σε συνδυασμό και με δεδομένη τη σημερινή ρευστότητα και κρισιμότητα της κατάστασης στα Βαλκάνια για ανάφλεξη της περιοχής και την πολύ χειρότερη για τη χώρα μας κατάσταση και τους μεγάλους κινδύνους που αυτή περικλείει. Δε υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει μαρξιστική προσέγγιση της υπόθεσης Οτσαλάν μεμονωμένα, έξω και πέρα απ' τη συγκεκριμένη σημερινή συνολική κατάσταση στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο γενικά, αλλά και επειδή είναι φανερό πως μια άμεση ΕΜΠΛΟΚΗ οποιασδήποτε Βαλκανικής χώρας επηρεάζει αναπόφευχτα αρνητικά, περιπλέκει ακόμα περισσότερο και οξύνει την ήδη τεταμένη, εκρηκτική και πολύ κρίσιμη υπάρχουσα κατάσταση στην περιοχή και επιπλέον εντάσσεται και εξυπηρετεί τα σχέδια των ιμπεριαλιστών. Ας σκεφθεί κανείς νοερά τι θα συνέβαινε αν ο Μιλόσεβιτς αυτή τη στιγμή, που διεξάγονται οι συνομιλίες μεταξύ Κοσοβάρων-Σέρβων στο Ραμπουγιέ και η Σερβία απειλείται καθημερινά με βομβαρδισμούς, καλούσε τον Οτσαλάν στο Βελιγράδι να του δώσει άσυλο. Θα ήταν ένας κοινός τυχοδιώκτης και προβοκάτορας για τη χώρα του και τα Βαλκάνια.
Αλλά, εκτός των κύριων και πρωταρχικών προβλημάτων της περιοχής Βαλκανίων-Μεσογείου, υπάρχει και ένας δεύτερος σπουδαίος λόγος για τον οποίο καμιά Βαλκανική χώρα δεν έπρεπε να εμπλακεί στην υπόθεση Οτσαλάν που αφορά το ίδιο το κουρδικό πρόβλημα και τον αγώνα του κουρδικού λαού. Μια άμεση ΕΜΠΛΟΚΗ μιας οποιοσδήποτε Βαλκανικής χώρας στην υπόθεση Οτσαλάν είναι επιζήμια και για το κουρδικό πρόβλημα, επειδή αυτή έχει ως αναπόφευχτη συνέπεια τη μετατροπή-υποβιβασμό του κουρδικού προβλήματος από διεθνές πρόβλημα, που στην πραγματικότητα είναι, σ' ένα πρόβλημα Τουρκίας-Ελλάδας ή Τουρκίας μ' οποιαδήποτε Βαλκανική χώρα. Ασφαλώς αυτό δεν αποκλείει την οποιαδήποτε βοήθεια προς τον αγωνιζόμενο κουρδικό λαό και την αλληλεγγύη και την συμπαράσταση των Βαλκανικών λαών και του λαού μας προς τον αγώνα του κουρδικού και τουρκικού λαού ενάντια στο φασιστικό καταπιεστικό καθεστώς της Άγκυρας.
Με δεδομένη, λοιπόν, αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη και πολύ επικίνδυνη κατάσταση στην περιοχή, αλλά και τις αρνητικές επιπτώσεις για το ίδιο το κουρδικό πρόβλημα καμιά χώρα των Βαλκανίων δεν έπρεπε να εμπλακεί στην υπόθεση Οτσαλάν (Αλβανία, Νέα Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία) και πολύ περισσότερο η Ελλάδα. Και ακριβώς εδώ είναι το κρίσιμο σημείο μα και το πρώτο και καίριο, ζήτημα: εκείνο της άμεσης ΕΜΠΛΟΚΗΣ της χώρας στην υπόθεση Οτσαλάν, την μεγάλη ευθύνη της οποίας φέρνει εξολοκλήρου η κυβέρνηση Σημίτη.
Η άμεση ΕΜΠΛΟΚΗ της χώρας στην υπόθεση Οτσαλάν αποτελεί μια χωρίς προηγούμενο τυχοδιωκτική πολιτική της μεγαλοαστικής κυβέρνησης Σημίτη, πολιτική στάση που εκφράζει και δίνει το μέγεθος της τυχοδιωκτικής πολιτικής της ντόπιας αντιδραστικής αστικής τάξης (ας θυμηθούμε την Κύπρο με το φασιστικό πραξικόπημα κατά του Μακαρίου με εντολή των ΕΠΑ και ότι επακολούθησε, τις προκλήσεις στα σύνορα με την Αλβανία και τις δολοφονίες στρατιωτών της, κλπ., την προβοκάτσια του «τουρκοφάγου» εθνικιστή Δημάρχου Καλύμνου με την τοποθέτηση της ελληνικής σημαίας στα Ιμια τη στιγμή ακριβώς που ήταν γνωστά τα σχέδια προώθησης των ΕΠΑ, τις φασιστικές κραυγές «τανκς στην Αλβανία», «τανκς στα Σκόπια», κλπ., κλπ.).
