Η ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΔΟΤΩΝ ΧΡΟΥΣΤΣΟΦΙΚΩΝ ΡΕΒΙΖΙΟΝΙΣΤΩΝ ΣΤΟ ΚΚΕ ΚΑΙ Η ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΤΩΝ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΤΑΣΚΕΝΤΗΣ
Τα γεγονότα της 9-10 Σεπτέμβρη 1955
«Θέλουμε το κεφάλι του Ζαχαριάδη»
«Προχωρούσαν βήμα βήμα, πάντα
Αλαλάζοντας: “τον Ζαχαριάδη,
Τον Ζαχαριάδη. Θέλουμε το
Κεφάλι του Ζαχαριάδη”».
«ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΥΜΕ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΗΣ ΕΞΩ από τα γραφεία της ΚΟΤ, όπου ακούγεται τώρα δυνατά και ρυθμικά το σύνθημα «επάνω τους». Ξεχωρίζει η φωνή κάποιου πρωταγωνιστή των επεισοδίων που βιάζεται για το κεφάλι του Ζαχαριάδη. Ξελαρυγγιάζεται φωνάζοντας και προτρέποντας το μπουλούκι που τον ακολουθούσε: «Το κεφάλι του Ζαχαριάδη. Σύντροφοι, θέλουμε το κεφάλι του Ζαχαριάδη. Μην κάνετε πίσω. Θέλουμε το κεφάλι του Ζαχαριάδη».
Ο Ζαχαριάδης είχε φύγει λίγο νωρίτερα για την «ντάτσα» που του είχε παραχωρήσει η ΚΕ του Ουζμπεκιστάν για το διάστημα της παραμονής του στην Τασκένδη. Βρισκόταν, όπως σημείωσα σε προηγούμενο κεφάλαιο, 25 χιλιόμετρα έξω από την Τασκένδη, αλλά η επικοινωνία του με τον Βλαντά, που είχε οχυρωθεί στα γραφεία της Κομματικής Οργάνωσης, ήταν συνεχής. Ο Ζαχαριάδης και ο Βλαντάς ήξεραν, είχαν υποψιαστεί ότι κάτι το αποτρόπαιο ετοιμάζεται. Ίσως ο καλός Νιγιάζοφ να τους είχε προειδοποιήσει «να προσέχουν». Λίγο νωρίτερα, την ίδια μέρα, τέσσερα μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ [Ακριτίδης, Βαϊνάς. Παπαδόπουλος (Φωκάς), Ζυγούρας (Παλαιολόγος)] είχαν περιοδεύσει σε ορισμένες συνοικίες των πολιτειών μας, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ειρηνεύσουν τα πνεύματα και να αποφευχθούν οι συμπλοκές. Φυσικά, επέστρεψαν άγρια ξυλοκοπημένοι από τους αντιηγετικούς.
Το μεγάλο κύμα των εξαγριωμένων είχε συγκεντρωθεί και κατέβαινε από την 7η πολιτεία, το προπύργιο των αντιζαχαριαδικών. Ο Βλαντάς έβλεπε τον κίνδυνο, άκουγε από κάτω τις κραυγές που μαζί με το κεφάλι του Ζαχαριάδη ζητούσαν τώρα και το δικό του. «Θάνατος στον Βλαντά». «Κατάλαβα ότι θα με σκότωναν», εξομολογήθηκε αργότερα. Από νωρίς, πριν την εκδήλωση των αντιζαχαριαδικών, συγκέντρωσε από τις διάφορες πολιτείες τριάντα έμπιστους πρώην αντάρτες του Γράμμου και συγκρότησε τη «φρουρά του κτιρίου». Την είπαν «φρουρά του Βλαντά». Το πρώτο αμυντικό μέτρο ήταν να κλείσουν με τα τούβλα τα παράθυρα. Τα τούβλα τα προμηθεύτηκαν από τις κτιστές σόμπες, που χρειάστηκε να τις γκρεμίσουν. Τα παράθυρα του πρώτου ορόφου (ισόγειο) ήταν φραγμένα με «ρασιότκι», το γνωστό πλέγμα σιδερόβεργας. Στο μεταξύ, οι «εξεγερμένοι αντιηγετικοί» προχωρούσαν βήμα βήμα, πάντα αλαλάζοντας «θέλουμε το κεφάλι του Ζαχαριάδη». Φτάνουν στην αυλή, σπάζουν τις εξώπορτες των δυο κομματικών κτιρίων και βάζουν φωτιά στο ισόγειο. Οι αμυνόμενοι προσπαθούν να σβήσουν τη φωτιά με τους πυροσβεστήρες πριν πάρει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Αλλά οι εμπρηστές εκμεταλλεύονται άλλη μια δυνατότητα για το σχέδιο τους. Ανεβαίνουν στη σκεπή του ενός κτιρίου, από την πλευρά της οδού Τιμιριάζοβα και ξηλώνουν τα κεραμίδια για να διευκολυνθούν στο έργο του εμπρησμού. Επικεφαλής αυτής της ομάδας των επιτιθεμένων είναι ο Κώστας Τσολάκης. Εκεί, όμως, που έφτασαν τώρα τα πράγματα κινδύνευε να καεί ολόκληρη η 7η πολιτεία των προσφύγων. Στο κέντρο των επεισοδίων βρεθήκαμε εγώ και ο φίλος μου Βασίλης Μπάρμπας. Δεχόμαστε την επίθεση μιας γκρούπας που μας χτυπά με ρόπαλα μέχρι αναισθησίας. Δύο-τρεις νεολαίοι μάς αποσπούν αιμόφυρτους και μας μεταφέρουν στα σπίτια μας όπου δεχθήκαμε τις πρώτες βοήθειες.
Σε δύο ώρες, οι επιτιθέμενοι έγιναν κύριοι του ισόγειου πατώματος και προσπαθούσαν από τη σκάλα να περάσουν στο επάνω πάτωμα. Αυτό δεν το κατάφεραν ποτέ, γιατί τα τούβλα έπεσαν στα κεφάλια τους. Ανάμεσα στους εξαγριωμένους που εξακολουθούν να φωνάζουν «θέλουμε το κεφάλι του Νίκου» είναι ο Υψηλάντης, ο Δημητρίου και ο Μπαρμπαλιάς. Είμαι αυτόπτης μάρτυρας. Ακούω τη φωνή τους, βλέπω τις κινήσεις τους, το πήγαινε-έλα στο 13ο κτίριο, όπου βρίσκεται το επιτελείο τους.
Οι ώρες κυλούν και τίποτε δε δείχνει ότι μπορεί να κοπάσει η καταιγίδα. Κι ενώ η επίθεση για την κατάληψη των γραφείων βρίσκεται σε εξέλιξη, διάφορες γκρούπες εξαγριωμένων αντιζαχαριαδικών ορμούν στην 7η πολιτεία και σπάζουν τις πόρτες των σπιτιών υπόπτων ζαχαριαδικών. Στο κρίσιμο αυτό σημείο αρχίζει να ανησυχεί η ρώσικη διοίκηση της 7ης πολιτείας και σπεύδει στο χώρο των επεισοδίων ο ταγματάρχης Τσουρσούν. Βλέποντας τις φλόγες να γλείφουν το κτίριο των Κομματικών Γραφείων, φώναξε έντρομος: «Όχι στη φωτιά. Όχι στη φωτιά. Σβήστε τη φωτιά». Κάποιοι φοβήθηκαν μήπως κινητοποιηθεί η πυροσβεστική υπηρεσία και αποτύχει το εγχείρημα τους.