Μ' αυτή την τυχοδιωκτική πολιτική της κυβέρνησης Σημίτη συμπαρατάχθηκαν ουσιαστικά και όλα χωρίς εξαίρεση τα αστικά και ρεβιζιονιστικά-σοσιαλδημοκρατικά κόμματα απ' τη ΝΔ, ΔΗΚΚΙ, ΠΟΛ.ΑΝ. και τις διάφορες ανοιχτά φασιστικές Οργανώσεις ως τις σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες του ΣΥΝ και του «Κ»ΚΕ. ΚΓ αυτό επειδή: πρώτο, σκόπιμα αποσιώπησαν και αποσιωπούν, δεν έθεσαν και δεν θέτουν το πιο βασικό, το κυριότερο πρόβλημα τόσο για τα Βαλκάνια όσο και για την Ελλάδα, που είναι εκείνο της άμεσης ΕΜΠΛΟΚΗΣ της χώρας, τασσόμενα έμμεσα υπέρ της άμεσης ΕΜΠΛΟΚΗΣ (με το να υποστηρίζουν δειλά τη θέση ότι ήταν σωστό και δυνατό η Ελλάδα να εμπλακεί, δηλ. να δώσει αυτή τη στιγμή πολιτικό άσυλο στον Οτσαλάν), έχοντας δε στα χέρια τους τα Μαζικά Μέσα Ενημέρωσης (=Παραπληροφόρησης) μετέθεσαν και μετατόπισαν το όλο ζήτημα σε κείνο της παράδοσης-κατάληξης του Οτσαλάν στα χέρια της στρατιωτικοφασιστικής διχτατορίας της Τουρκίας, δεύτερο, ανήγαγαν ένα δευτερεύουσας σημασίας ζήτημα εκείνο της παράδοσης-κατάληξης του Οτσαλάν στα χέρια των φασιστών σε πρώτο πρόβλημα της περιοχής των Βαλκανίων και της χώρας μας σε μια τέτοια πολύ κρίσιμη και επικίνδυνη περίοδο. Και για το δευτερεύουσας σημασίας αυτό ζήτημα, την παράδοση-κατάληξη του Οτσαλάν στα χέρια των φασιστών της Άγκυρας, την αποκλειστική ευθύνη φέρνει η μεγαλοαστική κυβέρνηση Σημίτη.
Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, σε σχέση με τον τυχοδιωκτισμό της ΕΜΠΛΟΚΗΣ, το γεγονός ότι άμεση ανάμιξη για την άφιξη του αρχηγού του ΡΚΚ Α. Οτσαλάν στην Ελλάδα, με βάση και τις δηλώσεις τους, είχαν οι αντιδραστικές σοβινιστικές-εθνικιστικές «τουρκοφάγες» δυνάμεις τύπου Ναξάκη («η δράση του, οι δεσμοί του με το «ΣΤΟΧΟ» είναι πασίγνωστοι «Νέα» 27.2.99), Καμένου, Μπαντουβά, κλπ., κλπ., αλλά και η διαβόητη ΕΥΠ που ελέγχεται απ' τους αμερικανούς ιμπεριαλιστές. Πίσω απ' το δήθεν «ενδιαφέρον»(!) αυτών των δυνάμεων για το δράμα και τον αγώνα του κουρδικού λαού κρύβονται-βρίσκονται τα συμφέροντα και οι σοβινιστικές βλέψεις της ντόπιας αντιδραστικής αστικής τάξης απέναντι στην Τουρκία. Οι εθνικιστικές πολεμοκάπηλες και πατριδοκάπηλες δυνάμεις - που βρίσκονται στην υπηρεσία των ιμπεριαλιστών - εκμεταλλεύονται τον αγώνα αυτού του δεινοπαθημένου λαού στην αντίθεση τους με τις κυρίαρχες αντιδραστικές τάξεις της Τουρκίας και σε βάρος τους. Η «αλληλεγγύη» της ντόπιας συνασπισμένης σοβινιστικής-εθνικιστικής «τουρκοφάγος» αντίδρασης, που υπάρχει σ' όλα τα κόμματα, προς το δίκαιο αγώνα του κουρδικού λαού δεν έχει καμιά σχέση με τον αγώνα αυτού του λαού ενάντια στον ιμπεριαλισμό, το φασισμό και την τουρκική καταπιεστική αντίδραση, για εθνική και κοινωνική απελευθέρωση - απλά τον εκμεταλλεύονται προς όφελος της ντόπιας αντιδραστικής αστικής τάξης. Ας σημειώσουμε εδώ πως άλλο ζήτημα είναι η συμπαράσταση του λαού μας προς το δίκαιο αγώνα του κουρδικού λαού και εντελώς άλλο ζήτημα τα πρωταρχικά προβλήματα της περιοχής που αφορούν άμεσα όλες τις χώρες των Βαλκανίων και περισσότερο απ' όλες τη χώρα μας με τα επιπλέον εθνικά της προβλήματα στο χώρο τηε Μεσογείου και τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, σε συνδυασμό πάντα με την προώθηση των σχεδίων των ιμπεριαλιστών σ' αυτή την περιοχή.