Η μυθιστορηματική διαφυγή του Ζαχαριάδη
Είναι πια μεσάνυχτα, η επιχείρηση για την κατάληψη των γραφείων συνεχίζεται, αλλά ο πολιορκημένος Βλαντάς με τη φρουρά των τριάντα αφοσιωμένων συντρόφων του αμύνεται και υπερασπίζεται τα γραφεία του κόμματος. Σ' ένα από τα αλλεπάλληλα κύματα των «εφορμήσεων», οι αντιηγετικοί πιάνουν και σέρνουν στην πλατεία παλιούς δοκιμασμένους αγωνιστές του κομμουνιστικού κινήματος. Ξυλοφορτώνουν τον Σάββα Παλλέ, τους Κυριακίδη, Τσάκο, Καράντζο, Σκαρλάτο, Φράγκο, Καλλιανέση, Κατεμή, Βύσιο και πολλούς άλλους. Δαρμένους και ματωμένους τους μεταφέρουν στο κουρείο της 7ης πολιτείας, που στο μεταξύ το είχαν μετατρέψει σε «κρατητήριο».
Ο ταγματάρχης Τσουρσούν και οι βοηθοί του παρακολουθούν την κατάσταση ανήσυχοι. Μπαινοβγαίνουν στο γραφείο της διοίκησης αναποφάσιστοι. Από την κύρια πύλη της 7ης πολιτείας καταγράφουν προσεκτικά την εξέλιξη των γεγονότων ο Σαάκοφ, ο Πονομαριόφ και ο Σαφάεφ. Ο Τσουρσούν τους κρατάει ενήμερους με κάθε πληροφορία που μπορεί να τους βοηθήσει για να πάρουν αποφάσεις που θα εμπόδιζαν τη γενίκευση των συγκρούσεων από τη μια πολιτεία στην άλλη και ενδεχόμενα ένα ανεξέλεγκτο μακελειό. Προλαβαίνουν, πάντως, και ρίχνουν μια ματιά στους δαρμένους που παραμένουν κλεισμένοι στο «κουρείο-κρατητήριο». Αμέσως μετά, επιστρέφουν πίσω στο «στρατηγείο» τους στο «Πανταμζάρ», εκεί που ήταν η στάση του τραμ.
Ξαφνικά, νέα αναταραχή και φωνές. Το αυτοκίνητο «Πομπέντα», με το οποίο κυκλοφορούσε ο Ζαχαριάδης, σταματά έξω από την πύλη των δύο κτιρίων της ΚΟΤ. Οι κραυγές δυναμώνουν, ακούγονται καθαρά. «Ο Ζαχαριάδης, ο Ζαχαριάδης». Την ίδια στιγμή μια οργανωμένη ομάδα αντιζαχαριαδικών με ρόπαλα στα χέρια ορμούν και σέρνουν δύο άτομα έξω από την «Πομπέντα». Δεν ήταν ο Ζαχαριάδης. Ήταν οι Βαϊνάς και Φωκάς, μέλη της ΚΕ του ΚΚΕ. Το μίσος ξεσπά σ' αυτούς τους δύο κομμουνιστές. Τους χτυπούν με γροθιές, ξεσκίζουν τα ρούχα και τους αφήνουν γυμνούς μόνο με το εσώρουχο τους.
Οι ώρες περνούν και οι προσπάθειες να καταληφθούν τα δύο κτίρια αποτυγχάνουν η μια μετά την άλλη. Ναυαγούν. Χτύπησε μία μετά τα μεσάνυχτα. Από μακριά έρχεται μια οχλοβοή και τα λόγια ενός παλιού επαναστατικού τραγουδιού ακούγονται όλο και καθαρότερα: «Ζαχαριάδη αγωνιστή, βαρβαρότητας γκρεμιστή, μπράτσα μύρια εσένα φρουρούν, λογισμοί σε σένα πετούν».