Αν και δεν είναι του παρόντος, η εργατική τάξη και ο λαός μας πρέπει να γνωρίζουν, για μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα, ότι ο Οτσαλάν δεν είναι κομμουνιστής και ότι το ΡΚΚ είναι ένα εθνικιστικό κόμμα, μ' έντονο αντικομμουνισμό - αντικομμουνισμός που προκάλεσε και προκαλεί μεγάλη ζημιά στον αγώνα του κουρδικού λαού, διασπώντας τον, αλλά και στον αγώνα κούρδων-τούρκων ενάντια στη στρατιωτικο-φασιστική διχτατορία και τον ιμπεριαλισμό. Ετσι εξηγείται που και δω στην Ελλάδα το ΡΚΚ έχει σχέσεις-συμπάθειες απ' τους ανοιχτούς φασίστες της «Χρυσής Αυγής» ως τη ΝΔ, ΔΗΚΚΙ, ΠΑΣΟΚ, ΠΟΛ.ΑΝ και τις σοσιαλδημοκρατικές ηγεσίες του ΣΥΝ και του «Κ»ΚΕ. Ο Οτσαλάν δέσμιος και αιχμάλωτος αυτής της πολιτικής του κόμματος του «παγιδεύτηκε», έπεσε αφελές(;) θύμα των υποσχέσεων των ντόπιων αντιδραστικών εθνικιστικών «τουρκοφάγων» δυνάμεων, οι οποίες, ας επαναλάβουμε, είναι συνάμα και υπηρέτες των ιμπεριαλιστών. Πέρα απ' την αποδεδειγμένα λαθεμένη εκτίμηση του για τη στάση-ρόλο της ιμπεριαλιστικής Ευρωπαϊκής Ενωσης (στην αντίθεση της με τις ΕΠΑ) έπρεπε ή να μείνει στην Ιταλία, έστω και στη φυλακή, ή να επιστρέψει στα βουνά του Κουρδιστάν, όπως θα έκανε κάθε αγωνιστής. Γιατί δεν έμεινε στην Ιταλία, γιατί ήρθε στην Ελλάδα; Είναι δυο μεγάλα «αναπάντητα»(;) προς το παρόν ερωτηματικά. Αυτά βέβαια δεν σημαίνουν άρνηση της αναγκαίας συμπαράστασης προς τον ίδιο και τον κουρδικό λαό εκ μέρους των κομμουνιστών και του λαού μας. Δεν είναι μόνο η ολωσδιόλου ανεύθυνη και ακραία τυχοδιωκτική πολιτική ΕΜΠΛΟΚΗΣ της χώρας της κυβέρνησης του Σημίτη και του συνόλου των αστικών και ρεβιζιονιστικών κομμάτων με τη θέση τους για άσυλο στον Οτσαλάν, αλλά και επιπλέον και το ότι έχουν αναγάγει την υπόθεση Οτσαλάν σε πρώτο ζήτημα των Βαλκανίων και της χώρας, αποπροσανατολίζοντας σκόπιμα την εργατική τάξη και το λαό και απομακρύνοντας τον απ' την πάλη κατά των ιμπεριαλιστικών στρατιωτικών επεμβάσεων στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο, απ' την πάλη κατά της Ευρωπαΐκής Ενωσης, την πάλη κατά του ντόπιου καπιταλισμού, της ανεργίας, κλπ. - και μάλιστα τη στιγμή που η Βόρεια Ελλάδα έχει καταληφθεί απ' τα στρατεύματα και τα άρματα των αγγλο-αμερικάνων ιμπεριαλιστών.