Το πλήθος πλησιάζει πάντα τραγουδώντας. Ήταν αντάρτες και αντάρτισσες από άλλες πολιτείες, παλιοί κομμουνιστές και συναγωνιστές στον ΕΛΑΣ και τον Δημοκρατικό Στρατό. Έμαθαν ότι κινδύνευε η ζωή του Νίκου Ζαχαριάδη και κατέβαιναν τώρα σε δεκάδες και πεντάδες, η μια σειρά πίσω από την άλλη. Οι πολιορκημένοι, στα δύο κτίρια της ΚΟΤ παρακολουθούν την αλλαγή του σκηνικού και παίρνουν θάρρος. Τώρα καταφθάνουν κι άλλοι αγωνιστές σε υποστήριξη του Ζαχαριάδη. Έρχονται από την 4η πολιτεία, από την 10η, από την ανατολική πλευρά. Ακούγονται ζαχαριαδικά τραγούδια και αντάρτικα του Γράμμου:
Ο Γράμμος είν' το σήμαντρο
κι η Ελλάδα η καρδιά μας,
ξανοίγουμε μπροστά μας,
τη στράτα προς το φως.
Από τη δυτική πλευρά καταφθάνουν όλο και περισσότεροι από την 13η πολιτεία, από την 8η και την 6η.
Αλλά πριν συνεχίσουμε την αφήγηση μας με τη νέα αυτή τροπή που έπαιρνε η νύχτα της 9ης Σεπτεμβρίου 1955, ας ρίξουμε μια ματιά να δούμε πού βρισκόταν ο Νίκος Ζαχαριάδης. Όπως αναφέρθηκε ήδη, για τη βραδιά αυτή υπήρχε προγραμματισμένη συνεδρίαση της ΚΟΤ και είχε διαδοθεί ότι θα έπαιρνε μέρος στις εργασίες της και ο αρχηγός του ΚΚΕ. Ο Α. Νιγιάζοφ, γραμματέας του ΚΚ του Ουζμπεκιστάν, που ενδιαφερόταν για την τύχη του Ζαχαριάδη, γνώριζε ήδη όλα τα σχέδια της Κα Γκε Μπε και ακόμα καλύτερα τα σχέδια της Μόσχας για την ανατροπή του ηγέτη του ΚΚΕ. Ειδοποίησε, λοιπόν, τον Ζαχαριάδη να φύγει με οποιονδήποτε τρόπο για το αεροδρόμιο και να πετάξει για τη Μόσχα με τη νυκτερινή πτήση. Έστειλε, μάλιστα, την «Τσάικα» (λιμουζίνα τύπου μερσεντές) στην «ντάτσα» και τον μετέφερε στο αεροδρόμιο ο δικός του σοφέρ. Από τον σοφέρ του Νιγιάζοφ ο Ζαχαριάδης έμαθε, όλα όσα είχαν σχεδιαστεί σε βάρος της ζωής του εκείνη τη βραδιά. Έτσι πρόλαβε και δεν πήγε στην προγραμματισμένη συνεδρίαση της ΚΟΤ.
Ο Σαάκοφ, ο Πονομαριόφ και τα τσακάλια της Κα Γκε Μπε δεν είχαν ιδέα για την αλλαγή αυτή. Νόμιζαν ότι ο Ζαχαριάδης ήταν στα γραφεία της ΚΟΤ. Όταν ο Σαάκοφ κατάλαβε κάποια στιγμή ότι το σχέδιο είχε ανατραπεί και ο κόσμος των πολιτικών προσφύγων πλημύριζε το χώρο των κτιρίων της ΚΟΤ, έστειλε ανήσυχος τα λαγωνικά του να «ξετρυπώσουν» τον Ζαχαριάδη από την «ντάτσα» του και να τον φέρουν μπροστά του. Πουθενά ο Ζαχαριάδης, ενώ ο οδηγός του Ηλίας με την «Πομπέντα» και τους Βαϊνά και Φωκά στους οποίους πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες, γύριζαν στην πόλη για να μπερδέψουν τους καγκεμπίτες. Τελικά, τα λαγωνικά του Σαάκοφ εντόπισαν τον «άνθρωπο» τους, τον Ζαχαριάδη, να κάθεται σε μια άκρη της σάλας αναμονής στο αεροδρόμιο της Τασκένδης. Είχε ανοιχτή την εφημερίδα του και διάβαζε. Έφυγαν άπρακτοι.