Καθόλου τυχαίο, και σε συνδυασμό πάντα με τα παραπάνω, δεν είναι και η αποπροσανατολιστική εκστρατεία εκλογολογίας, μ' αφορμή την υπόθεση Οτσαλάν, με πρωτοστατούντες τους Κ. Καραμανλή, Δ. Τσοβόλα, Α. Σαμαρά, Α. Παπαρήγα, Κωνσταντόπουλο, κλπ. Ένα πρώτο σημείο, σε σχέση με την εκλογολογία, είναι ότι ποτέ οι κομμουνιστές δεν προσανατολίζουν-περιορίζουν την πάλη της εργατικής τάξης και του λαού στις εκλογές - όπως κάνουν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα του ΣΥΝ και «Κ»ΚΕ, αποκορύφωμα του ρεφορμισμού τους - αλλά στην εξωκοινοβουλευτική πάλη κατά του καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού και πολύ περισσότερο σήμερα όταν οι εργαζόμενοι δέχονται τις απανωτές σφοδρότατες επιθέσεις του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου (ΕΕ, κλπ.) και όταν οι Βαλκανικοί λαοί απειλούνται άμεσα μ' ανάφλεξη και αλληλοσφαγή μαζί και ο λαός μας. Στο κέντρο της πάλης της εργατικής τάξης και όλων των εργαζομένων σ' αυτή την κρίσιμη περίοδο πρέπει να βρεθούν μόνιμα: η πάλη για την απόκρουση των επιθέσεων του κεφαλαίου (ντόπιου και ξένου), η πάλη κατά της ιμπεριαλιστικής ΕΕ, των επεμβάσεων των ιμπεριαλιστών σι: Βαλκάνια-Μεσόγειο και τον άμεσο κίνδυνο πολέμου αλλά και η ματαίωση των τυχοδιωκτισμών της αντιδραστικής αστικής τάξης. Και ένα δεύτερο και τελευταίο σημείο: αλήθεια ποια προβλήματα θα «λυθούν» για την εργατική τάξη και το λαό απ' τις εκλογές που ζητούν οι Κωνσταντόπουλος-Παπαρήγα; Απολύτως κανένα. Οσο για το ποια κυβέρνηση θα προκύψει απ' τις εκλογές και αυτό είναι πασίγνωστο: μια μεγαλοαστική κυβέρνηση της ΝΔ ή του ΠΑΣΟΚ. Να γιατί οι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες του ΣΥΝ και του «Κ»ΚΕ με την εκλογολογία κατά πρώτο εξαπατούν και κοροϊδεύουν την εργατική τάξη και το λαό και κατά δεύτερο τον απομακρύνουν απ' το δρόμο της επαναστατικής ταξικής πάλης κατά του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου, κατά της ΕΕ, κατά των επεμβάσεων των ιμπεριαλιστών και του κινδύνου του πολέμου στα Βαλκάνια. Στη σημερινή εξαιρετικά δύσκολη και κρίσιμη περίοδο για τα Βαλκάνια και τη χώρα μας το πρόβλημα της τυχοδιωκτικής πολιτικής της ξενόδουλης αντιδραστικής αστικής τάξης και της υπονόμευσης-προδοσίας των εθνικών συμφερόντων της χώρας μας εκ' μέρους της είναι ένα απ' τα κύρια προβλήματα που πρέπει να προσέξουν οι κομμουνιστές και ο λαός σχετικά με την εξωτερική πολιτική των εκάστοτε αστικών κυβερνήσεων.
Απέναντι σ' αυτή την κατάσταση ο μαρξισμός-λενινισμός-σταλινισμός μας διδάσκει ότι καθήκον των κομμουνιστών, του προλεταριάτου και όλου του λαού μας είναι να εντείνουν την πάλη τους κατά των στρατιωτικών ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων στα Βαλκάνια και τον κίνδυνο του πολέμου καθώς και την πάλη ενάντια στην ντόπια αντιδραστική αστική τάξη, τις κυβερνήσεις και τους πολιτικούς της εκφραστές, ενάντια στις αντιδραστικές σοβινιστικές-εθνικιστικές πολεμοκάπηλες-πατριδοκάπηλες δυνάμεις, ενάντια στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Να καλλιεργούν πνεύμα φιλίας, αλληλεγγύης και προλεταριακού διεθνισμού με τους γειτονικούς λαούς, υποστηρίζοντας στις σχέσεις της Ελλάδας με τα γειτονικά κράτη πολιτική φιλίας και καλής γειτονίας στη βάση των γνωστών αρχών της «ισοτιμίας, του σεβασμού της κρατικής κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας, της μη επέμβασης στις υποθέσεις των άλλων».

Ανασύνταξη, Αρ. Φύλ. 56 15-28 Φλεβάρη 1999
Διαβάστε Περισσότερα »