Ο κόσμος που συρρέει στο μεταξύ, πλησιάζει όλο και περισσότερο την 7η πολιτεία και την κυκλώνει. Πιάνει τις εξόδους, ώστε να εμποδιστεί η διαφυγή των οργανωμένων ομάδων που είχαν βάλει ως εμπροσθοφυλακή οι εμπνευστές των επεισοδίων, αυτοί που ζητούσαν το «κεφάλι του Ζαχαριάδη». Οι παλουκοφόροι, όμως, δεν ήταν ψυχωμένα άτομα. Και πώς να 'ταν αφού δεν πίστευαν σε τίποτε. Εντολές έπαιρναν και δουλικά τις εκτελούσαν. Γι' αυτό ήταν και οι πρώτοι που λάκισαν πανικόβλητοι μόλις είδαν το πλήθος των υποστηρικτών του Ζαχαριάδη να τους πλησιάζει απειλητικά. Πήδηξαν το «ντουβάρι», τις από λάσπη περιφράξεις και κρύφθηκαν άλλοι σε υπόγεια, άλλοι σε ταβάνια και άλλοι αγωνίζονταν να σκαρφαλώσουν σε στέγες σπιτιών.
Μάχαιραν έδωκες
Οι υποστηρικτές του Νίκου Ζαχαριάδη έμαθαν με λεπτομέρειες όλη την πορεία των γεγονότων από τους δαρμένους και κλεισμένους ως εκείνη τη στιγμή στα «κρατητήρια» του κουρείου. Έμαθαν για πρόσωπα και πράγματα. Χωρίς άλλες συζητήσεις έσυραν στην πλατεία τον Πάνο Δημητρίου, τον Αριστοτέλη Χοτούρα (Αρριανό), τον Αλέκο Ρόσιο (Υψηλάντη), τον Ηλία Παπαδημητρίου (Λιάκο) και άλλους. Ήταν η σειρά τους να δοκιμάσουν το ξύλο. Είναι στιγμές που η εκδίκηση είναι αναπόφευκτη. Ο Δημητρίου, ο Υψηλάντης, ο Αρριανός και ο Διάκος φαίνεται ότι έχασαν την ισορροπία τους για λίγο. Τρέκλισαν ζαλισμένοι και έπεσαν στο δάπεδο της πλατείας. Κάποιοι κυνήγησαν τον Τσολάκη. Τους ξέφυγε όμως, αφού πρόλαβε και πήδησε από ένα παραπλήσιο διώροφο σπίτι και εξαφανίστηκε στους μπαξέδες των Ουζμπέκων. Σε. τέτοιες στιγμές ψυχικής έντασης δεν μπορούσαν να λείψουν οι υπερβολές. Θα έλεγα ότι βρεθήκαμε μπροστά σε μια γενικευμένη συμπλοκή, αλλά τώρα οι αντιηγετικοί είχαν χάσει τον έλεγχο. Έπρεπε να τρέξουν για να σωθούν από τον ξυλοδαρμό. Μέσα στο πανδαιμόνιο αυτό, έκανε τον κύκλο του ο ψίθυρος ότι κάποιος «έφαγε» (έκοψε με τα δόντια του) το αφτί του Πάνου Δημητρίου. Αργότερα τον είδαμε να έχει τυλιγμένο το αφτί του με μαύρο καντιφένιο πανί. Ο δράστης ήταν ένας ναυτεργάτης. Μιλήσαμε μαζί του, αλλά δε θέλησε να δώσει συνέχεια στο επεισόδιο.
Στη διάρκεια των επεισοδίων, πολλοί Ουζμπέκοι γείτονες βγήκαν στο δρόμο να δουν τι συμβαίνει. Ένας υπουργός της ντόπιας κυβέρνησης τηλεφώνησε ανήσυχος στην αστυνομία για όσα διαδραματίζονταν στην 7η πολιτεία, στα κεντρικά γραφεία της ΚΟΤ. Η αστυνομική διεύθυνση τον καθησύχασε ότι δεν ήταν τίποτε σπουδαίο, ότι ήταν «οι έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες που μαλώνουν μεταξύ τους». Τα πράγματα, ωστόσο, δεν ήταν τόσο απλά. Τις πρωινές ώρες της Κυριακής, γύρω στις 9-10, η 7η πολιτεία βρίσκεται περικυκλωμένη από στρατό. Οι στρατιώτες είχαν προτεταμένα τα όπλα, αλλά δεν εμπόδιζαν τον κόσμο να κυκλοφορεί. Οι στρατιώτες αυτοί αποτελούσαν το τάγμα -ΜΒΔ- του υπουργείου Εσωτερικών, δηλαδή ήταν στην υπηρεσία του Σαάκοφ. Στην αρχή, στρατιώτες και αξιωματικοί δεν αλλάζουν κουβέντα με τους Έλληνες. Προοδευτικά, όμως, ξεκινάει κάποια συζήτηση, με τους αξιωματικούς πρώτα. Τα πνεύματα ηρέμησαν και οι στρατιώτες κατέβασαν τα όπλα και δεν άργησαν να τα κρεμάσουν στους ώμους τους. Είχαν πια ενημερωθεί για το πώς ξεκίνησαν και πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα. Λίγο καθυστερημένα καταφθάνει τώρα και η αστυνομία. Ένας ουζμπέκος αστυνόμος, μπαίνοντας στην πλατεία, αντίκρισε δαρμένους και αιμόφυρτους πολιτικούς πρόσφυγες και σαστισμένος έβγαλε το πιστόλι και έριξε μερικές πιστολιές στον αέρα για εκφοβισμό. Την ίδια στιγμή, μια μεγαλόσωμη ελληνίδα τον πλησιάζει και του λέει: «Φίλε, κατέβασε αυτό το σιδερικό και βάλτο στη θήκη του. Μην καθυστερείς. Θα σ' το βουτήξω και θα σ' το βάλω στον πισινό σου». Η μεγαλόσωμη θαρραλέα κοπέλα ήταν η Γαλάτεια Σαλίμκα από τη Νάουσα.
Στο χώρο των επεισοδίων καταφθάνουν τώρα νοσοκομειακά αυτοκίνητα πρώτων βοηθειών με ασπροφορεμένους γιατρούς και νοσοκόμες. Παίρνουν σε φορεία τους τραυματίες και τους μεταφέρουν σε διάφορα νοσοκομεία. Χωρίς διάκριση για την παράταξη στην οποία ανήκε ο κάθε τραυματισμένος, του παρέχονται οι πρώτες βοήθειες και μεταφέρεται σε κάποιο από τα διαθέσιμα νοσοκομεία. Εδώ όμως, μέσα στα νοσοκομεία, αρχίζει η «επιλογή». Τους ζαχαριαδικούς τους διώχνουν πολλές φορές χωρίς καν να επιδέσουν τα τραύματα τους. Οι αντιζαχαριαδικοί δέχονται όλες τις ιατρικές βοήθειες και για αρκετούς βρέθηκαν και κλίνες για να παραμείνουν στο νοσοκομείο. Την ευθύνη της «επιλογής» την είχε ο ίδιος ο Σαάκοφ και τα εντεταλμένα όργανα του» (Αχιλλέας Παπαϊωάννου: Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ, σελ.85-91, Αθήνα 2001).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου